Τι συμβαίνει όταν το ντοκιμαντέρ γίνεται θεατρικό παιχνίδι, όταν η μαρτυρία συναντά τη μυθοπλασία και όταν η εικόνα μετατρέπεται σε πολιτικό πεδίο; Η παράσταση «24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» επιχειρεί να απαντήσει, χτίζοντας ένα υβριδικό σύμπαν στο κατώφλι της πραγματικότητας.
Με αφετηρία το Μίσος του Ματιέ Κασοβίτς και μέσα από μια διεθνή συμπαραγωγή, η νέα αυτή δουλειά του Παντελή Φλατσούση με τις Saba Hosseini, Λίζα Μικροπούλου και Κατερίνα Συναπίδου στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, αναμετριέται με τα φαντάσματα της ευρωπαϊκής πραγματικότητας: τη βία, την αρρενωπότητα, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την κρίση της δημοκρατίας.
Σε μια εκ βαθέων συζήτηση, ο δημιουργός μιλά στο ΒΗΜΑ για την έννοια της αλήθειας και της τέχνης σε έναν κόσμο που μοιάζει να χάνει σταθερά τον προσανατολισμό του.
Στο «24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» επιλέγετε συνειδητά τη φόρμα του mocumentary. Τι σας προσφέρει αυτή η «υβριδική» μορφή σε σχέση με το καθαρό θέατρο ντοκουμέντο που έχετε υπηρετήσει εδώ και χρόνια;
Ναι, όντως, στις «24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» υιοθετούμε τη φόρμα του mocumentary. Τρεις νέες κινηματογραφίστριες παρουσιάζουν επί σκηνής ένα ντοκιμαντέρ που ακόμη δεν έχει γυριστεί ή, για την ακρίβεια, ένα ντοκιμαντέρ του οποίου έχουν προς το παρόν γυριστεί αποκλειστικά και μόνο θραύσματα. Αυτή είναι η αρχική μας συνθήκη και είναι αυτή η συνθήκη που δίνει τη δυνατότητα σε εμένα και στις συνεργάτιδες και τους συνεργάτες μου να εξερευνήσουμε περιοχές μεταξύ ειδών και εννοιών. Και αυτό το «μεταξύ» είναι κάτι το οποίο παγίως με ενδιαφέρει στη δουλειά μου. Αναζητώ τρόπους να μιλήσω γι’ αυτό και με αυτό.
Θέλω να πω ότι έτσι κι αλλιώς, στην καλλιτεχνική μου γλώσσα κινούμαι μεταξύ τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας και ταυτόχρονα μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου. Η φόρμα ή το είδος του mocumentary εξυπηρετεί εδώ αυτό το «κατώφλι», αυτό το μεταξύ. Και ταυτόχρονα είναι το όχημα για να ανοίξουμε έναν αναστοχασμό για το τι είναι τέχνη, ποια η θέση της στη σημερινή κοινωνία, πώς μπορεί να μιλήσει για το «περιθωριακό», για το μειονοτικό, τι αφηγήσεις παράγει η τέχνη, αλλά κι έναν αναστοχασμό για την ίδια τη λειτουργία του κινηματογράφου ως μέσου.
Βλέπετε, εδώ παίρνουμε ως έμπνευση για το ολοκαίνουργιο κείμενο που έγραψα εγώ μαζί με την Παναγιώτα Κωνσταντινάκου για την παράσταση την ταινία Το Μίσος (Ματιέ Κασοβίτς, 1995). Η ταινία εδώ δεν έρχεται σε καμία περίπτωση ως μια απόπειρα remake. Κάθε άλλο. Είναι ένας αναστοχασμός πάνω στη λειτουργία των εικόνων σήμερα, στο πώς αυτές διαμορφώνονται και διαμορφώνουν ατομικές και συλλογικές υποκειμενικότητες σήμερα – ή και όχι μόνο σήμερα.
