Υστερα από μία δεκαετία και πλέον με τον Σι Τζινπίνγκ στην ηγεσία της χώρας, ο στρατός της Κίνας έχει γίνει πολύ πιο ισχυρός, τα εργοστάσιά της κυριαρχούν στην παγκόσμια μεταποίηση και οι πρωτοπόροι της στην τεχνολογία κλείνουν την ψαλίδα με τη Σίλικον Βάλεϊ.
Ωστόσο, μεγάλα τμήματα της οικονομίας της βρίσκονται σε χάος. Μια κολοσσιαία κατάρρευση της αγοράς ακινήτων εξανέμισε πλούτο τρισεκατομμυρίων δολαρίων, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών έχει κατακρημνιστεί και οι προοπτικές της αγοράς εργασίας είναι δυσοίωνες.
Αυτή η αναντιστοιχία δείχνει ότι ο Σι έχει θέσει την ασφάλεια της Κίνας σε προτεραιότητα έναντι της οικονομίας της. Δαπανά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια προσπαθώντας να εξασφαλίσει αυτάρκεια στην τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και άλλους στρατηγικούς τομείς, ενώ ταυτόχρονα δεν προχωρεί στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα βοηθούσαν στη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και θα έδιναν ώθηση στη μεσαία τάξη της χώρας. Ολα αυτά γίνονται, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το όραμά του για «εθνική αναγέννηση», που θα βασίζεται στη στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ.
Στον πήλινο στρατό
Στη Σιάν, μια πόλη περίπου 600 μίλια νοτιοδυτικά του Πεκίνου, παγκοσμίως γνωστή για τον αρχαίο πήλινο στρατό της, η κυβέρνηση μείωσε πέρυσι τις δαπάνες για τη συντήρηση του οδικού δικτύου και τη λειτουργία των δικαστηρίων, ενώ τις αύξησε κατά περίπου 80% στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας. Καθώς τα έσοδα της πόλης συρρικνώθηκαν, οι δαπάνες τόσο για τα δημοτικά σχολεία όσο και για τα γυμνάσια μειώθηκαν κατά 10% τουλάχιστον, την ίδια ώρα που οι τοπικές στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής λάμβαναν ειδικές χρηματοδοτήσεις εκατομμυρίων δολαρίων.
Στη Φοσάν, κοντά στο Χονγκ Κονγκ, κάτοικοι αναφέρουν σε συνεντεύξεις τους ότι μια αίσθηση κρίσης έχει ενσκήψει στον άλλοτε ακμάζοντα μεταποιητικό κόμβο, εκεί όπου η οικονομία αναπτύχθηκε μόλις κατά 0,2% πέρυσι. Οι αξιωματούχοι θέλουν να μετατρέψουν την πόλη σε κέντρο ρομποτικής, αλλά αυτός ο κλάδος είναι πολύ μικρός για να σώσει την οικονομία της Φοσάν. Σήμερα, πολλά εργοστάσια είναι άδεια και στις προσόψεις τους κρέμονται πινακίδες που γράφουν «ενοικιάζεται».
«Αυτή τη στιγμή, όλοι φοβούνται ότι του χρόνου δεν θα υπάρχει πια δυνατότητα κερδοφορίας» λέει ο Γιανγκ Γκουολί, σύμβουλος εύρεσης προσωπικού για τα τοπικά εργοστάσια.
Από τον θάνατο του Μάο Τσετούνγκ και έπειτα, οι ηγέτες της Κίνας επικεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη, η οποία τροφοδότησε την οικονομική άνοδο του έθνους. Στις μέρες μας, τα πολιτικά μηνύματα έρχονται συχνά σε σύγκρουση με την οικονομική πραγματικότητα. Αγρότες που ζουν με λίγα δολάρια την ημέρα καλούνται να κάνουν την Κίνα μεγάλη αγροτική δύναμη. Μαθητές αποστηθίζουν φράσεις του Σι για την αποκατάσταση του μεγαλείου της Κίνας, αν και εκατομμύρια από αυτούς είναι πιθανό να καταλήξουν άνεργοι και οικονομικά εξαρτώμενοι από τους γονείς τους.
