Ντόναλντ Τραμπ: «Ο Κάρολος συμφωνεί ότι το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικά όπλα»

Πώς ο βρετανός μονάρχης υπέστη «Τραμπσπλέινινγκ» - Το ετερόγλωσσο «μπρόμανς» - Γιατί απουσίασαν τα Φόκλαντ από τη δημόσια συζήτηση - Μενού και στιλιστικές επιλογές έδειξαν προς αρμονία και συντήρηση

Ντόναλντ Τραμπ: «Ο Κάρολος συμφωνεί ότι το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικά όπλα»

Στο επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο, ο βασιλιάς Κάρολος υπέστη «Τραμπσπλέινινγκ», καθώς, μεταξύ πολλών εγκωμίων, ο αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ο βρετανός μονάρχης συμφωνεί μαζί του ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. «Trumpsplaining» είναι λεξιπλασία που σημαίνει τη  συνήθεια του Τραμπ να βάζει λόγια στο στόμα των συνομιλητών του, εξηγώντας (explaining) ρητά ό,τι αυτοί θα προτιμούσαν να καλύπτεται υπό την αχλή των υπονοουμένων (όπως «mansplaining» ή «ανδρεξήγηση» είναι η τάση των ανδρών να εξηγούν αναλυτικά ό,τι οι γυναίκες εκφράζουν με αινιγματική αμφισημία). Μια εναλλακτική σημασία του «Trumpsplaining» αφορά στη συνήθεια βαθυστόχαστων αναλυτών (Trumpsplainers) να ανακαλύπτουν μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό πίσω από παλινωδίες του Ντόναλντ Τραμπ που οι πιο καχύποπτοι αποδίδουν απλώς στη διάθεση της στιγμής.

«Άγγλοι και Αμερικανοί έχουμε τα πάντα κοινά εκτός από τη γλώσσα»

Εν προκειμένω, η δήλωση Τραμπ περί των γεωπολιτικών απόψεων του Καρόλου προκάλεσε αμηχανία, καθώς δε θεωρείται ως θεσμικώς σωστό ο Βρετανός μονάρχης να εκφράζει πολιτικές απόψεις με ανεπτυγμένο περιεχόμενο, οι οποίες μάλιστα να διαφωνούν με αυτές της βρετανικής κυβέρνησης. Η όποια δυσκολία διασκεδάστηκε από το αγγλικό χιούμορ του Καρόλου που έκανε μια σειρά αστεϊσμούς, ενίοτε σατιρίζοντας με τόλμη το έθνος των οικοδεσποτών. Απαντώντας σε πρότερη της επίσκεψης ατάκα του Τραμπ ότι «αν δεν ήταν οι ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες θα μιλούσαν γερμανικά», ο Κάρολος επέστρεψε το αστείο: «Αν δεν ήμασταν εμείς, θα μιλούσατε γαλλικά». Το αμεσότερο διακύβευμα ήταν, βεβαίως, αν ο Τραμπ θα ανάγκαζε τον Κάρολο να μιλήσει τα «τραμπέζικα» ή αν, αντιθέτως, ο Κάρολος θα διατηρούσε ή και θα επέβαλε τη δική του γλώσσα στη συνάντηση.

Στο ζήτημα αυτό είχε αναφερθεί υπαινικτικά πλην εμφατικά ο βρετανός μονάρχης κατά την προηγούμενη ομιλία του στο Κογκρέσο, όταν παρέπεμψε σε αφορισμό του Όσκαρ Γουάιλντ: «Οι Άγγλοι μοιραζόμαστε τα πάντα με τους Αμερικανούς σήμερα, εκτός ίσως από τη γλώσσα». Το μήνυμα του Καρόλου ήταν σαφές: Αξίες και βαθέα συμφέροντα είναι κοινά, ακόμη κι όταν διαφέρει όχι μόνο η προφορά στην αμερικανική εκδοχή της αγγλικής, αλλά κυρίως η γλώσσα ως ύφος και ήθος μεταξύ Άγγλων και Αμερικανών πολιτικών ηγετών.

