Ιράν: Πώς η Μοσάντ μετέτρεψε το καθεστώς σε «ανοιχτό βιβλίο»

Το δόγμα των κατασκόπων της Μοσάντ, μια κληρονομιά υπομονής, στρατηγικής αλλά και αμφιλεγόμενων πρακτικών, κατάφερε να διαβρώσει το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, το κατέστησε ευάλωτο και, όπως τα πρόσφατα γεγονότα μαρτυρούν, το άφησε διαμπερές και εκτεθειμένο.

Ιράν: Πώς η Μοσάντ μετέτρεψε το καθεστώς σε «ανοιχτό βιβλίο»

Στην τηλεοπτική σειρά «Τεχεράνη» του Apple TV+ η Ταμάρ Ραμπινιάν, μια χάκερ της Μοσάντ με ιρανικές ρίζες, όχι απλά διεισδύει στο μαλακό υπογάστριο του εχθρού, αλλά καταφέρνει να βρεθεί ακριβώς εκεί όπου χτυπά η καρδιά του καθεστώτος των Φρουρών της Επανάστασης.

Για τους τηλεθεατές η σειρά που κατάφερε να κάνει τις αθηναϊκές γειτονιές πιστό αντίγραφο της Τεχεράνης είναι ένα αγωνιώδες κατασκοπευτικό θρίλερ. Και μάλιστα από εκείνα που «καταβροχθίζει» κανείς βουλιμικά σε ένα σαββατοκύριακο.

«Τεχεράνη», Apple TV+

Όμως για την ιρανική ηγεσία – ή τέλος πάντων για ό,τι έχει απομείνει από αυτήν – η τηλεοπτική «Τεχεράνη» είναι μια διαρκής υπενθύμιση της ταπείνωσής της. Αφού, όπως αποδεικνύεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο και από τα νωπά ακόμα γεγονότα του σαββατοκύριακου, η πραγματικότητα έχει προ πολλού υπερβεί τη μυθοπλασία.

Το Ιράν έπεσε από μέσα

Η διείσδυση της ισραηλινής κατασκοπείας στο Ιράν – συχνά με μέσα ηθικά αμφιλεγόμενα – δεν είναι πλέον ευφάνταστο σενάριο ή θεωρία συνωμοσίας.

Αλλά μια πικρή για το ιρανικό καθεστώς πραγματικότητα. Η ιρανική θεοκρατία ίσως δεν είναι όσο περίκλειστη πιστεύουμε ή φανταζόμαστε.

Τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν πως έχει αλωθεί προ πολλού από το δούρειο ίππο της ισραηλινής κατασκοπείας, η οποία μάλιστα δεν κινείται σε ημιφωτισμένα μονοπάτια, ούτε ξεγλιστρά από κερκόπορτες, αλλά μπαινοβγαίνει στην Τεχεράνη με τα δικά της δεύτερα κλειδιά.

«The Spy», Netflix

Πριν από την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ που κυνικά θα παρατηρούσε κανείς πως μ’ ένα σμπάρο έπιασε πολλά τρυγόνια της ανώτατης διοίκησης του Ιράν, η πιο εκκωφαντική απόδειξη της κυριαρχίας της Μοσάντ ήταν η μεγάλη ληστεία του Ιανουαρίου του 2018.

Τότε μέσα σε 6 ώρες και 29 λεπτά, πράκτορες της Μοσάντ διέρρηξαν 32 χρηματοκιβώτια στην Τεχεράνη και απέσπασαν μισό τόνο απόρρητου υλικού — ή σε απλά ελληνικά το πλήρες πυρηνικό αρχείο του Ιράν.

Το ανήκουστο έως τότε περιστατικό ακολούθησε μια συστηματική εκστρατεία ακρωτηριασμού ανθρώπων που εμπλέκονταν στο πυρηνικό πρόγραμμα με αποκορύφωμα την εξόντωση του «πατέρα» του προγράμματος, Μοχσέν Φαχριζαντέχ  με τη χρήση ενός τηλεμεταχειριζόμενου όπλου που χρησιμοποιούσε τεχνητή νοημοσύνη το 2020.

