Παρίσι, 2018. Ο Ντιεγκάν Λατύρ Φέιγ, ένας νεαρός συγγραφέας από τη Σενεγάλη, βιώνει μια φοβερή αποκάλυψη όταν καταφέρνει εν τέλει να διαβάσει το δυσεύρετο μυθιστόρημα «Ο λαβύρινθος του απάνθρωπου», ένα βιβλίο που είχε εκδοθεί το 1938 και προσέλαβε κατόπιν (για μια σειρά από λόγους) μυθικές διαστάσεις. Ο δημιουργός του, ο μυστηριώδης Τ.Σ. Ελιμάν, είχε χαρακτηριστεί τότε ένα είδος «νέγρου Ρεμπό».

Στο συγκεκριμένο κείμενο (το μοναδικό που έμελλε να δημοσιεύσει εκείνος) μπορεί να κυριαρχούσε η μορφή ενός αιμοσταγούς βασιλιά αλλά η γραφή καθαυτή ήταν όμορφη, σαγηνευτική, σπάνιας ποιότητας. Ωσπου έφτασε η στιγμή που ξέσπασε ένα σκάνδαλο (περί λογοκλοπής) και τα ίχνη του Τ.Σ. Ελιμάν εξαφανίστηκαν, με αποτέλεσμα τόσο αυτός όσο και το έργο του να περιπέσουν στη λήθη.

Λοιπόν, δεκαετίες αργότερα, γοητευμένος στα όρια μιας καλλιτεχνικής και υπαρξιακής εμμονής, ο Ντιεγκάν επιδίδεται σε μια αγωνιώδη έρευνα για τον Τ.Σ. Ελιμάν, σε μια πολυδιάστατη αναζήτηση η οποία μοιάζει με θρίλερ αλλά έχει στον πυρήνα της, τι άλλο, την ίδια τη λογοτεχνία. Αυτός είναι ο σύνθετος καμβάς του συναρπαστικού μυθιστορήματος «Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων» (La plus secrète mémoire des hommes), με το οποίο ο Μοχάμεντ Μπουγκάρ Σαρ απέσπασε το Βραβείο Goncourt 2021. Πριν από μερικές μέρες, λίγο προτού επισκεφθεί την Ελλάδα, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη (στο πλαίσιο της 19ης Διεθνούς Εκθεσης Βιβλίου), «Το Βήμα» τον εντόπισε στην πατρίδα του, τη Σενεγάλη, και είχε μια μακρά συνομιλία μαζί του.

Πέραν της αναγνώρισης προς το έργο και το πρόσωπό σας, το Βραβείο Goncourt αντανακλούσε και κάτι ευρύτερο;

«Μετά την απονομή, σκεφτόμουν την οικογένειά μου, τους δασκάλους μου, τους φίλους μου. Και τη Σενεγάλη γενικότερα, ανακαλούσα ανθρώπους και εικόνες από την παιδική μου ηλικία εκεί. Κανείς δεν γίνεται συγγραφέας από μόνος του. Απόλυτη μοναξιά για έναν συγγραφέα δεν υπάρχει. Διότι πάντοτε γράφεις φέροντας μαζί σου κάποιους άλλους και κάτι άλλο, εκείνη την αόρατη ζωή που έχεις ήδη ζήσει, που σε έχει διαμορφώσει και δεν σταματά ποτέ να σε συνοδεύει. Δεν παραβλέπω τις όποιες εξωλογοτεχνικές παραμέτρους της βράβευσης αλλά, σε κάθε περίπτωση, την είδα ως μια συλλογική κατάκτηση. Για να είμαι ειλικρινής, ο κύριος λόγος για τον οποίο χάρηκα με το Goncourt ήταν επειδή είχα την τύχη να το μοιραστώ με όσους αγαπώ».