Ακόμα, βλέπουμε ότι η εικόνα, με έναν τρόπο, είναι μια παγκόσμια γλώσσα. Τι σημαίνει όμως αυτό; Είναι, λοιπόν, αυτή η υβριδικότητα που με απασχολεί: αυτό το μεταξύ των πραγμάτων, το μεσοδιάστημα που συχνά μας διαφεύγει. Και εδώ, αλλά και σε προηγούμενες δουλειές μου, μέσω της υβριδικότητας της φόρμας επιχειρώ –και επιχειρούμε– να αποδώσουμε αυτά τα αδιόρατα μεσοδιαστήματα των συνεχών αντιφάσεων από τις οποίες αποτελούνται οι βίοι μας.

«24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει». Photo by Alex Kat.
Η παράσταση εκθέτει λεπτό προς λεπτό τη διαδικασία της έρευνας, σαν ημερολόγιο ενός ντοκιμαντέρ που δεν έχει ακόμη γυριστεί. Τι σημαίνει για εσάς να κάνετε ορατή τη διαδικασία και όχι μόνο το αποτέλεσμα;
Αυτή είναι πολύ καίρια ερώτηση για την παράσταση, αλλά και γενικότερα για τον τρόπο που επιδιώκω να λειτουργώ: μέσα από τη διαδικασία βάζουμε κι εμάς και την ίδια την παραγωγή ενός καλλιτεχνικού προϊόντος εντός των περιπτώσεων που ερευνούμε, βάζουμε τη δημιουργία ενός έργου τέχνης εντός των κοινωνικών συνθηκών για τις οποίες μιλάμε στην παράστασή μας. Βλέπετε, το mocumentary και η φόρμα του, για την οποία μιλήσαμε και πριν λίγο, λειτουργεί και μετωνυμικά: επιτρέπει να μιλήσω για τον δικό μου προβληματισμό ως ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κάνει τέχνη μέσα στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες.
Αναστοχαζόμαστε, λοιπόν, την ίδια τη δική μας εργασία, την ίδια τη δική μας δουλειά και ταυτόχρονα τα όριά της, τους περιορισμούς της. Μόνο μέσα από τον αναστοχασμό πάνω στους περιορισμούς με τους οποίους εργαζόμαστε έχουμε τη δυνατότητα να διευρύνουμε τα όριά μας.
«Αν με ανησυχεί κάτι, είναι ότι ολοένα και περισσότερες ομάδες και άτομα που δεν έχουν κάτι να τα αντιπροσωπεύει συσπειρώνονται κάτω από προτάγματα τα οποία έχουν κύριους συναρθρωτικούς άξονες τη μνησικακία και, φυσικά, το μίσος: το μίσος για καθετί άλλο, νέο, διαφορετικό.»
Γιατί εκκινείτε αυτή την παράσταση-έρευνα από το Μίσος; Θυμάστε την πρώτη φορά που είδατε την ταινία;
H παράσταση αυτή ξεκίνησε με αφορμή την ανάθεση που μου έγινε από το Theaterhaus Jena και τη συλλογική καλλιτεχνική διεύθυνση του γερμανικού θεάτρου. Είχαμε μια πολύ γόνιμη συνεργασία από το φθινόπωρο του 2023, κυρίως με τον Daniele Szeredy, έναν εκ των μελών αυτής της συλλογικής καλλιτεχνικής διεύθυνσης, και αυτή κατέληξε μέσα στο 2024 σε αυτή την ανάθεση. Εγώ, βέβαια, για όλους τους λόγους που ανέπτυξα και παραπάνω, ήθελα να λειτουργήσω πολύ πιο ελεύθερα, να πάρω την ταινία ως ένα αρχικό υλικό και να αναπτύξω κάτι δικό μου, κάτι που να εκφράζει τους δικούς μου προβληματισμούς αναφορικά με τη σημερινή κοινωνία.
Εδώ το Μίσος λειτούργησε ως ένα εξαιρετικό αρχικό υλικό, γιατί μιλάει για μια περιθωριακότητα που το 1995 ήταν αόρατη, αλλά σήμερα φαίνεται να είναι πιο ορατή. Αυτό με ενδιέφερε πολύ όταν ξαναείδα αυτή την ταινία στις αρχές του 2025, με στόχο να δουλέψουμε κάτι τελείως νέο με έμπνευση από αυτήν. Τώρα, το πότε την είδα χάνεται μέσα στα χρόνια. Νομίζω ότι ήταν σε θερινό σινεμά πριν πολλά χρόνια, ίσως στα μέσα της δεκαετίας του 2000.
