Για τον εξωτερικό παρατηρητή, το βρετανικό Στέμμα φαντάζει ως ένα μεγαλοπρεπές, ισχυρό και άτρωτο οικοδόμημα, τα θεμέλια του οποίου κανείς δεν κατάφερε έως σήμερα να κλυδωνίσει. Ένας θεσμός σμιλευμένος στην πέτρα της Ιστορίας και παντρεμένος θαρρείς με την αιωνιότητα.
Όμως η Φίρμα (The Firm), όπως είθισται να περιγράφεται ο πολυδαίδαλος (και συχνά δυσλειτουργικός) οικογενειακός οργανισμός που διαφεντεύει – έστω και τύποις – τη Μεγάλη Βρετανία, έχει βρεθεί πολλές φορές στο χείλος της αβύσσου. Η εμπλοκή του πρίγκιπα Άντριου στην υπόθεση Έπστιν και η σύλληψή του την εβδομάδα που μας πέρασε υπενθυμίζει αν μη τι άλλο στους Ουίνδσορ οικεία κακά.

Κυρίως κάνει πιο επίκαιρη από ποτέ στη σκληρή διαπίστωση πως η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας δεν επιβιώνει ανά τους αιώνες χάρη σε κάποια μεταφυσική εύνοια ή θεϊκή χείρα βοηθείας.
Η χρονική και ιστορική συνέχεια των Ουίνδσορ είναι καρπός ενός σχεδόν πρωτόγονου ενστίκτου αυτοσυντήρησης, που ενεργοποιείται την ύστατη ώρα. Συχνά μάλιστα προσφέροντας ως σπονδή ακόμα και τα ίδια τα μέλη της οικογένειας στο βωμό του πρωτοκόλλου.

Από τις καρατομήσεις του 17ου αιώνα μέχρι την τρικυμία του Megxit, αυτές είναι οι δέκα σημαδιακές ρωγμές στα θεμέλια και το γόητρο της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας, που παρά το βάθος τους δεν κατάφεραν να γκρεμίσουν τη μοναρχία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμα τουλάχιστον.
1649, Κάρολος Α’: Το Στέμμα στο ικρίωμα
Αν αναζητήσει κανείς το απόλυτο, υπαρξιακό σημείο μηδέν του θεσμού, πρέπει να επιστρέψει πίσω στο 1649.
Ο βασιλιάς Κάρολος Α’, ένας μονάρχης ψυχαναγκαστικά προσκολλημένος στην ιδέα της ελέω Θεού βασιλείας ήταν αρκετά αλαζόνας για να πιστεύει πως ο μόνος στον οποίο λογοδοτούσε ήταν ο ίδιος ο Δημιουργός του.

Η άρνησή του να εκχωρήσει μερτικό από την εξουσία βύθισε τη Βρετανία σε έναν αδελφοκτόνο Εμφύλιο Πόλεμο.
Η ήττα και η συντριβή έγιναν τα υλικά για το μεγαλύτερο εφιάλτη του. Ή μάλλον για μια εξέλιξη που ξεπερνούσε σε ζόφο ακόμα και εκείνον. Στις 30 Ιανουαρίου 1649 στο παγωμένο Ουάιτχολ του Λονδίνου ένας εν ενεργεία μονάρχης δικάστηκε για εσχάτη προδοσία.
Καθώς το τσεκούρι του δήμιου έπεφτε, η βρετανική μοναρχία καταργήθηκε εν μια νυκτί και η χώρα μετατράπηκε σε Κοινοπολιτεία υπό τον Όλιβερ Κρόμγουελ.

Η μετέπειτα παλινόρθωση μπορεί να διέσωσε το Στέμμα, αλλά το τραύμα άφησε το σημάδι μιας ουλής: το μακάβριο θέαμα του ακέφαλου Καρόλου αποτέλεσε το αιματηρό συμβόλαιο πάνω στο οποίο δομήθηκε η σύγχρονη συνταγματική μοναρχία.
Ουδείς μονάρχης τόλμησε έκτοτε να αγνοήσει – τουλάχιστον τόσο επιδεικτικά όσο ο Κάρολος Ά- τη βούληση του λαού του.
1689, Γουλιέλμος της Οράγγης: Θρόνος υπό όρους
Αν η εκτέλεση του Καρόλου κατέδειξε με τον πιο ανάγλυφο και εύληπτο τρόπο ότι ακόμα και οι βασιλείς λογοδοτούν (ενίοτε μάλιστα με το ίδιο το αίμα τους), η Ένδοξη Επανάσταση ήρθε να αποδείξει ότι η μοναρχία έχει ελπίδες επιβίωσης μόνο επενδύοντας στην αλλαγή, τη μεταμόρφωση, ακόμα και τη μετάλλαξη.

