Μέχρι να πατήσει το πόδι του στο Πεκίνο ο Ντόναλντ Τραμπ την προσεχή Πέμπτη, πολλά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στο Ιράν, όμως είναι μάλλον απίθανο ότι θα έχει τερματιστεί η σύγκρουση. Η επίσκεψη του αμερικανού προέδρου στην Κίνα, που αρχικά προγραμματιζόταν για τα τέλη Μαρτίου, μετατέθηκε κατά ενάμιση μήνα με την προσδοκία από αμερικανικής πλευράς ότι μέχρι τότε θα είχε συνθηκολογήσει το καθεστώς της Τεχεράνης, κάτι που δεν πέτυχε η Ουάσιγκτον ούτε με στρατιωτικά ούτε με διπλωματικά μέσα.
Η επίσκεψη του ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί στην Κίνα την περασμένη εβδομάδα γέννησε ελπίδες για μια επιτυχή μεσολάβηση του Πεκίνου ώστε να αρθεί το αδιέξοδο. Οι ρητορικές εξάρσεις του Τραμπ, το διπλό μπλόκο (ιρανικό και αμερικανικό) στα Στενά του Ορμούζ καθώς και η ανταλλαγή πυρών μεταξύ της αμερικανικής αρμάδας και της ιρανικής παράκτιας άμυνας χαμήλωσαν τον πήχη των προσδοκιών. Γιατί να θέλει ο Τραμπ την ενίσχυση του ρόλου της Κίνας στο διεθνές στερέωμα, όταν μπορεί παράλληλα με τον στραγγαλισμό του Ιράν να βλάψει την οικονομία του μεγαλύτερου εμπορικού αντιπάλου των ΗΠΑ;
To πετρέλαιο
Καλλιεργώντας την εικόνα της «ήρεμης δύναμης», η Κίνα προσφέρει τις «καλές υπηρεσίες» της για τον τερματισμό της σύγκρουσης στον Κόλπο, η οποία έχει φέρει ανατροπές στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου με αντίκτυπο και στη δική της οικονομία. Πριν από τον πόλεμο η Κίνα απορροφούσε το 80%-90% των εξαγωγών του ιρανικού αργού πετρελαίου, καλύπτοντας με αυτές το 12%-14% των αναγκών της. Ακόμα 4%-5% των κινεζικών αναγκών σε αργό καλυπτόταν με τις εισαγωγές από τη Βενεζουέλα. Το Πεκίνο ήταν ο μεγαλύτερος πελάτης και αυτής της χώρας μέχρι την ανατροπή της κυβέρνησης Μαδούρο από τις ΗΠΑ, που πρακτικά ελέγχουν πλέον τις κάνουλες.
Χάρη στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, την αύξηση των εισαγωγών από τη Ρωσία, τη ραγδαία άνοδο της πράσινης ενέργειας και τα μεγάλα στρατηγικά αποθέματά της, η Κίνα κατάφερε να αντεπεξέλθει στους πρώτους μεγάλους κραδασμούς από τον πόλεμο του Κόλπου. Ομως η παράταση του αδιεξόδου στα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων μεταφερόταν επίσης το ιρακινό και – σε μεγάλο βαθμό – το σαουδαραβικό πετρέλαιο προς την Κίνα (καλύπτοντας το 14%-20% των αναγκών της), περιορίζει σταδιακά τις δυνατότητες ελιγμών της κινεζικής οικονομίας. Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ποσοτικό. Το φτηνό πετρέλαιο από το Ιράν και τη Βενεζουέλα υπήρξε μία από τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις τής διαρκώς αναπτυσσόμενης οικονομίας της Κίνας, που αμφισβητεί την αμερικανική ηγεμονία.
Τον Απρίλιο, σε μια χειρονομία καλής θέλησης εν όψει της επίσκεψης Τραμπ, το Πεκίνο αύξησε ελαφρά τις εισαγωγές αμερικανικού πετρελαίου, που δεν καλύπτουν πάντως πάνω από το 2% των αναγκών του. Το πόσο επηρέασε αυτή η κίνηση τις διαθέσεις του αμερικανού προέδρου θα φανεί στην πράξη την ερχόμενη εβδομάδα. Πίσω από την πομπώδη υποδοχή και τις αβρότητες θα συνεχιστεί ο εμπορικός πόλεμος παράλληλα με τις προβολές στρατιωτικής ισχύος στον Ειρηνικό.