Από το Μίσος (La Haine) του 1995 μέχρι την Ευρώπη του σήμερα, η παράσταση επιχειρεί μια ιστορική και πολιτική γέφυρα. Ποια στοιχεία αυτής της διαδρομής σας ανησυχούν περισσότερο τριάντα χρόνια μετά;
Είναι μεγάλη η απόσταση από το 1995 και, ναι, με έναν τρόπο επιχειρούμε μια γέφυρα ή, καλύτερα, πολλαπλές γέφυρες μεταξύ χρόνων και τόπων. Γιατί δεν είναι μόνο το 1995 με το σήμερα που συνομιλεί εντός αυτής της παράστασης. Είναι και οι τόποι, τόποι του κόσμου, όπου το μειονοτικό, το περιθωριοποιημένο ανέρχεται στην επιφάνεια και γίνεται, μέσα από αυτή την παράσταση, αντικείμενο αναστοχασμού. Σήμερα, βέβαια, η απώλεια προσανατολισμού, η απώλεια πυξίδας, λειτουργεί εις βάρος χειραφετητικών προταγμάτων ή, καλύτερα, λειτουργεί προς όφελος καταπιεστικότερων και αντιδημοκρατικών αφηγημάτων, πολιτικά και κοινωνικά.
Αν με ανησυχεί κάτι, είναι ότι ολοένα και περισσότερες ομάδες και άτομα που δεν έχουν κάτι να τα αντιπροσωπεύει συσπειρώνονται κάτω από προτάγματα τα οποία έχουν κύριους συναρθρωτικούς άξονες τη μνησικακία και, φυσικά, το μίσος: το μίσος για καθετί άλλο, νέο, διαφορετικό. Η μνησικακία ολοένα και μεγαλύτερων στρωμάτων της κοινωνίας μας, των δυτικών κοινωνιών μας κυρίως, φαίνεται σήμερα να αποτελεί πόλο που συναρθρώνει πολιτικά αφηγήματα. Αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο και για όλα αυτά είχαμε μια πολύ ωραία συζήτηση, μέρος της οποίας αποτελεί και κομμάτι της παράστασης, με τον Γάλλο φιλόσοφο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί.
Στο έργο σας επανέρχεται συστηματικά η έρευνα γύρω από τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη βία. Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος κατανόησης αυτών των φαινομένων;
Νομίζω ότι η τέχνη έχει τη δυνατότητα να φανερώσει πλευρές του βίου μας, των κοινωνικών μας βίων και του τρόπου που συντίθενται οι υποκειμενικότητές μας, οι οποίες είναι αθέατες ή ξεχασμένες. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το να προβάλλουμε αυτό που είναι αποκλεισμένο. Αυτό, με έναν τρόπο, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ένα καταπραϋντικό για την κοινωνία: αφού το προβάλαμε στην τέχνη, όλα είναι καλά, μπορούμε να συνεχίζουμε την καταπίεση στην κοινωνική μας ζωή και να την προβάλλουμε στην τέχνη. Όμως το ζήτημα, τουλάχιστον σύμφωνα με τη δική μου οπτική των πραγμάτων, είναι να αναδείξουμε την αντίφαση, την αντιφατικότητα λόγων και πρακτικών, τις αντιφάσεις και αντιθέσεις μέσα από τις οποίες συντίθεται η ζωή μας και οι πολλαπλές μας ταυτότητες.
Αυτό θα έλεγα ότι είναι και κάτι που μπορεί να ανατεθεί σήμερα στην τέχνη – ή, τουλάχιστον, στην τέχνη η οποία θέτει κάτω από τον μεγεθυντικό φακό της τις κοινωνίες μας και την ιστορικότητά τους: να αναδείξει τις αντιφάσεις. Και βέβαια, είναι κάτι που θα μπορούσε να ανατεθεί στην τέχνη, γιατί σήμερα δεν το βλέπουμε πουθενά αλλού. Όλοι οι λόγοι και τα αφηγήματα που παράγονται σήμερα, από όλες τις πλευρές, θέλουν οπαδούς. Μαζί μας ή με τους απέναντι; Αυτό το ερώτημα τίθεται διαρκώς. Με την αντίφαση, θα πω εγώ. Με την αντίφαση, γιατί αυτήν πρέπει να αναδείξουμε αν θέλουμε να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που μας συνθέτουν, που τους διαμορφώνουμε ατομικά και συλλογικά και που ίσως μπορούμε να τους αναδιαμορφώσουμε αν τους κατανοήσουμε. Αν θέλουμε να καταλάβουμε κάτι, πρέπει να δούμε πώς συγκροτείται μέσα από αντιφάσεις.