Το «bromance» μεταξύ Καρόλου και Τραμπ παρά την κριτική

Το αποτέλεσμα εν προκειμένω ήταν μάλλον ένα «τα ετερόγλωσσα έλκονται», καθώς η οικειότητα μεταξύ των δύο ανδρών, παρά τις διαφορές νοοτροπίας και θυμικού, έκανε πολλούς να μιλάνε για αμερικανοβρετανικό «bromance», ήτοι ρομάντσο μεταξύ ανδρών (bros), σε πλήρη αντίθεση με την κακή χημεία μεταξύ του Τραμπ και του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, ιδίως μετά τη μη συνδρομή του τελευταίου στον πόλεμο κατά του Ιράν. Αν ο Τραμπ θέλγεται από έναν μοναρχικό πολιτισμό που δεν μπορεί να αγοράσει, ο Κάρολος έχει πολλούς λόγους να κολακεύεται από τη γεωπολιτική αναβάθμιση του ρόλου του, ο οποίος ισορροπεί με τη συνέπεια και τη σπουδαιότητά του τις παλινωδίες του Αμερικανού Προέδρου.

Κι όμως, ο Κάρολος είχε προβεί σε μια σειρά εμμέσων κριτικών παρατηρήσεων κατά την ομιλία του στο Κογκρέσο. Είχε τονίσει την ανάγκη ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας μέσω της δημοκρατικής διάκρισης των εξουσιών, τη σημασία του ΝΑΤΟ έναντι γεωπολιτικών προκλήσεων, όπως αυτή του πολέμου στην Ουκρανία, την αξία της ποικιλομορφίας για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Παρόλο που δεν αναφέρθηκε ρητά το όνομα κανενός ηγέτη, πολλοί διέκριναν εύγλωττους υπαινιγμούς αντιστοίχως για την προσωποπαγή βολονταριστική διακυβέρνηση Τραμπ, για την παραθεώρηση του ΝΑΤΟ εν μέσω «εγκαρδίων συνεννοήσεων» με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και για την αντιμεταναστευτική πολιτική του ICE. Πολλοί σχολιαστές παρατήρησαν επίσης την ειρωνεία ότι η διακομματική πολιτική ενοποίηση των Αμερικανών (με όρθιο χειροκρότημα προς τον Κάρολο από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς από κοινού), καθώς και τα μαθήματα δημοκρατίας προήλθαν από έναν Βρετανό μονάρχη απόγονο αυτού από τον οποίο 250 χρόνια πριν οι ΗΠΑ είχαν διεκδικήσει τη δημοκρατική ανεξαρτησία τους.

Στο όνομα της μητρός

Ο βασιλέας Κάρολος είχε, εξάλλου, να επιλύσει τους λογαριασμούς με τη μητέρα του βασίλισσα Ελισάβετ, η οποία είχε προβεί σε μια σειρά αποφασιστικών επισκέψεων στον Λευκό Οίκο, με πιο σημαντικές αυτές του 1957 μετά την κρίση του Σουέζ και του 1991 μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου. Επέλεξε να «πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα», αναφερόμενος ευθύς εξαρχής στο ζήτημα και αποτρέποντας άλλους από το να κάνουν τις συγκρίσεις εις βάρος του, με τη δήλωση: «Όταν η μητέρα μου έκανε την επίσκεψη του 1957, ένα από τα όχι ασήμαντα καθήκοντά της ήταν να βοηθήσει να ξαναμπεί το επίθετο “ειδική” μπροστά από το ουσιαστικό “σχέση” μετά την κρίση στη συνεργασία μας λόγω του μεσανατολικού. Εβδομήντα χρόνια μετά είναι δύσκολο να φανταστούμε να συμβαίνει κάτι αντίστοιχο».