Μιας και το αναφέρατε, πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια εκεί, στη Σενεγάλη;

«Κοινότοπα και ευτυχισμένα, νομίζω. Δεν ήμουν μόνο το παιδί των γονιών μου, αλλά και των συγγενών μου, των γειτόνων μου, όλων των ανθρώπων που συνέθεταν τον μικρό μου περίγυρο. Ημουν όμως στενά περικυκλωμένος από γυναίκες, οι οποίες με λάτρευαν. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου, οι θείες μου. Οταν μεγάλωνα η ατμόσφαιρα ήταν, πώς να το πω, αρκετά θηλυκή. Οι γυναίκες μού μετέδωσαν την επιθυμία για ιστορίες, και με έμαθαν κάτι σημαντικό, να τις ακούω καλά προτού αρχίσω να τις διηγούμαι. Κοντολογίς, οι προφορικές αφηγήσεις υπήρξαν κρίσιμες για μένα. Περνούσα πολύ χρόνο κυρίως με τη γιαγιά μου. Παίζαμε παρέα. Εννοώ δηλαδή ότι όσα εξιστορούσε εκείνη, πραγματικά ή επινοημένα, είχαν γίνει τα παιχνίδια μου. Τα λογοτεχνικά βιβλία ακολούθησαν. Αφρικανικά, σενεγαλέζικα, γαλλικά. Μέχρι τα 15 μου, τα ανακάλυπτα παράλληλα».

Στο βιβλίο σας προκρίνετε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Οι άγριοι ντετέκτιβ» του Χιλιανού Ρομπέρτο Μπολάνιο. Τι ακριβώς συνέβη με αυτό;

«Οταν διάβασα τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, αρχικά το «2666» και έπειτα τους «Αγριους ντετέκτιβ», κυρίως αυτούς, ένιωσα σαν να με χτύπησε κεραυνός και, παράλληλα, μια ακαριαία οικειότητα με το όραμά του. Τότε δεν είχα ξεκινήσει ακόμη να γράφω το μυθιστόρημα, απλώς το επεξεργαζόμουν. Εψαχνα τη μορφή του, κι εκείνος μου την υπέδειξε. Το πιο πολύτιμο πράγμα που μου χάρισε ο Μπολάνιο ήταν ένα είδος ελευθερίας και, πιο συγκεκριμένα, την ιδέα ότι το πάθος για τη λογοτεχνία μπορεί να μετατραπεί το ίδιο σε χαρακτήρα και ήρωα και πρωταγωνιστή ενός βιβλίου. Και γιατί όχι, σε κεντρικό θέμα ενός ολόκληρου μυθιστορήματος, που όμως δεν θα είναι κάτι διδακτικό, δοκιμιακό, ακαδημαϊκό, αλλά κάτι ζωηρό, διασκεδαστικό, αστείο, αναιδές, ειρωνικό, μελαγχολικό. Η φιλοδοξία μου δεν ήταν να φτιάξω μια αφρικανική εκδοχή των «Αγριων ντετέκτιβ» αλλά να συνθέσω ένα στιβαρό και ειλικρινές μυθιστόρημα για το κόστος που έχει η λογοτεχνία, τι θυσιάζει κανείς για χάρη της. Αλλωστε, είχα κατά νου τον Γιάμπο Ουολογκέμ (1940-2017). Στην «Πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων» επιχείρησα να δημιουργήσω έναν χώρο, στον οποίο το πικρό πεπρωμένο του συγγραφέα από το Μάλι θα συγχρωτιζόταν με τις δικές μου σκέψεις και αγωνίες σχετικά με τη λογοτεχνία».

Ναι, το μυθιστόρημά σας είναι αφιερωμένο στον Γιάμπο Ουολογκέμ, από αυτόν εμπνευστήκατε τον Τ.Σ. Ελιμάν. Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε στην περίπτωσή του;

«Θαύμασα το μυθιστόρημά του «Le devoir de violence» (1968), το θεωρώ αριστούργημα. Μετά έμαθα κι εγώ για το σκάνδαλο περί λογοκλοπής που κυριολεκτικά τον συνέτριψε. Προφανώς και υπήρχε στην όλη υπόθεση ένας λανθάνων ρατσισμός, βία και αδικία. Προφανώς και αντλούμε, επίσης, ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα για τα κατάλοιπα και την κληρονομιά της μεταποικιακής εποχής με αφορμή το συγκεκριμένο γεγονός. Ομως εγώ, οφείλω να σας πω, στάθηκα πιο πολύ στη λογοτεχνική θλίψη που αποπνέει η περίπτωση του Ουολογκέμ. Η ανθρωπότητα έχασε ίσως έναν σπουδαίο συγγραφέα, κάποιον που ίσως θα έγραφε μερικά ακόμη εκπληκτικά βιβλία. Ο Ουολογκέμ επέλεξε να μείνει σιωπηλός, αποσύρθηκε στη σιωπή μέχρι τέλους. Αυτό είναι λυπηρό και μαγικό συνάμα. Πιθανώς από αυτή τη μύχια παραδοχή να πυροδοτήθηκε η «Πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων». Καμιά φορά ονειρεύομαι τα μυθιστορήματα που δεν έγραψε ο Ουολογκέμ ή αυτά που μπορεί να έγραψε αλλά δεν τα διάβασε κανείς».