Εδώ έρχεται και αυτή η φόρμα του «μεταξύ», για την οποία είπαμε στην αρχή της συζήτησής μας: η υβριδικότητα είναι ένα εργαλείο μέσα από το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε για αυτές τις διαρκείς και ανεπίλυτες αντιφάσεις, χωρίς να επιδιώκουμε μια επινοημένη καθαρότητα των μορφών και των νοημάτων.

«24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει». Photo by Alex Kat
Η παρουσία ζωντανής δράσης και βίντεο δημιουργεί ένα πολυφωνικό μωσαϊκό πραγματικοτήτων. Πού τελειώνει η μαρτυρία και πού αρχίζει η μυθοπλασία σε αυτή την παράσταση; Και σας ενδιαφέρει τελικά αυτό το όριο;
Ναι, αυτό το όριο είναι διαρκώς στον πυρήνα της δουλειάς μου, τα όρια είναι στον πυρήνα της εργασίας μας. Γιατί και η πραγματικότητα είναι ένα αφήγημα. Είναι ένας λόγος που παράγεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ψέμα, ούτε ότι, αν αποφασίσουμε να την αλλάξουμε, μπορούμε από τη μία μέρα στην άλλη· νομίζω κάτι τέτοιο θα ήταν ένας λίγο αφελής βολονταρισμός. Όμως σημαίνει ότι, αν την καταστήσουμε ορατή ως μυθοπλασία, τότε αναδεικνύουμε την κατασκευή της. Και όταν αναδεικνύουμε την κατασκευή της, καταδεικνύουμε ότι είναι –η πραγματικότητά μας– τροποποιήσιμη. Και αυτό είναι που απουσιάζει σήμερα πλήρως από τη δημόσια σφαίρα: οι δυνατότητες να γίνουν τα πράγματα αλλιώς.
Συχνά στο θέατρο ντοκουμέντο τίθεται το ζήτημα της «αλήθειας». Στο mocumentary, η αλήθεια είναι κάτι που αποδομείται, που σκηνοθετείται ή που παραμένει ανοιχτό ερώτημα;
Είναι έτσι ακριβώς: τίθεται συνεχώς και διαρκώς το ζήτημα της αλήθειας ή, για να το πούμε και λίγο διαφορετικά, τίθεται το ζήτημα της πραγματικότητας και της σχέσης της με την αλήθεια. Είναι αλήθεια και πραγματικότητα ταυτόσημες; Ή ίσως πολλαπλές αλήθειες μπορούν να διαμορφώνουν μια πραγματικότητα; Πώς αλληλεπιδρούν; Το ντοκιμαντέρ ως φόρμα, το καθαρό ντοκιμαντέρ, δεν με ενδιαφέρει, γιατί συχνά επαληθεύει την πραγματικότητα αντί να ανοίγει ρωγμές και ρήγματα εντός της. Όμως η πραγματικότητα ως αρχικό υλικό και η δυνατότητα να την καταστήσουμε αφηγήσιμη –άρα και να αμφισβητήσουμε ίσως τους τρέχοντες περί αλήθειας λόγους– είναι αυτό που με ενδιαφέρει.
Με ενδιαφέρει αρχικά ως θεατή σε θέατρο και σινεμά, γιατί δεν είναι τυχαίο, ούτε μυστικό, ότι στο σινεμά βρίσκω την πρωταρχική μου έμπνευση: βλέποντας πώς αναπτύσσουν αντίστοιχες προβληματικές μέσω της τέχνης κινηματογραφιστές και κινηματογραφίστριες όπως η Agnès Varda ή ο Pedro Costa, ο Chris Marker ή ο Patricio Guzmán, αναζητούμε αυτή τη γλώσσα η οποία δεν αποδομεί, αλλά αναδομεί και ανασυνθέτει ή, καλύτερα, εκθέτει την πραγματικότητα ως δυνατότητα και αφήνει τα κοινά να ανασυνθέσουν την αφήγηση.