Ιράν: «Παιδί» της CIA και της Μοσάντ

Είναι τουλάχιστον ειρωνικό το γεγονός ότι η καταφανώς άριστη δικτύωση της Μοσάντ στο έδαφος και τους ανθρώπους του Ιράν είναι δομημένη στα θεμέλια μιας παλιάς και ξεχασμένης από τους περισσότερους φιλίας. Εκείνης μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν που άκμαζε πριν από την Ισλαμική Επανάσταση.

Η SAVAK, η διαβόητη ιρανική μυστική υπηρεσία που λειτουργούσε ως εργαλείο καταπίεσης του σάχη Μοχάμεντ Παχλαβί, χτίστηκε και εκπαιδεύτηκε από Ισραηλινούς και Αμερικανούς πράκτορες, οι οποίοι έμαθαν κάθε γωνιά της Τεχεράνης και αποκωδικοποίησαν τη νοοτροπία της ελίτ της.

Πολλοί βάσει της απογύμνωσης του Ιράν τα τελευταία χρόνια εικάζουν εύλογα πως εκείνο το δίκτυο δε χάθηκε ποτέ. Μπήκε απλώς σε χειμερία νάρκη.

Δεκαετία του ’70. Ο σάχης του Ιράν με τους επικεφαλής του απόλυτου οργάνου του, της SAVAK

Η Τεχεράνη φαίνεται πως στοιχειώνεται από «φαντάσματα» των Ισραηλινών, από πράκτορες που έχουν παρεισφρήσει στο καθεστώς και αλωνίζουν ανενόχλητοι, στέλνοντας ακόμα και φωτογραφίες του νεκρού Χαμενεΐ στον Νετανιάχου και τον Τραμπ.

Και βέβαια σπέρνοντας το σπόρο της αμφιβολίας ανάμεσα στους επιζώντες αξιωματούχους της χώρας. Ποιος άραγε μπορεί να εμπιστευτεί τον διπλανό του σε ένα καθεστώς τόσο διάτρητο από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες;

Η σημερινή επιχειρησιακή υπεροχή της Μοσάντ στην Τεχεράνη δεν αποτελεί προϊόν μιας ξαφνικής τεχνολογικής έκρηξης, αλλά την ωρίμανση μιας «σχολής» που διδάχθηκε μέσα από την αυτοθυσία, την αποπλάνηση, την υπομονή, ενίοτε τις αμφιλεγόμενες μεθόδους, τις παταγώδεις αστοχίες και την απόλυτη ταύτιση με τον εχθρό.

Οι ιστορίες έξι θρυλικών Ισραηλινών κατασκόπων είναι η πιο απτή εξήγηση του τρόπου που η Μοσάντ όχι μόνο χειρίζεται, αλλά μπορεί να χειραγωγεί το ιρανικό καθεστώς.

Έλι Κόεν: Ο καμικάζι της Δαμασκού

Ο Έλι Κόεν θεωρείται από πολλούς πατέρας της μεθοδολογίας που ακολουθεί η σύγχρονη κατασκοπεία. Δικαίως, αφού κατάφερε να εγκατασταθεί στο υποσυνείδητο του συριακού καθεστώτος τη δεκαετία του ‘60. Και μάλιστα χρησιμοποιώντας τα παλιά, καλά αναλογικά μέσα.

Υιοθετώντας την ταυτότητα του εύπορου επιχειρηματία Καμίλ Τααμπέτ, ο Κόεν ακολούθησε μια διαδρομή από το Μπουένος Άιρες έως τη Δαμασκό, έχοντας κατανοήσει ότι για να φτάσεις στο κέντρο της εξουσίας, πρέπει να γίνεις ο άνθρωπος που δεν προκαλεί ποτέ υποψία, αλλά αποτελεί απαραίτητο «αξεσουάρ» της ελίτ.