Το 1688 ο καθολικός Ιάκωβος Β’ εκδιώχθηκε από την Αγγλία και ο θρόνος προσφέρθηκε στον προτεστάντη Γουλιέλμο της Οράγγης και στη Μαρία — όχι ως θεϊκό δικαίωμα, αλλά ως πολιτικό συμβόλαιο. Το Κοινοβούλιο κατέστησε σαφές ότι ο μονάρχης μπορούσε να κυβερνά μόνο με τη συναίνεσή του.
Η επισφράγιση της νέας πραγματικότητας ήρθε έναν χρόνο αργότερα, με τη Χάρτα των Δικαιωμάτων (Bill of Rights) του 1689, το ιστορικό κείμενο που λειτούργησε πρακτικά ως οι «όροι χρήσης» ή, αν θέλετε, το εγχειρίδιο επιβίωσης στο θρόνο.

Για πρώτη φορά η ισχύς του μονάρχη δεν οριζόταν από την ελέω Θεού προέλευση, αλλά περιοριζόταν από τους αμείλικτους κανόνες του γραπτού νόμου.
Ο Γουλιέλμος και η Μαρία δεν έλαβαν απλώς ένα στέμμα, αλλά αναγκάστηκαν να προσυπογράψουν μια αυστηρή λίστα απαγορεύσεων. Δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτες του κράτους αλλά συμφώνησαν να χωρέσουν στο – στενό και άβολο – μανδύα του ενοίκου.
1811, Γεώργιος ΄Γ: Όταν το Στέμμα χάνει τα λογικά του
Στις αρχές του 18ου αιώνα η Μεγάλη Βρετανία βρέθηκε μπροστά σε έναν συνταγματικό γρίφο χωρίς προηγούμενο. Τη ραγδαία διανοητική κατάρρευση του Βασιλιά Γεωργίου Γ’.
Επεισόδια μανίας και σύγχυσης —που σήμερα αποδίδονται από ιστορικούς είτε σε μεταβολική νόσο, είτε σε ψυχιατρική διαταραχή— έθεσαν το ερώτημα: τι συμβαίνει όταν το πρόσωπο που ενσαρκώνει το κράτος αδυνατεί να λειτουργήσει;

Το παλάτι προσπάθησε με νύχια και με δόντια να κρύψει την αλήθεια, όμως οι αναφορές για τον βασιλιά που συνομιλούσε με δέντρα νομίζοντας ότι είναι πρέσβεις διέρρευσαν.
Το 1811, μετά από μια σοβαρή και μη αναστρέψιμη υποτροπή της κατάστασής του, το βρετανικό Κοινοβούλιο ψήφισε την Πράξη Αντιβασιλείας. Με αυτήν, ο μεγαλύτερος γιος του, ο Πρίγκιπας της Ουαλίας, ανέλαβε τα καθήκοντα του μονάρχη ως αντιβασιλέας.

Η κρίση που έλαβε τέλος τυπικά και ουσιαστικά με τον θάνατό του Γεωργίου ΄Γ το 1820 αποκάλυψε ένα άγνωστο έως τότε αλλά τρομακτικό μειονέκτημα της κληρονομικής μοναρχίας: την απόλυτη εξάρτηση ενός έθνους από τη βιολογική και ψυχική υγεία ενός και μόνο ανθρώπου.
1861, Βασίλισσα Βικτωρία: Μια χήρα στο χείλος της Δημοκρατίας
Στη συλλογική μνήμη, η βασίλισσα Βικτωρία έχει αποκρυσταλλωθεί ως η επιτομή και το πρότυπο της μητριάρχη.
Ωστόσο τη δεκαετία του 1860 ήταν η ίδια που παρολίγον να δώσει τη χαριστική βολή στο θεσμό της μοναρχίας. Ο λόγος; Ο θάνατος του συζύγου της, Πρίγκιπα Αλβέρτου το 1861. Ήταν μια μαύρη τρύπα στην οποία η βασίλισσα έμοιαζε να περιδινείται χωρίς επιστροφή.