Ο Κάρολος εννοούσε σε ένα πρώτο επίπεδο ότι η ειδική σχέση ΗΠΑ- Ηνωμένου Βασιλείου είναι από καιρό εμπεδωμένη και αυτονόητη. Ωστόσο, στην αναφορά λάνθανε η υπόμνηση ότι ο πραγματικός σκοπός της επίσκεψής του ήταν η επιβεβαίωση αυτής της δοκιμασμένης ειδικής σχέσης λόγω της κρίσης αυτή τη φορά στα στενά του Ορμούζ αντί του Σουέζ κατά τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου αντί για τον Πρώτο. Με έμφαση πάντως ο Κάρολος χαρακτήρισε τις αμερικανοβρετανικές σχέσεις ως «αναντικατάστατες και αρραγείς». Το πνεύμα του λόγου του αποδίδεται στις χαρακτηριστικές δηλώσεις: «Από τις πικρές διαιρέσεις προ 250 ετών, σμιλεύσαμε μια φιλία η οποία έχει εξελιχθεί σε μια από τις πλέον επιδραστικές συμμαχίες στην ανθρώπινη ιστορία. […] Βρισκόμαστε πλέον σε μια νέα εποχή […] σε καιρούς πιο ασταθείς και επικίνδυνους […] Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι υπερβολικά μεγάλες, ώστε να μπορεί να τις αντιμετωπίσει ένα έθνος μόνο του. Σε αυτό το απρόβλεπτο περιβάλλον η συμμαχία μας δεν μπορεί να επαναπαύεται στα επιτεύγματα του παρελθόντος ή να υποθέτει ότι οι θεμελιώδεις αρχές μας επαρκούν από μόνες τους».

Γιατί τα Φόκλαντ έλαμψαν διά της απουσίας τους

Ένα θέμα που έλαμψε διά της απουσίας του, στις δημόσιες τουλάχιστον παρεμβάσεις, ήταν το πρόβλημα που προέκυψε πρόσφατα στις αμερικανοβρετανικές σχέσεις ως προς την κυριότητα των νήσων Φόκλαντ. Μία πρόταση, η οποία φέρεται να περιεχόταν σε εσωτερικό έγγραφο του Πενταγώνου, έκανε λόγο για απόσυρση της αμερικανικής υποστήριξης στην υπόθεση της κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου επί των νήσων Φόκλαντ, για τα οποία είχε διεξαχθεί πόλεμος με την Αργεντινή το 1982, ως οιονεί τιμωρία της κυβέρνησης Στάρμερ για τη μη επαρκή υποστήριξη προς τις ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν. Η πάγια θέση των ΗΠΑ τα τελευταία έτη είναι ότι αναγνωρίζει τη ντε φάκτο διοίκηση του Ηνωμένου Βασιλείου επί των νήσων Φόλκλαντ, αλλά θεωρεί το ζήτημα ως διμερές μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Αργεντινής, αποφεύγοντας να λάβει ξεκάθαρη θέση επί της κυριότητας. Η θέση της Αργεντινής είναι ότι κληρονόμησε τις «Μαλβίνες» νήσους (Islas Malvinas), δηλαδή τις ίδιες νήσους που οι Άγγλοι αποκαλούν «Φόκλαντ», από την Ισπανία κατά την ανεξαρτησία της. Οι ΗΠΑ, αν και δεν έλαβαν επισήμως θέση περί της κυριότητας, αφενός παρείχαν έμμεση στρατιωτική βοήθεια το 1982 στο Ηνωμένο Βασίλειο στον πόλεμο των Φόκλαντ με την Αργεντινή, κυρίως μέσω πληροφοριών. Kαι, αφετέρου, βοηθούν διπλωματικώς στο να εμποδίζονται αποφάσεις υπέρ της Αργεντινής στον ΟΗΕ.

Οι νήσοι Φόκλαντ θεωρούνται από τα Ηνωμένα Έθνη ως μη αυτοκυβερνώμενη επικράτεια, ενώ η συνθήκη τους συζητείται από την «Ειδική Επιτροπή για την Αποαποικιοποίηση». Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει παροτρυνθεί να εκκινήσει διαπραγματεύσεις με την Αργεντινή, αλλά το ίδιο επικαλείται το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των κατοίκων του. Οπωσδήποτε, μια αλλαγή της θέσης των ΗΠΑ θα έφερνε το Ηνωμένο Βασίλειο σε δύσκολη θέση.