Η οικονομία της Κίνας είναι σήμερα μικρότερη από ό,τι προέβλεπαν πολλοί δυτικοί οικονομολόγοι όταν ανέλαβε την προεδρία ο Σι. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κίνας το 2024 δεν έφτανε καν το 30% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ακόμη και σταθμισμένο με βάση τις διαφορές της αγοραστικής δύναμης μεταξύ των δύο χωρών. Στην Κίνα του Σι, «η οικονομία μπορεί να θυσιαστεί στον βωμό των πολιτικών του σκοπιμοτήτων» σχολίασε ο Γκουογκουάνγκ Γου, μελετητής της κινεζικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. «Ομως οι πολιτικές σκοπιμότητες δεν μπορούν να θυσιαστούν στον βωμό της οικονομικής ανάπτυξης».
Προοπτική ισχύος
Στο τελευταίο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του, ο Σι απέφυγε σχεδόν κάθε αναφορά στα προβλήματα της οικονομίας. Αντιθέτως, τόνισε ότι η εθνική ισχύς της Κίνας έχει «φτάσει σε νέα ύψη». Ως απόδειξη της προόδου του έθνους, επισήμανε την περσινή καθέλκυση του πιο εξελιγμένου κινεζικού αεροπλανοφόρου, και τα νέα ρομπότ που κάνουν κουνγκ φου.
Η πεποίθηση της Κίνας ότι η ισχύς της αυξάνεται – και ότι η Δύση παρακμάζει – την έχει κάνει πιο αποφασισμένη να αντιδρά όταν δέχεται προκλήσεις. Το Πεκίνο προχώρησε στον περιορισμό των εξαγωγών κρίσιμων ορυκτών προς τις ΗΠΑ πέρυσι, κατά τη διάρκεια του εμπορικού πολέμου μεταξύ των δύο χωρών – μια κλιμάκωση που απείλησε την παραγωγή των αμερικανικών εργοστασίων. Οι επιθετικοί στρατιωτικοί ελιγμοί της Κίνας στην περιοχή της Ταϊβάν έχουν αυξήσει τις ανησυχίες για μια παγκόσμια κρίση με επίκεντρο το νησί.
Στην τελευταία ετήσια αξιολόγηση της ισχύος των χωρών στην Ασία, το Ινστιτούτο Lowy, ένα αυστραλιανό think tank, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι ισχυρότερες, αλλά και ότι η Κίνα έχει μειώσει τη διαφορά. Η ανάλυση βασίστηκε σε 131 δείκτες, οι οποίοι αφορούν τομείς όπως οι οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες, οι αμυντικές συνεργασίες και η διπλωματική επιρροή.
Επικεντρώνοντας σε ζητήματα πολιτικής και ασφάλειας περισσότερο από τους προκατόχους του, ο Σι εκπέμπει σήμα ότι η Κίνα αντιμετωπίζει σήμερα πιο άμεσες απειλές από ό,τι στο παρελθόν. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ εναντίον της Βενεζουέλας και του Ιράν, που είναι αμφότερες στενοί εταίροι της Κίνας, έχουν αυξήσει την έλλειψη εμπιστοσύνης του Πεκίνου στην Ουάσιγκτον.
Ο Σι υποστηρίζει ότι η ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη, δικαιολογώντας τον ισχυρότερο ρόλο του κράτους στην οικονομία, καθώς και τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανώνται για την επιδίωξη της αυτάρκειας στην τεχνολογία, τη γεωργία και άλλους τομείς.
«Αν και η ανάκτηση του ελέγχου της οικονομίας από το κόμμα κοστίζει πολύ, ο Σι θεωρεί ότι αξίζει να πληρωθεί το τίμημα, καθώς, στην αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε κίνδυνος υπονόμευσης της εξουσίας του κόμματος» σχολίασε ο Μινσίν Πέι, μελετητής της κινεζικής πολιτικής στο Claremont McKenna College.
Οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν υπερδιπλασιαστεί από τότε που ο Σι ανέλαβε την εξουσία, συμπεριλαμβανομένης της αύξησής τους κατά 7% το 2024, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία. Επί των ημερών του, η Κίνα έχει προσθέσει στο οπλοστάσιό της εκατοντάδες πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Αμυνας, ενώ έχει καθελκύσει και δύο αεροπλανοφόρα. Αξίζει να αναφερθεί, για λόγους σύγκρισης, ότι οι δαπάνες για την Παιδεία, τόσο από την κεντρική όσο και από τις τοπικές κυβερνήσεις, αυξήθηκαν μόλις πάνω από 1% ανά μαθητή το 2024.