Η Βικτωρία αποσύρθηκε πλήρως από τη δημόσια ζωή, απομονώθηκε στο κάστρο Ουίνδσορ και αρνιόταν πεισματικά να εκτελέσει τα καθήκοντά της.
«Γιατί πληρώνουμε έναν μονάρχη που δεν βλέπουμε ποτέ;», αναρωτιόταν ο Τύπος της εποχής. Ένα κίνημα αμφισβήτησης του θεσμού ξεκίνησε να σαρώνει τη Βρετανία.
Το Στέμμα βρέθηκε σε οριακό σημείο από την παράλυση της ανθρώπινης θλίψης. Η επιστροφή της στη δημόσια ζωή δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση αλλά προϊόν έντονης πολιτικής πίεσης.

Το μάθημα έγινε αμείλικτο: η μοναρχία είναι, πάνω απ’ όλα, ένα οπτικό υπερθέαμα. Αν η αυλαία πέσει, το κοινό φεύγει. Όχι ήσυχα και τακτοποιημένα. Αλλά με καλπασμό και αφήνιασμα άτακτης φυγής.
1936, Εδουάρδος Η’: Την αυτοκρατορία του για έναν έρωτα
Όμως το πάθημα της βασίλισσας Βικτωρίας δεν αποτέλεσε μάθημα για τον δισέγγονό της, Εδουάρδο Ή. Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα; Γιατί όχι;

Σε κάθε περίπτωση τον 20ο αιώνα ο εχθρός των Ουίνδσορ δεν φορούσε πανοπλία αλλά φορέματα υψηλής ραπτικής. Το 1936, ο Εδουάρδος Η’ βρέθηκε μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα που προκάλεσε θεσμικό ίλιγγο. Έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στον θρόνο και την αγκαλιά της Γουόλις Σίμπσον.
Η επιθυμία του να παντρευτεί μια δις διαζευγμένη Αμερικανίδα ήρθε ως κεραυνός στο συντηρητικό Λονδίνο. Η Εκκλησία και η κυβέρνηση αρνήθηκαν κατηγορηματικά, απειλώντας με παραίτηση και συνταγματικό χάος.

Ο Εδουάρδος επέλεξε την εξορία. Η ραδιοφωνική του ομιλία και η ιστορική αποστροφή του («μου είναι αδύνατον να φέρω το βαρύ φορτίο, χωρίς τη βοήθεια της γυναίκας που αγαπώ») άφησε το έθνος σαστισμένο.
Η κρίση της παραίτησης του 1936, όπως έμεινε γνωστή, αποκάλυψε την τρομακτική ευθραυστότητα του θεσμού απέναντι στα ανθρώπινα πάθη, αποδεικνύοντας πως το Στέμμα δεν καταλαβαίνει, ούτε καταβάλλεται από έρωτες και συναισθήματα.

Επίσης, έγινε η θρυαλλίδα ώστε 16 χρόνια αργότερα στο θρόνο του Ηνωμένου Βασιλείου να ανέλθει η ανιψιά του, βασίλισσα Ελισάβετ ΄Β. Η γυναίκα που θα γινόταν η μακροβιότερη μονάρχης στην ιστορία του θεσμού με θητεία 70 ετών και 214 ημερών.
1955, Πριγκίπισσα Μαργαρίτα: Η θλιμμένη «ρεζέρβα»
Μπορεί ο Εδουάρδος να κατάφερε να δραπετεύσει από την προδικασμένη μοίρα του, όμως η μικρότερη ανιψιά του, πριγκίπισσα Μαργαρίτα εγκλωβίστηκε.
Η επαναστάτρια αδελφή της Ελισάβετ υπήρξε το πρώτο μεγάλο, σύγχρονο θύμα της βασιλικής μηχανής.