«Κάτι που μπορούμε να διακρίνουμε και στο Μίσος είναι το ζήτημα της αρρενωπότητας, το πώς αυτά τα αγόρια των λαϊκών προαστίων του Παρισιού, συχνά με μεταναστευτικό υπόβαθρο, υφίστανται μια συστημική και συστηματική βία και ταυτόχρονα γίνονται και τα ίδια βίαια.»
Επιλέγετε τρεις νέες γυναίκες ηθοποιούς για να ερευνήσουν θέματα όπως η αρρενωπότητα και η βία. Πώς συνομιλεί το φύλο των ερμηνευτριών με τα ζητήματα που πραγματεύεται η παράσταση;
Κάτι που μπορούμε να διακρίνουμε και στο Μίσος είναι το ζήτημα της αρρενωπότητας, το πώς αυτά τα αγόρια των λαϊκών προαστίων του Παρισιού, συχνά με μεταναστευτικό υπόβαθρο, υφίστανται μια συστημική και συστηματική βία και ταυτόχρονα γίνονται και τα ίδια βίαια. Είναι αυτή η σχέση με τη βία και η συνάρθρωσή της με την αρρενωπότητα που μας απασχόλησε με τη δραματουργό της παράστασης, Παναγιώτα Κωνσταντινάκου, όταν αρχικά διαμορφώναμε το κόνσεπτ για αυτή την παράσταση. Καταλήξαμε στο ότι αυτά τα ζητήματα σήμερα θα μπορούσαμε να τα φέρουμε στην επιφάνεια μέσω μιας ερμηνευτικής ομάδας αποτελούμενης από τρεις γυναίκες ηθοποιούς.
Έτσι, στην παράσταση έχουμε την Κατερίνα Συναπίδου και τη Λίζα Μικροπούλου, αλλά και τη Saba Hosseini, μέλος του ensemble του Theaterhaus Jena, επιχειρώντας μαζί τους να δώσουμε μια διαφορετική διάσταση τόσο στα ζητήματα που αναφέρουμε αναφορικά με τη βία και την αρρενωπότητα όσο και στην παγκοσμιότητα των θεμάτων αυτών.
Η διεθνής συμπαραγωγή με τη Γερμανία είναι οργανικό κομμάτι αυτής της παραγωγής. Τι αλλάζει στη σκέψη και στη σκηνική γλώσσα σας όταν η έρευνα γίνεται διακρατική;
Είναι πολύ μεγαλύτερο το στοίχημα και η πρόκληση να διατηρήσεις, αλλά και να αναπτύξεις, μια καλλιτεχνική ταυτότητα, να μιλήσεις με τους τρόπους που, ως δημιουργός, προσπαθείς να μιλήσεις και ταυτόχρονα να συνδιαλλαγείς με διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα και ήθη, αλλά και με ανθρώπους και θεσμούς που λειτουργούν διαφορετικά. Την ίδια στιγμή, η πρόκληση τίθεται και στον τρόπο που, ως δημιουργική ομάδα, ανοίγουμε διάλογο με κοινά διαφορετικά από το συνηθισμένο κοινό. Πώς απευθυνόμαστε, πώς τους μιλάμε, τι λέμε και πώς μας δέχονται;
Γιατί το αθηναϊκό κοινό δεν ξέρω αν είναι απεριόριστο· δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό μπορεί και να γνωρίζει τι έρχεται να δει, έστω περίπου. Πώς ένα κοινό που έρχεται λίγο πιο ανυποψίαστο συνομιλεί με τη δουλειά μας; Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα και είναι και μια πρόκληση, η οποία θεωρώ ότι μπορεί να κάνει μια καλλιτεχνική ομάδα να προχωρήσει τη γλώσσα της και τη θεματολογία της ένα βήμα παρακάτω.