Οι οικονομολόγοι δεν αμφισβητούν ότι η Κίνα χρειάστηκε να χαλιναγωγήσει την οικονομία του real estate που είχε γίνει τόσο ριψοκίνδυνη τα τελευταία χρόνια, και η πίεση του Σι να γίνει η Κίνα πιο αυτάρκης φαίνεται εξαιρετικά διορατική, σήμερα που ο πόλεμος στο Ιράν σπέρνει το χάος στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Εστιάζοντας στην τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική και άλλες τεχνολογίες, τα τελευταία χρόνια, η Κίνα ενισχύει περαιτέρω τη θέση της ως του μεγαλύτερου κατασκευαστή παγκοσμίως – και δημιουργεί θύλακες σχετικά ισχυρής ανάπτυξης σε πόλεις που επικεντρώνονται στην τεχνολογία, όπως η Σενζέν και η Χανγκτσόου.
Οικονομική ζημιά
Το πρόβλημα τώρα είναι ότι η στρατηγική του Σι δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις εργασίας ή επενδύσεις ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω επιβράδυνση της συνολικής οικονομικής ανάπτυξης. Το τέλος της εκρηκτικής ανόδου στην αγορά των ακινήτων ήταν ιδιαίτερα καταστροφικό και εξαφάνισε θέσεις εργασίας που δεν έχουν αντικατασταθεί πλήρως, ενώ έπληξε το καταναλωτικό κλίμα, καθώς οι αξίες των κατοικιών κατακρημνίστηκαν. Η εξέλιξη αυτή έχει αναγκάσει τη χώρα να βασιστεί ακόμη περισσότερο στις εξαγωγές, εξοργίζοντας τους δυτικούς εμπορικούς εταίρους της που καλούνται να απορροφήσουν την κινεζική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Η εταιρεία ερευνών Rhodium Group εκτιμά ότι η συμβολή της κατασκευής κατοικιών και της αγοράς ακινήτων έπεσε στο 11% του ΑΕΠ πέρυσι, από 16% το 2023. Την ίδια περίοδο, η παραγωγή έξι εκ των στρατηγικών τομέων του Σι – συμπεριλαμβανομένων των κλάδων μπαταριών ιόντων λιθίου και της ρομποτικής – αυξήθηκε φτάνοντας αθροιστικά το 6,3% του ΑΕΠ, από 5,5%. Αν και πέρυσι συνολικά η οικονομία της Κίνας σημείωσε ανάπτυξη της τάξεως του 5%, επιτυγχάνοντας τον κυβερνητικό στόχο, το ποσοστό αυτό αποτελεί μεγάλη επιβράδυνση σε σχέση με τα χρόνια της κινεζικής εκρηκτικής ανάπτυξης. Φετινός στόχος της κυβέρνησης είναι η ανάπτυξη να μην πέσει κάτω από το 4,5%.
Οι τεράστιες κυβερνητικές δαπάνες στους τομείς που ο Σι ισχυρίζεται ότι θα ενισχύσουν την εθνική ασφάλεια έχουν συμβάλει στην αύξηση του χρέους της χώρας, ενώ παράλληλα πλήττουν την αύξηση της παραγωγικότητας.
Ερευνητές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έχουν εκτιμήσει ότι οι στρεβλώσεις της αγοράς από τις κρατικές ενισχύσεις, όπως οι άμεσες επιδοτήσεις και οι φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις, έχουν μειώσει το ΑΕΠ της Κίνας έως και κατά 2%. Με όλες τις δαπάνες για την τεχνολογική αυτάρκεια, η κυβέρνηση της Κίνας δεν έχει μέχρι στιγμής προχωρήσει σε μέτρα οικονομικής τόνωσης μεγάλης κλίμακας, τα οποία θα μπορούσαν να ενισχύσουν την κατανάλωση.