Το διαμέρισμά του στη Δαμασκό, απέναντι από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, δεν ήταν μια κρυψώνα, αλλά ένα κέντρο VIP κοινωνικών συναναστροφών, όπου το αλκοόλ και η «πατριωτική» ρητορική ξεκλείδωναν τα πιο απόρρητα μυστικά των Σύρων αξιωματικών.

Η επιμονή του να φυτευτούν ευκάλυπτοι πάνω από τα κρυφά πολυβολεία στα Υψίπεδα του Γκολάν —προφασιζόμενος την ανάγκη σκιάς για τους στρατιώτες— παραμένει το κορυφαίο παράδειγμα «χειρουργικής» παρέμβασης στο πεδίο: μια μικρή, φαινομενικά αθώα κίνηση που μετατράπηκε σε στρατηγικό πλεονέκτημα κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών.

Σήμερα, στην Τεχεράνη, η Μοσάντ μοιάζει να εφαρμόζει το «μοντέλο Κόεν» με απόλυτη προσήλωση: οι πράκτορες της υπηρεσίας δεν «εισβάλλουν». Διεισδύουν κοινωνικά σε τέτοιο βάθος, που γίνονται οι ίδιοι οι έμπιστοι εξ απορρήτων σύμβουλοι των στόχων τους, καθοδηγώντας τις αποφάσεις τους χωρίς εκείνοι να αντιλαμβάνονται ποτέ ποιος κρατά τα ηνία.

Η ιστορία και το απολύτως τραγικό τέλος του Κόεν που έφτασε στο παρά ένα να αναλάβει υπουργικό χαρτοφυλάκιο στο συριακό καθεστώς και εκτελέστηκε σε δημόσια θέα έχουν καταγραφεί στη σειρά «The Spy» με τον Σάσα Μπάρον Κόεν να υποδύεται αριστοτεχνικά τον αιγυπτιακής καταγωγής Εβραίο κατάσκοπο.

Βόλφανγκ Λοτζ: Ο κατάσκοπος της σαμπάνιας

Ο γεννημένος στο Μανχάιμ της Γερμανίας Βόλφανγκ Λοτζ έγινε η απόδειξη ότι η καλύτερη και η πιο αποτελεσματική κρυψώνα βρίσκεται πολύ συχνά σε κοινή θέα.

Με την άψογη γερμανική του εμφάνιση και το υπόβαθρο που τον εμφάνιζε ως πρώην αξιωματικό της Βέρμαχτ, ο Λοτζ στάλθηκε τη δεκαετία του ‘60 στο Κάιρο του Νάσερ, επιλέγοντας να μην κρυφτεί στις σκιές, αλλά να ζήσει μια ζωή γεμάτη χλιδή, κοσμικότητα και υψηλές γνωριμίες.

Ανοίγοντας ως κάλυψη μια σχολή ιππασίας, κατέστησε τον εαυτό του πόλο έλξης για την αιγυπτιακή στρατιωτική ελίτ και τους Γερμανούς επιστήμονες που εργάζονταν για το πυραυλικό πρόγραμμα της Αιγύπτου. Στις δεξιώσεις του, όπου η σαμπάνια έρεε άφθονη, ο Λοτζ καλλιεργούσε την αίσθηση του «ανήκειν» στους στόχους του, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι ο «Ναζί» επιχειρηματίας ήταν ο μόνος έμπιστος σύμμαχός τους.