Το ίδιο είχαμε ως εμπειρία και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, όπως, για παράδειγμα, στην παράσταση Θήβα: a global civil war, η οποία το 2023 είχε παρουσιαστεί στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, αποτελούμενη από έναν πολυπολιτισμικό θίασο με ηθοποιούς από Λίβανο, Κονγκό, Βοσνία και Ελλάδα, και μετά ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Η δημιουργία, αλλά και η εκτέλεση της παράστασης, ήταν μια εμπειρία που μας πήγε πολύ παραπέρα στη δημιουργική γλώσσα μας. Ταυτόχρονα, η ίδια η πολυπολιτισμικότητα, η ίδια η πολυγλωσσία που και τότε είχαμε –και σε αυτή την παράσταση (στην παράστασή μας τώρα ακούγονται επτά γλώσσες!)– δίνει μια αίσθηση οικουμενικότητας, χωρίς αυτό να σχολιάζεται ή να υπογραμμίζεται κειμενικά.
Εδώ είναι και το ουσιαστικό που μπορεί να προσφέρει η άσκηση της τέχνης σε έναν καλλιτέχνη: αν μπορεί να μας αλλάξει, να μας διαφοροποιήσει, πρέπει να μας μάθει κάτι. Και τέτοιες συνεργασίες μάς μαθαίνουν τόσο πολλά, που μας πηγαίνουν αρκετά βήματα παρακάτω.
Έχοντας δουλέψει επί χρόνια με ιστορικό και αρχειακό υλικό, πώς αντιμετωπίζετε σήμερα την υπερπληθώρα εικόνων, βίντεο και μαρτυριών στον ψηφιακό κόσμο; Υπάρχει ακόμη χώρος για «ανακάλυψη»;
Αυτό είναι ένα τεράστιο πεδίο που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Όντως, η έννοια του αρχείου με ενδιαφέρει πολύ και την έχουμε προσεγγίσει από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε διαφορετικές δουλειές μας. Είτε ένα μετακινημένο ιστορικό αρχείο, ενός είδους αντι-αρχείο, όπως ήταν το Εθνικό Ντεφιλέ (Φεστιβάλ Αθηνών, 2021), είτε ένα αρχείο της ευαλωτότητας και των δυναμικών που η ματαίωση των προσδοκιών μπορεί να αναπτύσσει στο Αρχείο Ματαιωμένων Σχεδίων (Κάμιρος, 2022), αλλά και επίσης στις παραστάσεις Άτλας της Δεκαετίας του 2000 (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, 2024), ή και πέρυσι, αντιμετωπίζοντας την ίδια την Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ ως ενός είδους αρχείο (Η Αισθηματική Αγωγή: ερευνώντας ένα αρχείο ρωγμών, Μέγαρο Μουσικής, 2025), η έννοια του αρχείου είναι παρούσα στη δουλειά μου με πολλαπλες προσεγγίσεις.
Μέσα στα χρόνια, οι συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί και γράψει αρκετά για το αρχείο, όπως ο Δημήτρης Παπανικολάου, αποτέλεσαν ιδιαίτερη έμπνευση για εμένα. Είναι αλήθεια ότι στον πυρήνα της παράστασης που κάνουμε αυτή τη στιγμή βρίσκεται αυτή η αναζήτηση: η εικόνα και οι εικόνες ως αρχεία. Πώς μπορούν να μιλήσουν για εμάς, πώς μπορούμε εμείς να μιλήσουμε με αυτές τις εικόνες. Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το σήμερα, ανακυκλώνοντας, με έναν τρόπο, αυτές τις απορριφθείσες εικόνες – τις εικόνες που χρησιμοποιούνται για ελάχιστα, αλλά μένουν αποθηκευμένες για πάντα στο τεράστιο και τυφλό αρχείο που λέγεται διαδίκτυο και social media.