Επίσης, έχει κινηθεί αργά σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των δομών κοινωνικής πρόνοιας, ώστε οι πολίτες να νιώθουν ότι έχουν την ασφάλεια να ξοδέψουν αντί να αποταμιεύουν. Παρότι κατά τη διάρκεια της θητείας του Σι η Κίνα έχει ενισχύσει το συνταξιοδοτικό της σύστημα και ορισμένα άλλα κοινωνικά προγράμματα, οι συνολικές κοινωνικές δαπάνες – οι οποίες υπολογίζονται σε περίπου 9% του ΑΕΠ από το 2023 – είναι περίπου στα επίπεδα χωρών όπως το Μεξικό και η Τουρκία. Τα ποσοστά αυτά αντιστοιχούν σε λιγότερο από το μισό των κοινωνικών δαπανών που καταγράφονται σε πολλές πλούσιες χώρες.
Μια πόλη δοκιμάζεται
Η Φοσάν, η πόλη κοντά στο Χονγκ Κονγκ, έχει πλούσιο οικονομικό παρελθόν. Το 2021 η ανάπτυξή της ξεπερνούσε τον εθνικό μέσο όρο, με ακμάζοντα εργοστάσια που παρήγαν, γρήγορα και μαζικά, οικοδομικά υλικά, έπιπλα και οικιακές συσκευές.
Το «όπου υπάρχει σπίτι, υπάρχουν προϊόντα από τη Φοσάν», είχε γίνει το ανεπίσημο σλόγκαν της πόλης. Σήμερα, πολλά εργοστάσια είναι έρημα – θύματα της κατάρρευσης της κινεζικής αγοράς ακινήτων και της αποτυχίας της χώρας να βρει επαρκείς εναλλακτικές διεξόδους ανάπτυξης. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το όραμα του Σι για το μέλλον θα τις εξασφαλίσει.
Στη Monalisa Group, μια εταιρεία παραγωγής κεραμικών πλακιδίων, οι πωλήσεις έκαναν βουτιά 25% μεταξύ 2022 και 2024 και ο αριθμός των εργαζομένων της συρρικνώθηκε σχεδόν κατά 20% στο ίδιο διάστημα.
Ενα πρωί, πριν από λίγο καιρό, άνεργοι εργάτες εργοστασίων, ορισμένοι από αυτούς σέρνοντας βαλίτσες, περιπλανιούνταν σε έναν δρόμο με πρακτορεία εύρεσης εργασίας που διαφήμιζαν όσες θέσεις εργασίας είχαν απομείνει. Καθώς η ζήτηση είναι αβέβαιη, πολλά εργοστάσια επιλέγουν να προσλαμβάνουν εργαζομένους ορισμένου χρόνου αντί για εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, ακόμη και αν είναι πιο ακριβοί σε ωριαία βάση.
Ο Λιανγκ Γιουτζούν χρειαζόταν δουλειά. Μέσα στο δωμάτιο με τα λιγοστά έπιπλα που νοίκιαζε στη Φοσάν για 3 δολάρια την ημέρα, ξετύλιξε ένα μικρό κομμάτι λουστραρισμένου ξύλου – δείγμα για τους υποψήφιους εργοδότες ότι μια ζωή έβαφε έπιπλα.
Ο Λιανγκ δεν είναι άμαθος στις κακουχίες. Είχε πεινάσει ως παιδί κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ομως, τα πήγε πολύ καλά στην εποχή του οικονομικού ανοίγματος της Κίνας, φεύγοντας από το σπίτι του στην ηπειρωτική επαρχία Σιτσουάν για να δουλέψει σε εργοστάσιο στα παράλια.
Με 50% λιγότερα
Στη βιομηχανία επίπλων, λέει, μπορούσε να βγάζει έως και 1.500 δολάρια τον μήνα περίπου, για να συντηρεί τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του. «Εκείνη την εποχή, αν έμπαινες σε εργοστάσιο, η ζωή σου ήταν εξασφαλισμένη» εξηγεί. Καθώς τα παιδιά του ενηλικιώνονται, λέει, ο δικός τους δρόμος προς την ευημερία είναι πολύ λιγότερο σίγουρος από ό,τι ήταν ο δικός του. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κάποιος μια προσοδοφόρα δουλειά γραφείου, όπως λέει, ενώ ακόμη και η δουλειά στο εργοστάσιο έχει γίνει πιο επισφαλής από ό,τι στο παρελθόν.