Ο Λοτζ συνελήφθη το 1965 από τους Αιγύπτιους, όταν εντόπισαν έναν ραδιοπομπό κρυμμένο στη ζυγαριά του μπάνιου του. Προηγουμένως όμως είχε προλάβει να παράσχει νευραλγικής σημασίας πληροφορίες στη Μοσάντ, οι οποίες αξιοποιήθηκαν κατόπιν στον Πόλεμο των Έξι Ημερών. Η μέθοδος που σχεδόν τελειοποίησε ο Ισραηλινός πράκτορας θα μπορούσε να μοιάζει ξεπερασμένη σήμερα.

Ωστόσο λέγεται πως οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το ναρκισσισμό και την επιθυμία για αναγνώριση προσφέροντας σε ιρανικούς στόχους τους μια ζωή που το θεοκρατικό καθεστώς τους στερεί —την πολυτέλεια, την ελευθερία, την αναγνώριση— και παίρνοντας ως αντάλλαγμα πληροφορίες.

Καμιά φορά η ικανοποίηση μύχιων, ανεκπλήρωτων επιθυμιών είναι πιο δυνατή ακόμα κι από την ίδια την απειλή.

Σίλβια Ραφαέλ: Εκδίκηση με κομψότητα

Ναι, ακόμα και η κατασκοπεία ήταν ανέκαθεν ένας κόσμος ανδροκρατούμενος και πατριαρχικός. Όμως η Σίλβια Ραφαέλ κατάφερε να εργαλειοποιήσει με τον πιο αποδοτικό τρόπο τη γυναικεία της φύση.

Γεννημένη στη Νότια Αφρική, με μια έμφυτη και απροσποίητη κομψότητα που της επέτρεπε να κινείται σε κάθε περιβάλλον, η Ραφαέλ χρησιμοποίησε την ταυτότητα της Καναδής φωτορεπόρτερ για να διεισδύσει σε στρατόπεδα προσφύγων και σε αραβικές πρωτεύουσες, χαρτογραφώντας τα ίχνη και τις κινήσεις των τρομοκρατών του Μαύρου Σεπτέμβρη του ‘72.

Πολλοί τη θεωρούν ως την κινητήρια δύναμη της περίφημης επιχείρησης Οργή του Θεού για τον εντοπισμό των τρομοκρατών που αιματοκύλησαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου. Το τέλος της κατασκοπικής δράσης της ήταν βεβαίως δυσανάλογο των ανδραγαθημάτων που πέτυχε για τη Μοσάντ.

Η Ραφαέλ πρωταγωνίστησε στην υπόθεση Λιλεχάμερ δολοφονώντας τον Ιούλιο του ‘73 στη Νορβηγία έναν αθώο Μαροκινό σερβιτόρο, τον οποίο οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ μπέρδεψαν με τον επικεφαλής του Μαύρου Σεπτέμβρη. Η πράκτορας δικάστηκε και καταδικάστηκε από τη νορβηγική δικαιοσύνη, αλλά αφέθηκε ελεύθερη μετά από 15 μήνες φυλάκισης.

Η ικανότητά της να κινείται ανενόχλητη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι οι εχθροί της συχνά υποτιμούσαν την απειλή που αντιπροσώπευε μια γυναίκα, παραμένει έως και σήμερα δρομοδείκτης για τις επιγόνους της στη Μοσάντ.

Στο εξαιρετικά πατριαρχικό περιβάλλον της Τεχεράνης, οι γυναίκες πράκτορες της υπηρεσίας αξιοποιούν τον κοινωνικό συντηρητισμό του καθεστώτος ως καμουφλάζ.

Ενώ οι Φρουροί της Επανάστασης εστιάζουν στους άνδρες «συμμάχους» ή ξένους, οι γυναίκες κατάσκοποι διεισδύουν στους κοινωνικούς ιστούς, συλλέγουν δεδομένα και διαβρώνουν τη δομή του καθεστώτος παραμένοντας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αόρατες κάτω από τα ραντάρ της θρησκευτικής αστυνομίας.