Το ζήτημα των Φόκλαντ δεν εμφανίστηκε στις δημόσιες συζητήσεις κατά την επίσκεψη του Καρόλου για πλειάδα διαφορετικών λόγων. Το Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμούσε να προβάλει μια εικόνα επιδιόρθωσης των αμερικανοβρετανικών σχέσεων μετά τη διαφωνία για το Ιράν και την απόσταση στη στάση για την Ουκρανία και δεν έπρεπε να τεθεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Ο Κάρολος ως βασιλέας δεν μπορούσε να λάβει δημοσίως θέση για σημαντικό γεωπολιτικό ζήτημα ερήμην της κυβέρνησης. Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την άλλη, διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τον Πρόεδρο της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι, τον οποίο θεωρεί ως κομβικό σύμμαχο στη Λατινική Αμερική, και δεν ήθελε να υποβαθμίσει τη συνεργασία του με καμία από τις δύο αντιβαλλόμενες χώρες, ιδιαιτέρως σε μια περίοδο όπου ο Αργεντινός πρόεδρος έχει σκληρύνει τη στάση του.

Βεβαίως, ο Κάρολος και ο Ντόναλντ Τραμπ είχαν την ευκαιρία για εκτενείς κατ’ ιδίαν συζητήσεις, όπου είναι πιθανόν να συζήτησαν πιο ρητά κάποιες από τις διαφορές στις αμερικανοβρετανικές σχέσεις. Στη συγκεκριμένη επίσκεψη οι ουσιαστικές συζητήσεις κρατήθηκαν στη σφαίρα του ιδιωτικού. Από την αγγλική πλευρά, αυτό συνέβη και επειδή ο Τραμπ έχει κάνει στο παρελθόν προσβλητικές δημόσιες δηλώσεις για Ευρωπαίους ηγέτες με τους οποίες είχε διαφωνίες σε γεωπολιτικά ζητήματα. Βεβαίως, θα απέφευγε οπωσδήποτε μια παρόμοια στάση προς έναν μονάρχη με τον οποίο διατηρεί θερμή προσωπική σχέση. Όμως, από την άλλη, ήταν σκόπιμο να μην επισκιαστεί ο ουδέτερος πολιτικώς θεσμικός ρόλος του Βρετανού μονάρχη από μια δυνητικά ανεξέλεγκτη λογορροή του αμερικανού προέδρου με το ασταθές θυμικό, οσοδήποτε φιλική και αν ήταν αυτή. Ένα «τραμπσπλέινινγκ». που για το Ιράν ήταν ανεκτό, για τα Φόκλαντ θα ήταν καταστροφή.

Η διπλωματία του χιούμορ

Η προσωπική δύναμη του Καρόλου είναι, άλλωστε, το βρετανικό χιούμορ του. Αυτό επιστράτευσε και για να σχολιάσει τις διαβόητες αλλαγές που επέφερε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο, για να δημιουργήσει μια αίθουσα χορού. «Δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω τις προσαρμογές που έχετε κάνει στην Ανατολική Πτέρυγα, κύριε Πρόεδρε. […] Εμείς οι Βρετανοί ασφαλώς είχαμε κάνει μια τελευταία μικρή προσπάθεια ρίαλ εστέιτ αναδιαμόρφωσης στον Λευκό Οίκο το 1814». Η παιγνιώδης αναφορά ήταν στην πυρκαγιά που είχαν προκαλέσει τα βρετανικά στρατεύματα στον Λευκό Οίκο κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1812.