Στις αρχές του ’50, ερωτεύτηκε τον σμηναγό Πίτερ Τάουνσεντ, ο οποίος όμως είχε ένα βασικό ελάττωμα. Ήταν διαζευγμένος.
Η σύγκρουση υπήρξε αδυσώπητη. Η νεαρή βασίλισσα Ελισάβετ βρέθηκε στη φρικτή θέση να διαλέξει ανάμεσα στο καθήκον της ως μονάρχης και την αγάπη της ως αδελφή. Επέλεξε το πρώτο.
Το 1955 η Μαργαρίτα εξαναγκάστηκε να καθίσει μπροστά στα μικρόφωνα και να αποκηρύξει δημόσια τον έρωτά της, βάζοντας το καθήκον πάνω από την προσωπική της ευτυχία.

Όμως η θυσία τη διέλυσε. Το παλάτι τής στέρησε τον άνδρα που αγαπούσε, αλλά δεν μπόρεσε να τιθασεύσει, ούτε να αναστρέψει τη μετέπειτα αυτοκαταστροφική της πορεία.
Ο γάμος της με τον μποέμ φωτογράφο Άντονι Άρμστρονγκ-Τζόουνς (Λόρδο Σνόουντον) εξελίχθηκε σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ πάθους, απιστιών και τοξικών καυγάδων που τροφοδοτούσε μανιωδώς τα βρετανικά ταμπλόιντ.

Η Μαργαρίτα αναζήτησε καταφύγιο στα ξέφρενα πάρτι του νησιού Μιστίκ, στο αλκοόλ και στους κύκλους των διασημοτήτων, μέχρι που το 1978 το Στέμμα αναγκάστηκε να καταπιεί άλλο ένα τεράστιο ταμπού: το πρώτο βασιλικό διαζύγιο μετά τον Ερρίκο Η’.
1992, Το Annus Horribilis της Ελισάβετ
Η δεκαετία του ’80 ήταν ο θρίαμβος της βασιλικής έξωθεν καλή μαρτυρίας και της διαρκούς παραγωγής χαράς για τον λαό με τους γάμους και τα γεννητούρια των επιγόνων της Ελισάβετ.
Τίποτα δεν προμήνυε – τουλάχιστον όπως τα είχε σχεδιάσει και ενορχηστρώσει στο μυαλό της η μονάρχης – όσα θα ξημέρωναν για το παλάτι το 1992. Μια χρονιά που η ίδια γιόρταζε το Ρουμπινένιο Ιωβηλαίο της, αλλά ήταν τόσο καταστροφική, ώστε την περιέργραψε σε ομιλία της με τη λατινική φράση «Annus Horribilis».

Μέσα σε λίγους μήνες, ο γάμος του Καρόλου και της Νταϊάνας κατέρρευσε θεαματικά, η λαίδη Σπένσερ κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία της («Diana: Her True Story»), η Πριγκίπισσα Άννα πήρε διαζύγιο, και η Σάρα Φέργκιουσον φωτογραφήθηκε από παπαράτσι τόπλες σε αμήχανες, για να το θέσουμε κομψά, πόζες.
Το τελειωτικό χτύπημα ήταν η καταστροφική πυρκαγιά στο κάστρο του Ουίνδσορ. Όταν η κυβέρνηση πρότεινε να πληρώσουν οι φορολογούμενοι την αναστήλωση, η κοινωνία εξερράγη.

Η Ελισάβετ αναγκάστηκε να κάνει το έως τότε αδιανόητο: ανακοίνωσε ότι ο Βρετανός μονάρχης θα άρχιζε να πληρώνει φόρο εισοδήματος, βάζοντας το χέρι στην τσέπη για να σώσει την αίγλη, μα κυρίως την επιβίωση του θεσμού. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις.
1993, Βασίλισσα Καμίλα: Το τρίτο πρόσωπο που κλόνισε το Στέμμα
Κανένα σκάνδαλο δεν διάβρωσε την ηθική υπόσταση της οικογένειας τόσο βαθιά όσο ο παράνομος δεσμός του Καρόλου με την Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς. Η αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν ταπεινωτική.

Η διαρροή του Camillagate (γνωστού και ως Tampongate) το 1993, με τις τηλεφωνικές συνομιλίες όπου ο μελλοντικός βασιλιάς φαντασιωνόταν τον εαυτό του ως είδος προσωπικής υγιεινής της ερωμένης του, προκάλεσε παγκόσμια αμηχανία (ναι, και αηδία).
Για την κοινή γνώμη, η Καμίλα ήταν το αδίστακτο «ροτβάιλερ». Ναι, τότε τα βρετανικά ταμπλόιντ εξαντλούσαν και την τελευταία σταγόνα χολής τους για την εξωσυζυγική σχέση του πρίγκιπα διαδόχου.