Σέριλ Μπέντοφ: Μια ερωτευμένη Αμερικανίδα τουρίστρια

Η Τσέριλ Μπέντοφ που καταγράφηκε στα κατασκοπικά χρονικά ως Σίντι ήταν εκείνη που κατέδειξε με τον πιο βιωματικό τρόπο πως η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή μπορεί να είναι καμιά φορά ισχυρότερη και από σφαίρα.

Η Μπέντοφ που σήμερα ζει στις ΗΠΑ και φέρεται να ασχολείται με το real-estate εκτέλεσε μια επιχείρηση που στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 ήταν ζήτημα γοήτρου για τη Μοσάντ.

Θήραμα της πράκτορα ήταν ο Μορντεχάι Βανούνου, ένας πρώην τεχνικός του πυρηνικού εργοστασίου στη Νεγκέβ, ο οποίος πείστηκε από τη συνείδησή του αλλά και από μια γενναία οικονομική προσφορά των Sunday Times να αποκαλύψει την αλήθεια για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ.

Ο Βανούνου έπειτα από διαδρομή στον κόσμο που έμοιαζε με Οδύσσεια – έφυγε από το Ισραήλ, πέρασε από την Αθήνα, ταξίδεψε στην νοτιοανατολική Ασία και εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία- κατέληξε στο Λονδίνο. Η Μπέντοφ, υποδυόμενη την τουρίστρια και επενδύοντας στη μοναξιά του Βανούνου, τον γοήτευσε και τον έπεισε να ταξιδέψει μαζί της στη Ρώμη για ένα «ρομαντικό σαββατοκύριακο».

Εκεί ο τεχνικός ναρκώθηκε και απήχθη από τη Μοσάντ για να καταλήξει ενώπιον ισραηλινού δικαστηρίου που τον καταδίκασε σε 18 χρόνια φυλάκισης. Η δίκη του κρίθηκε από πολλούς ως μεροληπτική και άδικη.

Σε κάθε περίπτωση η μέθοδος της αποπλάνησης που είναι εγκεκριμένη από τη Μοσάντ εξακολουθεί να εφαρμόζεται και να παράγει αποτελέσματα. Η ανάγκη για σύνδεση και βέβαια η ερωτική επιθυμία εξακολουθούν να γίνονται κλειδιά που ξεκλειδώνουν κωδικούς, τοποθεσίες και εμπιστευτικές πληροφορίες. Στον αληθινό αλλά πλέον και στον ψηφιακό κόσμο.

Πίτερ Μάλκιν: Ο άνθρωπος που έπιασε, αλλά δεν άγγιξε τον Άιχμαν

Ο Πίτερ Μάλκιν δεν ήταν απλώς ένας δεξιοτέχνης των μεταμφιέσεων ή ένας άρτια εκπαιδευμένος πράκτορας. Υπήρξε η ζωντανή απόδειξη ότι κανείς, όσο καλά κι αν κρύβεται, δεν είναι άτρωτος.

Το όνομά του γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην ιστορία των μυστικών υπηρεσιών τον Μάιο του 1960, όταν στο Μπουένος Άιρες πλησίασε τον αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος, Άντολφ Άιχμαν, του είπε «Un momentito, señor» και τον ακινητοποίησε, ξεκινώντας την επιχείρηση μεταφοράς του στο Ισραήλ.

Μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια. Ο Ισραηλινός πράκτορας εκτέλεσε την αποστολή του φορώντας γάντια. Δεν ήθελε το σώμα του να έρθει σε απευθείας επαφή με τον ενορχηστρωτή της θηριωδίας.

Το στοιχείο που έκανε τον Μάλκιν μοναδικό δεν ήταν η σωματική του ρώμη αλλά η λεπτομερής ή καλύτερα εμμονική μελέτη του στόχου.

Παρατηρούσε τον Άιχμαν για εβδομάδες, αποστηθίζοντας κάθε του κίνηση, κάθε του συνήθεια, μέχρι να βρει το ένα, μοιραίο δευτερόλεπτο αδυναμίας. Ήταν η προσωποποίηση της απόλυτης στοχοπροσήλωσης σε εχθρικό έδαφος, χωρίς καμία απολύτως τοπική υποστήριξη.

