Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχητικό στον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε πια για τέτοιες τραγωδίες. Όχι μόνο στο τι έγινε στη Χίο, αλλά στο πώς το δεχόμαστε. Σαν μια ακόμη είδηση. Σαν μια ακόμη «υπόθεση» που θα ερευνηθεί. Σαν μια ακόμη γραμμή σε ένα δελτίο συμβάντων.
Δεκαπέντε άνθρωποι είναι νεκροί. Δύο κυοφορούσες απέβαλαν. Κι όμως, μέσα σε λίγες ώρες, το γεγονός απέκτησε χαρακτηριστικά διαδικασίας: ανακοινώσεις, διαψεύσεις, εκτιμήσεις, τεχνικές λεπτομέρειες. Σαν να μη μιλάμε για ανθρώπινες ζωές, αλλά για ένα διοικητικό συμβάν που πρέπει να «κλείσει» ομαλά.
Δεν είναι μόνο θέμα κυβέρνησης. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία συνηθίζει. Συνηθίζει τους νεκρούς στα σύνορα. Συνηθίζει τις λέξεις «αποτροπή», «εμπλοκή», «ελιγμός». Συνηθίζει να σκέφτεται ότι κάπως έτσι είναι τα πράγματα. Ότι δεν γίνεται αλλιώς.
Η τραγωδία στη Χίο δεν ήρθε από το πουθενά. Δεν είναι μια ακραία εξαίρεση. Είναι μέρος ενός καθεστώτος που εδώ και χρόνια λειτουργεί στα όρια, και συχνά πέρα από αυτά. Ένα καθεστώς όπου η ανθρώπινη ζωή μπαίνει σε ζύγι με «εθνικούς στόχους», «πιέσεις», «ροές» και «αριθμούς».
Και κάπου εκεί, πνίγεται.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι δεν ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς έγινε. Είναι ότι, όποια κι αν είναι η τελική εκδοχή, έχουμε ήδη αποδεχθεί πως κάποιοι θάνατοι είναι, τρόπον τινά, αναμενόμενοι.
Παράπλευρες απώλειες μιας πολιτικής που παρουσιάζεται ως μονόδρομος.
Δεν χρειάζεται να ξέρουμε όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες για να νιώσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν χρειάζεται να αποφανθούμε ποιος φταίει. Αρκεί να αναρωτηθούμε πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι είναι φυσιολογικό να μιλάμε για νεκρούς χωρίς να «παγώνει» η καθημερινότητά μας.
Η Δικαιοσύνη θα κάνει ή θα πρέπει να κάνει τη δουλειά της. Οι έρευνες θα προχωρήσουν. Οι εκθέσεις θα γραφτούν. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Αλλά δεν είναι αρκετά.
Και αν, στο τέλος, το μόνο που μένει είναι μια ακόμη «τραγωδία που διερευνάται», τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο θεσμικό.
Θα είναι βαθιά πολιτικό. Και ακόμη πιο βαθιά, κοινωνικό.
