Ο ακυρωτικός πόλεμος και ο χλευασμός με αφορμή το περιεχομένο της ακριβής «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν που αποτελεί και την πρώτη κινηματογραφική απεικόνιση του ομηρικού έπους σε μεγαλεπήβολες διαστάσεις, μαίνεται ήδη. Αναμενόμενο καθώς πολλοί δυσπιστούν για την ένταξη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας σε ένα χολιγουντιανό μπλοκμπάστερ μαζικής κατανάλωσης.
Από τα κοστούμια των πρωταγωνιστών μέχρι την εικόνα των πλοίων και την σκοτεινή ατμόσφαιρα (οι επικρίσεις περισσεύουν για την απουσία του πολύχρωμου κλασικού ελληνικού πολιτισμού), η ταινία είναι στο στόχαστρο για αναπαραγωγή μοντέλων της ποπ κουλτούρας που ο ίδιος ο Νόλαν έχει πετύχει να ριζώσουν και να βρουν απήχηση (όλο και κάποιος θα σκέφτηκε έστω και για λίγο τον Μπάτμαν και τους «κακούς» που τον περιτριγύρισαν στην τριλογία του «Σκοτεινού Ιππότη» του ίδιου δημιουργού, βλέποντας το πρώτο τρέιλερ της «Οδύσσειας»).
Τελευταίο «θύμα» αυτής της αποδόμησης στο X, ο κατά Νόλαν Δούρειος Ίππος: «Το άλογο στην Τροία δείχνει καλό, γιατί μοιάζει σαν έχει φτιαχτεί από σανίδες και κομμάτια από ελληνικά πλοία. Το άλογο του Νόλαν μοιάζει με διακοσμητικό σπιτιού που θα έβρισκα στο ΙΚΕΑ», γράφτηκε χαρακτηριστικά.
The Horse in Troy looks good cause it looks like it was made with planks and pieces from Greek Ships
Nolan’s horse looks like a house decoration I would find in IKEA https://t.co/puiCywOHAE
— Owlmandias (@0wlAfter) February 5, 2026
Η Ωραία Ελένη του διχασμού
Όμως στην πολιτισμική διαμάχη γύρω από την ταινία ξεχωρίζει η Ωραία Ελένη: δεν άντεξε ο Ελον Μασκ στη φήμη ότι η βραβευμένη με Οσκαρ Κενυάτισα, Λουπίτα Νιόνγκο («12 χρόνια σκλάβος», «Μαύρος πάνθηρας»), υποδύεται την βασίλισσα της Σπάρτης για την οποία ξέσπασε ο Τρωικός Πόλεμος, και αναφώνησε στο Χ ότι «ο Κρις Νόλαν έχει χάσει την ακεραιότητα του».
Απαντώντας σε κάποιον που υποστήριξε ότι η Ελένη στην Οδύσσεια είναι «ανοιχτόχρωμη, ξανθιά και “το πρόσωπο που έκανε χίλια καράβια να ξεκινήσουν”, επειδή ήταν τόσο όμορφη ώστε οι άντρες έκαναν πόλεμο γι’ αυτήν», ο Μασκ έστρεψε τα πυρά του εναντίον του σκηνοθέτη, χαρακτηρίζοντας την επιλογή της συγκεκριμένης ηθοποιού ως «προσβολή προς τον συγγραφέα».
Αν και ο ρόλος της Λουπίτα Νιόνγκο δεν έχει επιβεβαιωθεί, το όνομα της βρίσκεται ανάμεσα στα ονόματα των ηθοποιών του υπόλοιπου καστ και πρέπει να είναι η μοναδική που δεν φέρει σχετική διευκρίνιση για τον ρόλο της. Αντίθετα η Ζεντέγια – μιγάδα, κόρη Αφροαμερικανού πατέρα και Γερμανοσκωτσέζας μητέρας – αναφέρεται κανονικά στα credits της ταινίας ως θεά Αθηνά. Μήπως κάτι υποψιαζόταν ο Νόλαν περί διαμάχης γύρω από το πρόσωπο της Ελένης και αποφάσισε να τηρήσει σιγή ισχύος;

H Ζεντέγια το 2024. @EPA/CAROLINE BREHMAN
Και οι δύο προηγούμενες αναρτήσεις έγιναν viral, κυρίως επειδή οι ρατσιστικές προεκτάσεις της πρώτης ανάρτησης είναι εξόφθαλμες, αλλά και επειδή ο Μασκ δεν αναγνωρίζει ότι το ποίημα του Ομήρου είναι μύθος και η δημιουργική απόδοση της μυθοπλασίας μιας ταινίας θέμα του εκάστοτε δημιουργού. Όπως σχολίασε ένας χρήστης: «Η Οδύσσεια είναι ένας μύθος. Δεν υπάρχει καμία ιστορική απόδειξη ότι η Ελένη της Τροίας υπήρξε πραγματικό πρόσωπο, επομένως θα μπορούσε να είναι όμορφη ανεξαρτήτως χρώματος. Η επιλογή μιας όμορφης μαύρης γυναίκας δεν αντιβαίνει με κανέναν τρόπο σε όσα γράφτηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια. Αρκεί να ρωτήσει κανείς τον ίδιο τον Όμηρο».