Σκέφτομαι τώρα τον Ντιεγκάν, δηλαδή το δικό σας alter ego στο μυθιστόρημα. Αναρωτιέμαι αν αποδείχθηκε πιο απαιτητικός ήρωας από τον Τ.Σ. Ελιμάν…

«Νομίζω ότι ο Τ.Σ. Ελιμάν με παίδεψε περισσότερο. Διότι έπρεπε να δώσω το πορτρέτο του, χωρίς ωστόσο να τον δείξω. Είναι μια παρουσία και μια απουσία ταυτόχρονα, εμφανίζεται και εξαφανίζεται την ίδια στιγμή. Η διαχείρισή του ήταν δύσκολη αλλά ενδιαφέρουσα. Κάθε χαρακτήρας που μιλάει για αυτόν μέσα στο βιβλίο, του προσθέτει μια διαφορετική προοπτική (ασχέτως αν κάθε χαρακτήρας δεν μιλάει παρά μόνο για τον εαυτό του). Ο Τ.Σ. Ελιμάν είναι φάντασμα και σπασμένος καθρέφτης για τους υπόλοιπους, και όλοι πασχίζουν να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι αυτού του καθρέφτη. Με τον Ντιεγκάν το διασκέδασα πιο πολύ, γελούσα συχνά όταν έγραφα το πρώτο κομμάτι του βιβλίου. Δεν είναι και τόσο αξιαγάπητος, εύκολα μπορεί κανείς να τον αντιπαθήσει, έτσι όπως είναι, μπερδεμένος και βουτηγμένος στην επιτήδευση. Αλλάζει όμως κι αυτός μέχρι το τέλος του βιβλίου, μέσα από τα ταξίδια του στον χώρο και στον χρόνο με σκοπό να βρει τον Τ.Σ. Ελιμάν, αλλάζει μέσα από τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους. Υποψιάζομαι δε, κατά τα λοιπά, ότι κάθε νεαρός συγγραφέας ταυτίζεται πανεύκολα με τον Ντιεγκάν, κι αυτό με κάνει να γελάω ξανά».

Θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να μοιραστώ κι εγώ μαζί σας μια υποψία, σχετικά με το βιβλίο σας. Μήπως το γράψατε, πάνω απ’ όλα, για να προτείνετε τη λογοτεχνία ως ένα είδος πίστης που έχει εκλείψει και το έχουμε ανάγκη;

«Σπεύδω να συμφωνήσω με τη λέξη που επιλέξατε. Η πίστη στη λογοτεχνία είναι όμορφη. Είναι μια πίστη όχι σε κάτι ιερό, θεϊκό, υπεράνθρωπο. Είναι μια πίστη απλή και βαθιά, σε κάτι ανθρώπινο και ουσιαστικό. Εγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει πάντοτε κάτι να μας πει και ότι, πέραν της κοινωνίας, έχει και μια θέση στην καρδιά του καθενός. Στην ανθρώπινη καρδιά υπάρχει μια θέση μόνο για τη λογοτεχνία, την οποία τίποτε άλλο δεν μπορεί να τη γεμίσει παρά μόνο η ίδια η λογοτεχνία, είναι μια θέση απόλυτα δική της».