Ωστόσο, η στρατηγική «αποκατάστασής» της – μια εκστρατεία δεκαετιών για να πειστεί ο λαός να την αποδεχτεί και τελικά να τη στέψει βασίλισσα (queen consort) – είναι ίσως η μεγαλύτερη νίκη του παλατιού απέναντι στην ίδια του τη φθορά. Εδώ που τα λέμε και στα στερεότυπα.
1997, Πριγκίπισσα Νταϊάνα: Το Μπάκιγχαμ γυμνό
Η λαίδη Νταϊάνα Σπένσερ, η γυναίκα που στα 20 χρόνια της επελέγη ως το ιδανικό ταίρι για τον πρίγκιπα της Ουαλίας και κληρονόμο του θρόνου, εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εφιάλτη της Φίρμας.

Η Νταϊάνα μίλησε ανοιχτά για τη βουλιμία της, για τις απόπειρες αυτοκτονίας και για τη μοιχεία του Καρόλου, απομυθοποιώντας το Στέμμα ως έναν θεσμό ψυχρό και μισογυνικό.
Η συνέντευξή της στο BBC το Νοέμβριο του 1995 παραμένει έως σήμερα μια ανοιχτή, αγιάτρευτη πληγή για τους Ουίνδσορ, οι οποίοι την εποχή εκείνη δεν μπορούσαν με τίποτα να καταπιούν την εξωστρέφεια, την αφοπλιστική ειλικρίνεια αλλά και τη δημοφιλία της Νταϊάνα.

Η βαθιά ρήξη ανάμεσα στο παλάτι και το λαό ήρθε με τον αδόκητο θάνατό της στο αυτοκινητικό δυστύχημα του Παρισιού τον Αύγουστο του 1997.
Ενώ η Βρετανία βυθιζόταν σε μια υστερική θλίψη για το πιο λαοφιλές και αγαπητό μέλος της οικογένειας, το Μπάκιγχαμ σιώπησε.
Η Ελισάβετ, οχυρωμένη πίσω από το απαράβατο έως τότε ρητό «never complain, never explain», αρνήθηκε αρχικά να επιστρέψει στο Λονδίνο από το ανάκτορο του Μπαλμόραλ.

Για μια εβδομάδα, η μοναρχία βρισκόταν στα πρόθυρα του επικοινωνιακού λινσταρίσματος. Το καθυστερημένο διάγγελμα της βασίλισσας έσωσε την παρτίδα στο 90′. Το Στέμμα κατάλαβε έστω και στο «και πέντε» ότι η συναισθηματική νομιμοποίηση είναι εξίσου κρίσιμη με τη θεσμική.
2020, Από το Megxit στον Έπστιν
Η πιο πρόσφατη ρωγμή προήλθε ξανά εκ των έσω. Η αποχώρηση του Πρίγκιπα Χάρι και της Μέγκαν Μαρκλ (το διαβόητο Megxit του 2020) δεν ήταν μια απλή παραίτηση, αλλά μια – αν και σε σημεία της φαιδρή- ηχηρή καταγγελία.

Οι δημόσιες εξομολογήσεις του ζευγαριού στην επιστήθια φίλη τους Όπρα Γουνίφρεϊ αλλά και τα αυτοαναφορικά podcasts και ντοκιμαντέρ τους απογύμνωσαν το παλάτι.
Ανάμεσα στα πολλά που είχαν να καταλογίσουν στην οικογένεια του πέμπτου στη σειρά διαδοχής του Στέμματος πρίγκιπα ήταν ο ρατσισμός που δέχτηκε η Αμερικανίδα ηθοποιός αλλά και η απαξίωση και η εγκατάλειψή της ακόμα και όταν εκείνη ταλανιζόταν από αυτοκτονικές τάσεις.

