Είναι λοιπόν ανεπίτρεπτος ελιτισμός η κριτική σε ένα πλειοψηφικό, καταπώς φαίνεται, ρεύμα της κοινής γνώμης; Στεγάζει άραγε τον ύποπτο «εθνομηδενισμό» μιας αποκομμένης ελίτ ή την αυταπάτη κάποιων πολιτικών μειοψηφιών που δεν υπολογίζουν το κοινό αίσθημα; Οσοι έχουν αντιρρήσεις για τα συλλαλητήρια και το όλο κλίμα που δημιουργείται αυτόν τον καιρό γύρω από την αναθέρμανση του Σκοπιανού / Μακεδονικού κατηγορήθηκαν αυτές τις μέρες για πολλά, για μικροψυχία, εστέτ προκατάληψη και κυρίως για άγνοια του ρόλου που παίζουν τα συναισθήματα στην πολιτική. Πέρα από την υποψία για κάποια παρασκηνιακά φιλοκυβερνητικά παιχνίδια, διακινείται πολύ η αντίληψη πως πραγματική πολιτική είναι αυτή που ενσωματώνει τις αυθόρμητες ιδεολογίες και τα συλλογικά πάθη, εξημερώνοντάς τα. Μόνο έτσι, λένε, μπορεί να αντιμετωπιστεί η διείσδυση των ακραίων και των αντιδημοκρατών στις διαμαρτυρίες: όταν οι θεσμικοί συνομιλήσουν με τη διαμαρτυρία και αναγνωρίσουν τον ρόλο της και τον χώρο της. Και όταν σπεύσουμε όλοι να συνταχθούμε με την κίνηση των μαζών για να της δώσουμε σχήμα (όπως θα έλεγε ο παλιός κομμουνιστής).
Το ξέρω πολύ καλά αυτό το επιχείρημα. Το είχα υιοθετήσει ασμένως και εγώ την περίοδο του πρώτου μνημονίου σε σχέση με το τότε «κίνημα των Πλατειών». Το στοίχημα ήταν (θεωρητικά) η συνομιλία με τον κόσμο της Αγανάκτησης αλλά και η αναγνώριση των θεμιτών και δίκαιων αγωνιών του.
Μόνο που μια τέτοια στάση, είτε αναφέρεται σε κοινωνικά παράπονα και διεκδικήσεις είτε σε εθνικές αγωνίες, όπως τώρα, παραγνωρίζει τις συνέπειες της δράσης. Δεν βλέπει το γεγονός πως τα συνθήματα, οι ομιλίες, οι ιδέες και τα πάθη στην κινηματική τους τριβή πολλαπλασιάζουν τα ρήγματα και την καχυποψία. Οτι οι όποιες πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις αιχμαλωτίζονται σε ένα κλίμα παραλυτικής αναβολής. Και πρακτικά ενισχύεται η αίσθηση πως εμείς (ο λαός) βρισκόμαστε υπό κάποια συνεχή απειλή και πως κάποιοι έχουν σκοπό να κάμψουν το φρόνημα και να οργανώσουν «προδοσία» εις βάρος μας. Με άλλα λόγια, όσο εκλογικευμένα και αν παρουσιάζονται από μερικούς τα πράγματα, το πέπλο ακραίας κινδυνολογίας το οποίο υφαίνεται γύρω από το Μακεδονικό / Σκοπιανό έχει τις δικές του παρενέργειες.
Φυσικά η πολιτική κριτική στις εθνικιστικές παρεκτροπές είναι σοβαρή υπόθεση. Δεν μπορεί να αναλώνεται ούτε στο σαρκαστικό αισθητικό σχόλιο επιλεγμένων εικόνων από τον λαό των συλλαλητηρίων ούτε στην ανακύκλωση της κακόφημης ρητορικής για τους αμαθείς ή τους ανεπίδεκτους μαθήσεως. Οπως το 2011 δεν είχαμε βέβαια μια τιτανομαχία ορθολογικών μυαλών και ανορθολογικών ψυχών, έτσι και τώρα κανένα νόημα δεν έχει ένας εξυπνακίστικος και «χαβαλές» αντιεθνικισμός που ανθεί και αυτός (μαζί με τον απείρως πιο διαδεδομένο και φανατικό εθνικισμό) στα social media.
