«Η γλώσσα μας δεν κινδυνεύει από την αργκό» λέει ο νομικός αλλά και συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος Δημήτρης Πιστικός. «Και αυτό γιατί η γλώσσα εξελίσσεται» εξηγεί. Ο κ. Πιστικός γεννήθηκε στον τόπο μας, το Παναιτώλιο, το 1948. Τα ποιήματά του βραβεύτηκαν και μεταφράστηκαν στα ιταλικά, τα γαλλικά, τα αγγλικά, τα ισπανικά και τα ρουμάνικα, περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες και μελοποιήθηκαν από γνωστούς έλληνες συνθέτες. Ιδού τι απαντάει στις ερωτήσεις μας.

Γιατί ένας νέος να διαβάσει ποίηση; Σημειώστε ότι αυτή τη στιγμή διαβάζουμε ποιήματα υποχρεωτικά για να πετύχουμε καλύτερη επίδοση στις εξετάσεις…

«Νομίζω ότι από τα παραπάνω προκύπτει η διαχρονική ανάγκη των ανθρώπων να εκφράζονται με τη γλώσσα της τέχνης (ζωγραφική, γλυπτική, μουσική, ποίηση). Με τη μουσική η ποίηση συνοδοιπόρησε πολλούς αιώνες, πολύ προτού ο άνθρωπος εφεύρει τη γραφή. Ο Σιμωνίδης έλεγε ότι η ποίηση είναι «ζωγραφία λαλούσα». Και είχε δίκιο γιατί η ποίηση συνήθως εκφράζεται με εικόνες και μεταφορές. Η ποίηση καλλιεργεί την ευαισθησία των νέων, συντονίζει τον ρυθμό, ανοίγει τη φαντασία, τους συνηθίζει στον γλαφυρό και αφαιρετικό λόγο και τους διδάσκει με τον δικό της τρόπο αξίες διαχρονικές. Επίσης τους εξοπλίζει με τη δύναμη της παράδοσης και τους φέρνει σε επαφή με τα έργα των ποιητών που είναι έργα με πανανθρώπινη αξία. Να μην ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι Ελληνες είχαν ως βάση της παιδείας τους τα ομηρικά έπη».

Θεωρείτε ότι η γλώσσα των νέων (νεανική αργκό) αποτελεί απειλή για την ελληνική γλώσσα;

«Εχω την αίσθηση ότι η γλώσσα των νέων, όπως και η γλώσσα διαφόρων κοινωνικών ομάδων (π.χ. των στρατιωτών, των ναυτικών, των περιθωριακών κ.λπ.), είναι μια γλώσσα που εξυπηρετεί προσωρινές ανάγκες επικοινωνίας, εντελώς επιφανειακές και όχι ουσιαστικές. Η μίμηση, η τάση διαφοροποίησης, η αντίδραση σε κατεστημένες γλωσσικές «κανονικότητες», η πρόκληση κ.λπ. είναι χαρακτηριστικά των εκάστοτε νέων ανθρώπων και αντικατοπτρίζει το αποκαλούμενο «χάσμα των γενεών». Θα μπορούσα να μιλήσω για «μόδα» αλλά πιθανόν να μην ακριβολογούσα. Η γλώσσα ασφαλώς δεν κινδυνεύει από την αργκό. Απεναντίας μάλιστα μπορώ να ισχυριστώ ότι εμπλουτίζει τη γλώσσα με νέες λέξεις και εκφράσεις, μερικές από τις οποίες προστίθενται στον γλωσσικό μας θησαυρό. Αλλωστε η γλώσσα, όπως όλα τα πράγματα, υπόκειται στην ηρακλείτεια ροή. Εξελίσσεται. Δεν μιλάμε σήμερα με τον τρόπο του Ηροδότου ή του Δημοσθένη και ασφαλώς οι επόμενες γενιές δεν θα μιλούν και δεν θα γράφουν όπως μιλούμε και γράφουμε εμείς. Σήμερα, εν όψει της παγκοσμιοποίησης, η ελληνική γλώσσα (όπως και άλλες γλώσσες) κινδυνεύει περισσότερο από τον ιμπεριαλιστικό δυναμισμό της αγγλικής που έχει de facto αλλά και de jure (εκ των πραγμάτων αλλά και εκ νομοθετικών διατάξεων) καθιερωθεί ως διεθνής γλώσσα. Κατά τη γνώμη μου, η λεξιπενία των νέων και η αγγλοσαξονισμοί είναι πιο επικίνδυνοι από την αργκό».