Ο Χάρι και η Μέγκαν αποδόμησαν τον θεσμό που η γιαγιά του αφιέρωσε μια ζωή να περνά με το λούστρο του αψεγάδιαστου, παρουσιάζοντας το παλάτι ως μια τοξική εταιρεία, με την οποία δε θέλουν (εντάξει, ενίοτε θέλουν κιόλας) πάρε δώσε.
Το αυτοεξόριστο στην Καλιφόρνια ζεύγος έγινε μια βιομηχανία παραγωγής αποκαλύψεων και σκανδάλων για τους Ουίνδσορ και ίσως θα παρέμεναν έτσι, εάν στην εξίσωση δεν είχαν προστεθεί οι ανήκουστες καταγγελίες για τον θείο του Χάρι, πρίγκιπα Άντριου.
Ο άσωτος πρίγκιπας Άντριου
Στην πρόσφατη ιστορία της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας καμία κρίση δεν υπήρξε τόσο τοξική όσο η εκκωφαντική πτώση του πρίγκιπα Άντριου. Ο αγαπημένος γιος της Ελισάβετ βρέθηκε στο επίκεντρο του διεθνούς δικτύου σωματεμπορίας του Τζέφρι Έπστιν.

Η φωτογραφία του με την Γκιλέιν Μάξγουελ και την Βιρτζίνια Τζούφρι, τη γυναίκα που τον κατανόμασε ως βιαστή της, οι αποκαλύψεις για τη στενή φιλία του με τον Αμερικανό παιδόφιλο και η καταστροφική του συνέντευξη στο BBC το 2019 – ένα μνημείο απάθειας και επικοινωνιακού αυτοχειριασμού- έκαναν το ηθικό πλεονέκτημα της βρετανικής μοναρχίας χαρτοπόλεμο.
Το Μπάκιγχαμ δεν αντιμετώπιζε πια έναν «άτακτο», έκδοτο στις ηδονές γαλαζοαίματο, αλλά έναν υπαρξιακό κίνδυνο.

Το ένστικτο επιβίωσης λειτούργησε με χειρουργική ψυχρότητα: η ίδια η μητέρα του του αφαίρεσε όλα τα δημόσια καθήκοντα και τον εξόρισε στο περιθώριο. Ο βασιλιάς Κάρολος συνέχισε στον ίδιο δρόμο, εκδιώκοντας στην πραγματικότητα τον αδελφό του από το προσκήνιο.
Κανένα χαλί όμως δε φαίνεται αρκετά παχύ και μεγάλο για να κρύψει τις παράνομες δραστηριότητες του έκπτωτου πια πρίγκιπα.

Η σύλληψή του την εβδομάδα που μας πέρασε με την υποψία της παράβασης καθήκοντος είναι ίσως η μεγαλύτερη κρίση που έχει να διαχειριστεί η βρετανική μοναρχία εδώ και αιώνες.
Μπορεί ο Άντριου να ακρωτηριάστηκε θεσμικά, προκειμένου να μην μολυνθεί το υπόλοιπο σώμα του Στέμματος, όμως ίσως είναι πια αργά.
Χωρίς την Ελισάβετ
Ο θάνατος της Ελισάβετ Β’ το 2022 δεν πυροδότησε κάποιο σκάνδαλο, αλλά σηματοδοτεί μάλλον τη βαθύτερη υπαρξιακή δοκιμασία του θεσμού της αγγλικής μοναρχίας στη σύγχρονη εποχή.

Για επτά δεκαετίες η ίδια είχε ταυτιστεί με το θεσμό μοναρχίας. Η σταθερότητά αλλά ακόμα και η ίδια η παρουσία της λειτουργούσε ως υποκατάστατο εμπιστοσύνης.
Η διαδοχή από τον Κάρολο Γ’ άνοιξε ένα αθόρυβο αλλά ουσιώδες ερώτημα: μπορεί ο θεσμός να επιβιώσει χωρίς το πρόσωπο που τον ενσάρκωνε;

Σε μια κοινωνία λιγότερο δεσμευμένη από την παράδοση και πιο απαιτητική ως προς τη διαφάνεια, η μοναρχία δεν καλείται πλέον να αποφύγει ένα σκάνδαλο. Και να ήθελε, όπως μαρτυρούν οι πρόσφατες εξελίξεις, δεν μπορεί.
Καλείται όμως να αποδείξει τη χρησιμότητά της. Η πρόκληση δεν είναι πια επικοινωνιακή. Αλλά αναπόδραστα υπαρξιακή.