Το χιούμορ, η λοξή ματιά, η ανεκδοτολογική προσέγγιση είναι απαραίτητα στην κοινωνική και πολιτική κριτική. Διαφέρουν όμως από τη γλώσσα της περιφρόνησης και το στυλιστικό μαστίγωμα εναντίον του εκάστοτε αντιπάλου.
Στο θέμα βέβαια που έχει ανοίξει και διχάζει αυτές τις μέρες έχει σημασία ο πολιτικός χειρισμός. Και εδώ μπορούμε να έχουμε πολλές δεύτερες σκέψεις, ενστάσεις και υποψίες, παίρνοντας υπόψη την εσωτερική κατάσταση των δύο συγκυβερνητών και την προφανή επιθυμία τους να δημιουργήσουν ρήγματα στην αντιπολίτευση. Αλλά βλέπουμε ότι πάει πια να διαμορφωθεί ένα ρεύμα αγανάκτησης και αντίδρασης, μια παλλόμενη περιοχή κοινωνικού φόβου που κατά βάθος δεν ανέχεται την κριτική και δεν θέλει τους συμβιβασμούς. Βλέπουμε μια δυναμική που προτιμά εν τέλει το πάγωμα του προβλήματος και τη μετάθεση σε ένα υποθετικώς νικηφόρο μέλλον όπου ο άλλος (ο «Σκοπιανός») θα ταπεινωθεί επαρκώς και εμείς ως χώρα θα βγούμε δίχως αμυχές. Ενώ η ίδια η έννοια του συμβιβασμού στα πολιτικά πράγματα σημαίνει πως κάτι θα χάσω κι εγώ και πως δεν μπορώ να τα έχω όλα, η ιδέα που ζυμώνεται στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των συλλαλητηρίων είναι στον αντίποδα. Εξοικειωνόμαστε πάλι με τη συναισθηματική μέθη μιας ακόμα «αδιαπραγμάτευτης» αλήθειας. Και η νέα εθνική ανησυχία γύρω από το Σκοπιανό και τη Μακεδονία μολύνεται από τη δημαγωγική δυναμική που την πλαισιώνει. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που αυτή η δυναμική ξεπερνάει και τις ατομικές προθέσεις και τα αγαθά κίνητρα όσων λένε πως εκφράζουν απλώς μια ευαισθησία και τίποτα παραπάνω. Τα διαφορετικά ατομικά κίνητρα καταπλακώνονται από τα άμφια κα τα ιερά των νέων μακεδονομάχων.
Ξέρουμε άλλωστε πως οι εθνικιστικές εκτροπές δεν ξεκινούν πάντα από τους πωρωμένους και συνειδητούς εκφραστές του ελληνοκεντρισμού, ούτε από μια κραυγαλέα και ορατή Ακροδεξιά. Αυτή μπορεί, πράγματι, να είναι πολιτικά μειοψηφία και ξέρει να χειρίζεται απλώς τους επικοινωνιακούς θορύβους γύρω από το εκάστοτε εθνικό θέμα. Δανείζει όμως τη γλώσσα της και σε άλλους, και κυρίως μετατοπίζει τη δημόσια ζωή στα δικά της πεδία.
Νομίζω πως σε περιστάσεις όπως η σημερινή η κριτική σε γνώμες που εμφανίζονται πλειοψηφικές γίνεται ακόμα πιο επείγουσα, πολιτικά απαραίτητη. Χωρίς την αλαζονεία ενός δικαστή ορθού Λόγου και χωρίς εστέτ ψόγο στις «άκομψες» αλήθειες των άλλων. Εχοντας, παρ’ όλα αυτά, επίγνωση πως τούτη η νέα αγανάκτηση, που ψάχνει να βρει τους προδότες και τους εχθρούς της, μας πάει πίσω. Οχι στο 1992, αλλά πίσω από τις προτεραιότητες και τις ανάγκες της χώρας, που παραζαλισμένη από διαψεύσεις ψάχνει το νέο στίγμα της.
Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