Στο σημερινό Ιράν, το «δόγμα Μάλκιν» είναι ορατό σε κάθε χειρουργικό χτύπημα της Μοσάντ. Οι πρόσφατες, κινηματογραφικής ακρίβειας δολοφονίες κορυφαίων στελεχών του καθεστώτος μέσα σε καλά φρουρούμενα συγκροτήματα στην καρδιά της Τεχεράνης, μαρτυρούν την ίδια ακριβώς φιλοσοφία.

Μόνο που οι σύγχρονοι «Μάλκιν» δε χρειάζεται καν να λερώσουν τα χέρια τους. Έχουν μελετήσει τις ρουτίνες των Φρουρών της Επανάστασης τόσο εξονυχιστικά, που η εξόντωσή τους μοιάζει λιγότερο με πολεμική πράξη και περισσότερο με μια δύσκολη μεν, επιλύσιμη δε μαθηματική εξίσωση.

Το μήνυμα προς την ιρανική ηγεσία είναι εξίσου παγωμένο με εκείνο που ένιωσε ο Άιχμαν: δεν υπάρχουν ασφαλή καταφύγια.

Μάικλ Ρος: Ο πατέρας της έξυπνης διείσδυσης

Αν οι προηγούμενοι πράκτορες έχτισαν τον μύθο της Μοσάντ, ο Μάικλ Ρος έγινε ένας από τους αρχιτέκτονες της σύγχρονης, μεθοδικής και απολύτως λειτουργικής καθημερινότητάς της.

Ως katsa (αξιωματικός χειρισμού), ο γεννημένος στον Καναδά Ρος, άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού τη δεκαετία του ’90. Δεν ήταν ο κατάσκοπος που επιχειρούσε παράτολμα σάλτα από ταράτσες, αλλά εκείνος που περνούσε ανενόχλητος και ατσαλάκωτος τον έλεγχο διαβατηρίων.

Εκμεταλλευόμενος το δυτικό του προφίλ και το καναδικό του διαβατήριο, ο Ρος λειτουργούσε κάτω από την κάλυψη νόμιμων, διεθνών εμπορικών επιχειρήσεων. Ταξίδευε σε εχθρικά κράτη, στρατολογούσε πληροφοριοδότες και έστηνε δίκτυα logistics που έμοιαζαν με απολύτως φυσιολογικές εταιρείες εισαγωγών-εξαγωγών.

Ήταν ο ορισμός της «έξυπνης διείσδυσης», αποδεικνύοντας πως ο καλύτερος τρόπος να υποκλέψεις τα μυστικά ενός κράτους είναι να υποδυθείς τον επενδυτή που του φέρνει συνάλλαγμα.

Η παρακαταθήκη του Ρος είναι ίσως η πιο οδυνηρή πραγματικότητα για το σύγχρονο Ιράν. Οι ισραηλινές υπηρεσίες δεν βασίζονται πια μόνο σε πράκτορες τύπου «Ράμπο».

Η Τεχεράνη έχει «μολυνθεί» από δίκτυα εταιρειών-βιτρινών, εργολάβων και μεσαζόντων που διευθύνονται από τρίτους, εν αγνοία πολλές φορές ακόμη και των ίδιων των Ιρανών που συνεργάζονται μαζί τους.

Η Μοσάντ έχει μετατρέψει το ίδιο το εμπόριο και την ανάγκη του απομονωμένου Ιράν για δυτική τεχνολογία στον απόλυτο πολιορκητικό κριό, εξαγοράζοντας συνειδήσεις, τοποθετώντας κοριούς σε εξοπλισμούς και διαβρώνοντας το καθεστώς κυριολεκτικά εκ των έσω.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version