Τι μηνύματα έστειλε το μενού του επίσημου δείπνου

Το μενού στον Λευκό Οίκο μετά την ομιλία του Καρόλου στο Κογκρέσο έδειχνε μια προτίμηση στη γαλλική κουζίνα, όντας αρκετά παραδοσιακό με ορισμένες πρωτότυπες πινελιές, ενώ συνοδευόταν από αμερικανικά κρασιά. Η επιλογή της γαλλικής κουζίνας, -και όχι της αγγλικής, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί, για να τιμηθεί η χώρα του βασιλικού ζεύγους-, οφείλεται σε μια επιδίωξη συνέχειας με το μενού στις επισκέψεις της βασίλισσας Ελισάβετ, οι οποίες είχαν χαρακτηριστεί ως ιδιαιτέρως επιτυχημένες. Ο Λευκός Οίκος εξέπεμψε ένα μήνυμα κανονικότητας και συντήρησης με το μενού, καθώς η επίσκεψη του Καρόλου αποσκοπούσε στο να απαλύνει τα τραύματα στις αμερικανοβρετανικές σχέσεις. Στο πρώτο πιάτο είχε την τιμητική της η σος βελουτέ (sauce veloutée), η «βελούδινη» σος που συγκαταλέγεται στις λεγόμενες «μητρικές σάλτσες» της γαλλικής κουζίνας, οι οποίες καταγράφηκαν από τον σεφ Ωγκύστ Εσκοφιέ στις αρχές του 20ου αιώνα. Τo κυρίως πιάτο ήταν φιλέτο γλώσσας με βούτυρο και λεμόνι (Sole Meunière), μια τυπική γαλλική «ολντ-σκουλιά». Εκτός από τις γαλλικές επιλογές υπήρχαν στο δεύτερο πιάτο και ιταλικά τυριά, ρικότα και παρμεζάνα, που συνόδευσαν τα ραβιόλι. Τα επιδόρπια από την άλλη ανήκαν όλα αστασιάστως στη γαλλική παράδοση. Μπορεί οι Αμερικανοί να μη μιλάνε γαλλικά, όπως τόνισε στην ομιλία του ο Κάρολος, τρώνε, όμως, γαλλικά, τουλάχιστον κατά τα επίσημα δείπνα που επιθυμούν να δώσουν μία αίσθηση συνέπειας και συνέχειας. Το μέλι που προσφέρθηκε κατά τη διάρκεια του δείπνου προήλθε από τις κυψέλες του Λευκού Οίκου, στις οποίες είχε ξεναγηθεί προηγουμένως το βασιλικό ζεύγος. Ο Κάρολος και η Καμίλλα δείχνουν ενδιαφέρον στη μελισσοκομία, μεταξύ άλλων στοιχείων του οικολογικού τους προφίλ, και τα μελίσσια του Λευκού Οίκου υπήρξαν ένα προσφιλές θέμα συζήτησης στο περιθώριο της διπλωματίας.

Τα μηνύματα από τις ενδυματολογικές προτιμήσεις

Η αρμονία αποτέλεσε στιλιστική επιλογή και στην ένδυση των δύο ζευγών με αποτέλεσμα τη δημιουργία tableaux-vivants θελκτικών στην όραση. Η βασίλισσα Καμίλλα και η Μελάνια φορούσαν ενδύματα σε συμπληρωματικές αποχρώσεις του ροζ. Η βασίλισσα Καμίλλα επέλεξε ένα βραδινό φόρεμα σε απόχρωση «ματζέντα» του οίκου Fiona Clare, συνδυασμένο με περιδέραιο από αμέθυστο και διαμάντια, που ανήκε στις βασίλισσες Βικτωρία και Μαρία. H Μελάνια Τραμπ διάλεξε μια δημιουργία του οίκου Dior σε απόχρωση ροζ μπαλαρίνας, συνδυασμένη με λευκά σουέτ γάντια. Κατά την επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους στην Ουάσινγκτον, η βασίλισσα Καμίλλα και η πρώτη κυρία Μελάνια Τραμπ υπήρξαν και πάλι συμπληρωματικές με ενδύματα σε  αποχρώσεις του λευκού. Η βασίλισσα φορούσε μια δημιουργία Fiona Clare σε φιστικί απόχρωση (pistachio). Η Μελάνια φορούσε μια δημιουργία Ralph Lauren και το εμβληματικό της καπέλο με ίσο επίπεδο γείσο (boater hat), με το οποίο έχει καθιερώσει πλέον μια ειδική σχέση αναντικατάστατη και αρραγή όπως αυτή που απολαμβάνουν, κατά τον Κάρολο, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version