«Προσπάθησα να εμβαθύνω στις διεργασίες της εμμονής μου»

Στα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά σας θίγετε διάφορα επίκαιρα ζητήματα, τον ισλαμικό εξτρεμισμό, το προσφυγικό, τη μετανάστευση, την ομοφοβία στη χώρα σας. To τέταρτο, «Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων», δίνει την εντύπωση μιας ριζικής μετατόπισης. Είναι έτσι;

«Το μεγάλο θέμα του τέταρτου μυθιστορήματος υπήρχε και στα προηγούμενα, πιο κρυμμένο, επιφυλακτικό και ντροπαλό. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι σε εκείνα τα επίκαιρα βιβλία προετοιμάστηκε κιόλας. Θέλησα, με την “Πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων”, να βρω το κουράγιο και τη γενναιότητα να αντιμετωπίσω τη βασική μου εμμονή, που είναι η ίδια η λογοτεχνία. Στο δικό μου το μυαλό τουλάχιστον, η λογοτεχνία δεν είναι μόνο μια καλλιτεχνική εμμονή, είναι εκ των πραγμάτων μια πολιτική και κοινωνική εμμονή επίσης. Θέλησα να διερευνήσω τι σημαίνει σήμερα για τους ανθρώπους η λογοτεχνία και πόση αξία της αποδίδουμε μέσα στη ζωή μας. Επιπλέον, προσπάθησα να το κάνω αυτό με έναν τρόπο που θα υπονόμευε τις κατηγοριοποιήσεις, τα κουτάκια. Προσπάθησα, λοιπόν, να διευρύνω ακόμη περισσότερο τον ορίζοντά μου ως προς τον κόσμο και, συγχρόνως, να εμβαθύνω στις εσώτερες διεργασίες της εμμονής μου».

«Υπάρχει και χαρούμενη εξορία»

Ο Μοχάμεντ Μπουγκάρ Σαρ κινείται ανάμεσα σε δύο παραδόσεις, την αφρικανική και την ευρωπαϊκή. Αλλά γράφει στη γαλλική γλώσσα. «Ασφαλώς, η γλώσσα στην οποία δημιουργεί ένας συγγραφέας είναι το σπίτι του. Στην περίπτωσή μου όμως το σπίτι αυτό δεν είναι πάντοτε ήρεμο και ειρηνικό, έχει και εντάσεις ενίοτε. Κύριο μέλημά μου είναι να διεξάγεται ένας ισορροπημένος διάλογος μεταξύ των γαλλικών και των γλωσσών που μιλώ στη Σενεγάλη, στα ουολόφ ή στα σερέρ. Προσηλώνομαι στον συγκεκριμένο διάλογο ακόμη κι όταν δεν είναι ομαλός, ξεφεύγει και γίνεται σκληρός. Τα γαλλικά δεν είναι η μητρική μου γλώσσα, είναι η γλώσσα του εγκεφάλου μου που πρέπει να συνομιλήσει με τις άλλες που βγαίνουν από τα σωθικά και το στήθος μου, συνδεδεμένες καθώς είναι με την παιδική μου ηλικία και την ταυτότητά μου. Θέλησα, με την “Πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων”, να αισθανθούν οι αναγνώστες ότι σε αυτά τα γαλλικά ενυπάρχει οργανικά και μια άλλη κουλτούρα».

Από το μυθιστόρημα του Μοχάμεντ Μπουγκάρ Σαρ δεν θα μπορούσε να λείπει, ευρύτερα, και η διάσταση της εξορίας. «Προσωπικά, πριν από δέκα χρόνια, ένιωθα την εξορία. Ξέρετε, είναι και αντικειμενικό, είσαι μακριά από τον τόπο σου. Θα έλεγα όμως ότι αυτό δεν ισχύει πια. Είμαι ένας σενεγαλέζος συγγραφέας που ζει στο Παρίσι, στη Γαλλία, και έχει βρει παρηγορητικό καταφύγιο στη λογοτεχνία. Στη χώρα όπου δημιουργώ δεν νιώθω την εξορία. Καμιά φορά λέω ότι υπάρχει και χαρούμενη εξορία, εκείνη που επιλέγεις. Χαρά για μένα, πάντως, είναι τα βιβλία, τα μυθιστορήματα που διαβάζω και τα άλλα, εκείνα προσπαθώ να γράψω».

Trivia

Γεννημένος το 1990, ο Μοχάμεντ Μπουγκάρ Σαρ έγινε ο πρώτος συγγραφέας από την Υποσαχάρια Αφρική που αποσπά το Βραβείο Goncourt, κατακτώντας την ύψιστη κορυφή της γαλλόφωνης πεζογραφίας.