Οι αναρτήσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στα social. Πολλοί εξέφρασαν την αντίθεσή τους στο casting, ενώ άλλοι υποστήριξαν τεκμηριωμένα ότι οι μυθολογικοί χαρακτήρες μπορούν να προσεγγιστούν δημιουργικά και επέκριναν τον Μασκ επειδή προώθησε περιεχόμενο με ρατσιστικές προεκτάσεις.
Ξανά στο προσκήνιο η διαμάχη περί ιστορίας και ελευθερίας της τέχνης
Στην πραγματικότητα καλούμαστε να πάρουμε για πολλοστή φορά θέση στην ίδια διαμάχη περί ελευθερίας της τέχνης και μυθοπλασίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που η δυτική άποψη περί εικονογραφίας ξεσπά ως πόλεμος στη σφαίρα της τοξικής αντιπαλότητας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι με τις πρώτες προβολές της ταινίας το καλοκαίρι – από τις 17 Ιουλίου και μετά που βγαίνει στις αίθουσες η 250 εκατομμυρίων δολαρίων υπερπαραγωγή, γυρισμένη σε IMAX – θα φέρει κι άλλες αντιδικίες.
Αν ασχολούμαστε από τώρα, προτού δούμε την ταινία, με το ότι ο Όμηρος περιγράφει μεταξύ άλλων την Ελένη ως «λευκώλενη» και «καλλίκομη», δηλαδή με λευκό δέρμα στα χέρια και στο σώμα και με ωραία μαλλιά, οπότε, μία μαύρη ηθοποιός στον ρόλο αυτό βαφτίζεται «ύβρις», θα ακούσουμε πολλά και με την έξοδο της ταινίας.
Γιατί δεν δεχόμαστε ότι η «Οδύσσεια» δεν είναι η ιστορική καταγραφή ενός πολέμου αλλά ένα ηρωικό έπος με στοιχεία μυθοπλασίας;

«Τροία: η πτώση μιας πόλης»
Στο πρόσφατο παρελθόν, τηλεοπτικές παραγωγές, όπως η «Τροία: η πτώση μιας πόλης» του BBC όπου τον Αχιλλέα υποδύεται ο Χακίμ Κάε-Καζίμ από τη Νιγηρία και «KAOS» όπου η Ράκι Αγιόλα επίσης από τη Νιγηρία και τη Σιέρα Λεόνε, παίζει την Περσεφόνη, απέτυχαν να βρουν μια θέση στις δημοφιλείς περιπέτειες των αρχαίων προγόνων στην τηλεόραση.
Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου
Κακή υποδοχή είχε και η «Bασίλισσα Κλεοπάτρα» του Netflix, μέρος της σειράς African Queens, ένα docudrama (μείγμα ντοκιμαντέρ και δραματοποιημένων σκηνών) αφιερωμένο σε ιστορικές βασίλισσες. Στη δεύτερη σεζόν η σειρά επικεντρώνεται στη βασίλισσα Κλεοπάτρα Ζ΄ της Αιγύπτου. Τον ρόλο της Κλεοπάτρας υποδύεται η ηθοποιός Αντέλ Τζέιμς, η οποία είναι μικτής καταγωγής και όχι «τυπικά λευκή» όπως συχνά απεικονίζεται στην κλασική δυτική κουλτούρα.