Ποια η άποψή σας για την ντοπιολαλιά; Συχνά νιώθουμε αμηχανία όταν κάποιος μάς σχολιάζει για αυτή.

«Η ελληνική γλώσσα μιλιέται συνεχώς και αδιαλείπτως (άγνωστο πόσους αιώνες) και γράφεται τουλάχιστον από τους μυκηναϊκούς χρόνους (γραμμική γραφή Β). Θεωρώ πως είναι φυσικό λόγω της γεωγραφικής φύσης του ελλαδικού χώρου (δυσκολία επικοινωνίας, διαφορές κλίματος, ιδιοσυγκρασία, βαθμός πολιτιστικής ανάπτυξης κ.λπ.) να υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Ηδη από την αρχαιότητα ξέρουμε ότι οι έλληνες πρόγονοί μας μιλούσαν με διαφορετικές διαλέκτους. Αιολική, Ιωνική, Δωρική και άλλες. Αυτή η διαφορετικότητα δεν σημαίνει διαφορετική γλώσσα αλλά διαφορετική προφορά. Ετσι και η χαρακτηριστική πλούσια και χυμώδης ρουμελιώτικη ντοπιολαλιά (και εννοώ την προφορά της) έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. «Αγνωστότατοι δε γλώσσαν» αναφέρει για τους Αιτωλούς ο όχι και τόσο αμερόληπτος στο σημείο αυτό Θουκυδίδης. Με τον όρο «ντοπιολαλιά» έχω την άποψη ότι μιλάμε για την προφορά της και όχι για την τυπολογία της. Προσωπικά θεωρώ ότι είναι πλούτος μιας γλώσσας οι διάλεκτοι και οι ντοπιολαλιές όπως πολύ ορθά τις ονομάζετε. Δίνουν χρώμα και ακρίβεια στα νοήματα. Π.χ. όταν λέμε στην ντοπιολαλιά «αντικιασμός» εννοούμε «κατά προσέγγιση, πρόχειρο υπολογισμό». Oταν λέμε «σατύλι» εννοούμε τον μεταλλικό γαλβανισμένο κουβά με τον οποίο αντλούσαμε νερό από τα πηγάδια που κάποτε αφθονούσαν στο χωριό μας. Το πόσο πλούσια είναι αυτή η ρουμελιώτικη ντοπιολαλιά το βλέπει κανένας διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Υποθέτω ότι αυτή η ντοπιολαλιά έκαμε τους Τούρκους της περιοχής να ξεχάσουν ακόμα και τη γλώσσα τους και να μιλούν ελληνικά στα 1668 όπως διασώζει ο Εβλιά Τσελεμπή σε οδοιπορικό του.

Η πλούσια ντοπιολαλιά, ως στοιχείο της ταυτότητάς μας δεν πρέπει να μας δημιουργεί αμηχανία αλλά να μας παρακινεί να τη βελτιώσουμε προφέροντας τα φωνήεντα που τα κόβουμε, υποθέτω, χάριν συντομίας και φυσικά μακρόχρονης συνήθειας».

 

Ποια συμβουλή θα δίνατε σε μας που είμαστε λίγο πριν από την ολοκλήρωση της μαθητικής μας ζωής;

«Κατ’ αρχάς, να πιστεύετε στον εαυτό σας. Να συλλογάσθε ελεύθερα, όπως έλεγε ο Ρήγας Βελεστινλής. Να κρατάτε ισορροπία ανάμεσα στο «ίδιον» και το «δήμιον» (ιδιωτικό και δημόσιο) καλό και συμφέρον. Να είσαστε περήφανοι για όσα καλά σάς παραδόθηκαν και να τα διατηρείτε στοργικά ώστε να τα παραδώσετε εμπλουτισμένα στις επόμενες γενιές. Να έχετε αίσθηση της συνέχειας και την πίστη ότι είσαστε απόγονοι ενός μικρού αλλά φιλειρηνικού και περήφανου λαού, που για αιώνες κράτησε τις ανθρωπιστικές του αξίες, τη συνοχή και την ταυτότητά του. Ενός λαού που πάλεψε για να κερδίσει και εν συνεχεία διατήρησε την ελευθερία του και αγάπησε την εύφορη γη του, μοχθώντας για να δει ένα καλύτερο μέλλον».