Η αντοχή του Ιράν στην αμερικανο-ισραηλινή επίθεση αποκάλυψε στρατιωτικές αδυναμίες των ΗΠΑ και προκάλεσε τριγμούς στις σχέσεις τους με παραδοσιακούς συμμάχους. Τα αραβικά καθεστώτα κάνουν δεύτερες σκέψεις για την αξιοπιστία των αμερικανών προστατών που δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τα μαζικά πλήγματα των Ιρανών στις υποδομές τους. Το Πεκίνο βλέπει προκλήσεις και ευκαιρίες, καταγγέλλει μεν την Ουάσιγκτον ότι ασκεί τον νόμο της ζούγκλας, αποφεύγει δε τις προσωπικές επιθέσεις εναντίον του Τραμπ.
«Κουτσός γίγαντας»
Κινέζοι αναλυτές παρομοιάζουν τις ΗΠΑ με έναν «κουτσό γίγαντα», ο οποίος, αφού δεν κατάφερε να επιβληθεί γρήγορα σε μια περιφερειακή δύναμη όπως το Ιράν, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να καταβάλει στρατιωτικά την Κίνα, που είναι μια παγκόσμια δύναμη. «Ο Τραμπ ήθελε να έρθει εδώ με τον αέρα της νίκης, να χρησιμοποιήσει τη συντριβή του Ιράν ως μοχλό πίεσης στην Κίνα, όμως τώρα βρίσκεται σε δύσκολη θέση και θα είναι δύσκολο να προβάλει την ίδια αλαζονεία» δήλωσε στους «New York Times» ο απόστρατος συνταγματάρχης Γιουέ Γκανγκ, ο οποίος εμφανίζεται συχνά σε διεθνή ΜΜΕ δίνοντας ανεπίσημα το στίγμα της αμυντικής πολιτικής της Κίνας.
Το Πεκίνο διαψεύδει ότι συνεχίζει να ενισχύει την άμυνα του Ιράν με αποστολές οπλικών συστημάτων. Ομως για την Κίνα η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος φαίνεται, προς το παρόν, μονόδρομος. Οχι μόνο γιατί έτσι θα εξασφάλιζε μια μεγάλη ενεργειακή πηγή, αλλά και επειδή, μέσω της προνομιακής σχέσης με την Τεχεράνη, θα συνέχιζε την προβολή γεωπολιτικής ισχύος στην Κεντρική Ασία και στη Μέση Ανατολή. Απέναντι στην κινεζική επιρροή, οι ΗΠΑ προωθούν τον οικονομικό άξονα που θα ξεκινά από την Ινδία και θα καταλήγει στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω αραβικών χωρών και του Ισραήλ, παρακάμπτοντας το Ιράν.
Καθώς ο πόλεμος βρίσκεται στον τρίτο μήνα, αρκετοί δυτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο μεν Τραμπ αντιμετωπίζει τη σύγκρουση σαν πόκερ, οι δε Ιρανοί σαν σκάκι. Το επιβεβαιώνει ο Τραμπ όταν δηλώνει πως εκείνος έχει «όλα τα χαρτιά». Ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι οι Κινέζοι προτιμούν το σκάκι.
Θεωρητικά, όταν καθίσουν στο ίδιο τραπέζι οι πρόεδροι Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, θα πρέπει να συμφωνήσουν στο είδος του παιχνιδιού και στους κανόνες. Πρακτικά, το πιθανότερο είναι πως ο μεν αμερικανός πρόεδρος θα συνεχίσει να βλέπει χαρτιά στην τσόχα, ο δε Κινέζος πιόνια στη σκακιέρα. Ισως το βασικότερο ερώτημα είναι ποια χαρτιά θα ρίξει ο Τραμπ και ποια πιόνια θα θυσιάσει ο Σι σε αυτή την παρτίδα.