Άρα, η ανακάλυψη μπορεί να έρθει και από το απολύτως καθημερινό ή από αυτό που έχει απορριφθεί: την απορριφθείσα εικόνα, ειδωμένη διαφορετικά. Βέβαια, υπάρχει και μια άλλη διάσταση αυτών των εικόνων, η οποία επίσης μπορεί να σχετίζεται με μια ανακάλυψη και η οποία επίσης υπάρχει στην παράστασή μας. Έχουμε τη μεγάλη χαρά να συνεργαζόμαστε σε αυτή την παράσταση με τη Saba Hosseini, μέλος του ensemble του Theaterhaus Jena, η οποία έχει καταγωγή από το Ιράν. Μαζί με τη Saba επιχειρήσαμε να εντάξουμε στην παράσταση και το ζήτημα της κυκλοφορίας των εικόνων από τις διαδηλώσεις στο Ιράν τα τελευταία χρόνια. Πέρα από τις εμπνευστικές συζητήσεις που είχα μαζί της, μια ακόμη κινηματογραφική αφορμή ήταν η χρήση τέτοιων εικόνων σε μια εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου, ιρανική ταινία, Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς του Μοχαμάντ Ρασουλόφ. Εδώ έχουμε μια άλλη οπτική της έννοιας της εικόνας ως μιας αρχειακότητας, η οποία απορρυθμίζει τα κυρίαρχα αρχεία.
Το έργο σας συνομιλεί έντονα με το παρόν, χωρίς εύκολες απαντήσεις. Αν το θέατρο δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, τι πιστεύετε ότι μπορεί ακόμη να ταρακουνήσει τον θεατή;
Θα έλεγα δύο πράγματα, τα οποία, όμως, δεν είναι ακριβώς απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, αλλά μια αρχή αναστοχασμού πάνω σε αυτό το πολύ μεγάλο θέμα. Πρώτον, κανείς και καμία δεν μπορεί να ταρακουνηθεί από το θέατρο αν δεν το θέλει ή, για να το πω καλύτερα, αν δεν έχει παίξει ρόλο η εμπειρία της ζωής, αν δεν έχει φέρει το άτομο σε μια οριακότητα τέτοια που να αναζητά απαντήσεις μέσω καλλιτεχνικών συμβάντων. Θέλω εδώ να φέρω το παράδειγμα των ετών της κρίσης. Ήταν αρκετά ζοφερά χρόνια, όντως, και έτσι νομίζω τα θυμόμαστε όσοι και όσες μπαίναμε τότε ακριβώς στον εργασιακό χώρο. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε μεγάλη ανάγκη να ακούσουμε και να συζητήσουμε όλα αυτά τα μεγάλα ζητήματα που άλλαζαν τον τρόπο που ζούσαμε και που διαβάζαμε τις ζωές μας και τις ζωές των άλλων. Υπήρχε ανάγκη να δοθούν τέτοιες απαντήσεις και από την τέχνη, τότε. Τώρα αυτή η ανάγκη έχει καταλαγιάσει.
Και, ως ένα δεύτερο σημείο για να ξεκινήσει μια συζήτηση, θα απαντούσα: η αντίφαση. Το να δείξουμε τους βίους μας, τους κοινωνικούς βίους των ανθρώπων σήμερα ή στο παρελθόν, ή το πώς βλέπουν τα μέλλοντά τους αντιφατικά, όχι δείχνοντας τους «καλούς» και τους «κακούς», αλλά αναδεικνύοντας την αντίφαση, η οποία μας αποτελεί ως άλυτο πρόβλημα, ως ανεπίλυτη σύγκρουση. Αυτό συχνά, καλλιτεχνικά, μπορεί να οδηγήσει και σε πιο ολισθηρά εδάφη, είναι η αλήθεια. Ίσως όμως να είναι και το μόνο που μπορεί να ταρακουνήσει τα σημερινά κοινά, αλλά και να φέρει και τα άτομα που παράγουν τέχνη σε μια θέση να μην έχουν εύκολες –ή και καθόλου– απαντήσεις. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να δίνουμε πάντα απαντήσεις. Συχνά αρκεί να θέσουμε το ερώτημα και ήδη τα δύο τρίτα της διαδρομής προς τις απαντήσεις έχουν διανυθεί.
INFO: «24 ώρες σε έναν κόσμου που δεν μας ανήκει» Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Φρυνίχου 14-Πλάκα, 16 Φεβρουαρίου 2026, Μέρες & ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00 από 16 Φεβρουαρίου έως 7 Απριλίου