Πριν από λίγα χρόνια ο Λιανγκ έπεσε στη δουλειά και χτύπησε άσχημα τη μέση του, με αποτέλεσμα σήμερα να κουτσαίνει. Πλησιάζει τα 60 αλλά διστάζει να βγει στη σύνταξη, φοβούμενος ότι θα γίνει βάρος στα παιδιά του που προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους στη νέα οικονομική πραγματικότητα της Κίνας.
«Κάθεσαι στο σπίτι και αυτά αναγκάζονται να μοιράζονται τα χρήματά τους μαζί σου» είπε ο Λιανγκ. «Ως γονείς, απλά δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό».
Με την οικονομία στο σημείο που βρίσκεται, σημειώνει ο Λιανγκ, είναι διατεθειμένος να δουλέψει με έως και 50% λιγότερα από όσα έπαιρνε στα χρόνια της άνθησης.
Η προτεραιότητα που δίνει ο Σι στην ισχύ και την ασφάλεια αποτελεί βασικό σημείο του τρέχοντος πενταετούς πλάνου της χώρας, το οποίο ολοκληρώνεται το 2030. Το πλάνο προβάλλει τους πολλούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η Κίνα, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφαση του Σι να επιμείνει ακόμη περισσότερο σε αυτές τις προτεραιότητες.
Στη Φοσάν, οι αξιωματούχοι επιχειρούν να μετατρέψουν την πόλη σε κόμβο ρομποτικής. Σε ένα βιομηχανικό πάρκο, εταιρείες αναπτύσσουν ρομπότ που μπορούν να μαγειρέψουν κοτόπουλο στο γουόκ και να φτιάξουν καφέ λάτε. Το πάρκινγκ είναι γεμάτο με Tesla και BMW, αλλά οι λίγες χιλιάδες των ατόμων που εργάζονται εκεί αποτελούν ένα ελάχιστο κλάσμα του συνολικού εργατικού δυναμικού της Φοσάν.
Περικοπές
Το αναπτυξιακό σχέδιο που εκπόνησαν οι τοπικές αρχές έχει στόχο, μέχρι το επόμενο έτος, η ετήσια αξία της παραγωγής τελικών προϊόντων του κλάδου να ανέλθει στα 3 δισεκατομμύρια δολάρια – ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 1% της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής που είχε πετύχει η πόλη το 2023.
Πρόσφατα, σε ένα άρθρο περιοδικού, ένας σύμβουλος της κινεζικής κεντρικής τράπεζας υποστήριξε ότι η Κίνα επενδύει υπερβολικά σε «πράγματα» και όχι αρκετά στους ανθρώπους. Ετσι, ενώ η χώρα δείχνει φοβερή προς τα έξω, οι άνθρωποι στο εσωτερικό της αναγκάζονται να περιορίσουν τις προσδοκίες τους.
Η γραφίστρια Λου Τζιτσί έχασε τη δουλειά της τον Δεκέμβριο. Από τότε, μη έχοντας μια σταθερή καθημερινότητα, έχει αρχίσει να βαριέται, όπως λέει, και έχει περικόψει μικρές πολυτέλειες, όπως να αγοράζει κάρτες Pokémon. Κοιτάζει τις αγγελίες εργασίας στο Διαδίκτυο, αν και φοβάται τους απατεώνες που παραμονεύουν εκεί για να την εκμεταλλευτούν.
Παρά τα αρκετά χρόνια εργασιακής εμπειρίας της, τον τελευταίο καιρό λέει στις εταιρείες ότι θα δούλευε για περίπου 600 δολάρια τον μήνα, ποσό αντίστοιχο με αυτό που κάποτε κέρδιζε ως μαθητευόμενη. Οι άνθρωποι που της κάνουν συνέντευξη για δουλειά μερικές φορές απορούν για το πώς θα δεχόταν να εργαστεί για τόσο λίγα χρήματα. Αλλά με την οικονομία σε αυτή την κατάσταση, λέει η ίδια, «θα χρειαστεί να είμαι λίγο πιο ταπεινή στις απαιτήσεις μου».