Η Αντέλ Τζέιμς ως βασίλισσα Κλεοπάτρα στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Netflix.
Στην εκτελεστική παραγωγή της σειράς φιγουράρει το όνομα της μαύρης ηθοποιός Τζέιντα Πίνκετ Σμιθ, με τους δημιουργούς να δηλώνουν ότι θέλησαν να αναδείξουν πλευρές της ιστορίας που «σπάνια βλέπουμε», όπως η πολύπλευρη ταυτότητα και κληρονομιά της Κλεοπάτρας.
Η σειρά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ιδίως λόγω της ερμηνείας της Κλεοπάτρας με χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα παραδοσιακά που δείχνουν τα αρχαία αγάλματα. Το ανώτατο αιγυπτιακό συμβούλιο αρχαιοτήτων και αρχαιολόγοι υποστήριξαν ότι η Κλεοπάτρα είχε ανοιχτόχρωμο δέρμα και ελληνικά χαρακτηριστικά, βασιζόμενοι σε προτομές και αγάλματα της εποχής. Η αντιπαράθεση με το Netflix ήταν τόσο σφοδρή (μη θυμηθούμε και τα δικά μας με τον Μέγα Αλέξανδρο) που οι Αιγυπτιακές αρχές μίλησαν για «ιστορική παρανόηση» και «πλαστογράφηση της ιστορίας» εξαιτίας της επιλογής να την εμφανίσουν με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Υπήρξε μάλιστα και νομική προσφυγή από αιγύπτιο δικηγόρο κατά του Netflix λόγω της ερμηνείας της Κλεοπάτρας από μαύρη ηθοποιό.
Οι παραγωγοί υπερασπίστηκαν την επιλογή τους υποστηρίζοντας ότι η κληρονομιά και η καταγωγή της Κλεοπάτρας είναι αντικείμενο ιστορικής συζήτησης και δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα δημογραφικά στοιχεία που να δείχνουν με σιγουριά πώς έμοιαζε. Επίσης είπαν ότι θέλησαν να δείξουν τη πολυπολιτισμική ταυτότητα της Αιγύπτου εκείνης της εποχής και να δώσουν χώρο σε αφηγηματικές προσεγγίσεις που σπάνια βλέπουμε στα mainstream μέσα. Πάντως το εν λόγω docudrama έτυχε αρνητικής βαθμολογίας στους κύκλους της κριτικής, ειδικά στο Rotten Tomatoes.
Από τη Λουπίτα Νιόνγκο πίσω στην Έρθα Κιτ το 1950
Ελπίζοντας ότι θα επικρατήσει ηρεμία, αν κι εφόσον επιβεβαιωθεί η Λουπίτα Νιόνγκο στο ρόλο της Ωραίας Ελένης – δύσκολη εξίσωση αν σκεφτεί κανείς τι έγινε και εξακολουθεί να γίνεται με την ιστορική ακρίβεια του κατά Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστρια» – αξίζει να έχουμε κατά νου ότι η Νιόνγκο δεν θα είναι η πρώτη μαύρη γυναίκα που υποδύεται την Ελένη, που έκλεψε ο Πάρις από την Σπάρτη, προσβάλλοντας κατάφορα τον Μενέλαο, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο τους Αχαιούς σε μια εκστρατεία θανάτου και καταστροφής κατά της Τροίας: η Ερθα Κιτ είχε επιλεγεί από τον Ορσον Γουέλς για τον ρόλο στην παράσταση Time Runs, μια μοντέρα εκδοχή του Δόκτορος Φάουστους του Κρίστοφερ Μάρλοου, που ανέβηκε στο Παρίσι το 1950.
Η ερμηνεία της Κιτ στον ρόλο της Ελένης της Τροίας ήταν στο πλαίσιο μιας «παγκόσμιας, άνευ τόπου και χρόνου» φιγούρας. Η Κιτ επιλέχθηκε από τον Γουέλς προτού εκτοξευτεί σε σταρ της μουσικής, της σκηνής και του σινεμά, για τη μοναδική της προσωπικότητα και ενέργεια ακόμα και αν δεν ταίριαζε στην κλασική εικονογραφία της Ελένης. Αυτό και μόνο το εγχείρημα 76 χρόνια πριν, λέει πολλά για την οικουμενικότητα της ομηρικής «Οδύσσειας».

