Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό που ονομάζουμε «twindemic» – διπλή επιδημία. Ετσι, ενώ μαίνεται εδώ και χρόνια η παγκόσμια επιδημία HIV με 38 εκατομμύρια λοιμώξεις, εξελίσσεται παράλληλα και η πανδημία COVID με σχεδόν 260 εκατομμύρια λοιμώξεις και πάνω από 5 εκατομμύρια θανάτους.

Είναι πραγματικά ευτυχής συγκυρία πως οι δύο επιδημίες δεν συναντήθηκαν – έστω σε μεγάλο βαθμό τους προηγούμενους 18 και πλέον μήνες – γεωγραφικά, υπό την έννοια ότι το μεγαλύτερο βάρος του HIV παγκοσμίως το «σηκώνει» η Αφρική. Η διπλή πανδημία μεταφράζεται αφενός σε επιβάρυνση σε ατομικό επίπεδο και αφετέρου σε επίπεδο Δημόσιας Υγείας, δεδομένου ότι υπολογίζεται ότι η επιπλέον θνητότητα λόγω του HIV/AIDS εντός του 2020 ήταν 400.000 θάνατοι.

Η αλληλεπίδραση των δύο επιδημιών

Γνωρίζουμε ότι τα άτομα που ζουν με τον ιό HIV έχουν περισσότερες πιθανότητες για μόλυνση από τον ιό SARS-CoV-2 και δυσμενή έκβαση λόγω της ανοσοκαταστολής αλλά και εξαιτίας των συννοσηροτήτων που τους κάνουν πιο επιρρεπείς σε επιπλοκές της λοίμωξης COVID. Για παράδειγμα η παχυσαρκία, η υπερλιπιδαιμία και ο σακχαρώδης διαβήτης που είναι συνηθισμένες ασθένειες κυρίως στον δυτικό κόσμο, απαντώνται πλέον και στον πληθυσμό των ατόμων που ζουν με HIV καθώς η ιατρική πρόοδος έχει αυξήσει τον μέσο όρο ηλικίας τους.

Συνεπώς, αυτή η αλληλεπίδραση των δύο επιδημιών επηρέασε όλα τα συστήματα υγείας ως προς τη φροντίδα των ατόμων που ζουν με τον HIV. Στις αρχές του 2020 εντοπίστηκαν μεγάλες διαταραχές στην παροχή θεραπείας και φροντίδας. Μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) καταγράφει εμπόδια στην παροχή αντιρετροϊκής θεραπείας (ART) σε 34 από 127 χώρες. Επιπρόσθετα, σε 12 χώρες το απόθεμα των φαρμάκων επαρκούσε για λιγότερο από 3 μήνες.

Υπολογίζεται ότι το 23% παγκοσμίως των ατόμων που ζουν με HIV δυσκολεύτηκε στην πρόσβαση στους γιατρούς του, και σε κάποιες περιπτώσεις και στη θεραπεία, ενώ τα μισά ραντεβού ακυρώθηκαν και το 65% των ασθενών δεν είχε δυνατότητα να λάβει συνταγές από απόσταση. Παράλληλα, διαπιστώθηκαν δυσκολίες και προβλήματα και στην προφυλακτική θεραπεία είτε πριν είτε μετά την έκθεση στον ιό HIV.

 

Επιπτώσεις στην ψυχική υγεία

Σημαντικό κεφάλαιο όμως αποτελούν και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, η επιδείνωση της ανισότητας και του στίγματος αλλά και η υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης. Είναι σημαντικό πως η επιβάρυνση στην ψυχική υγεία των ατόμων που παρακολουθούμε έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στη συμμόρφωσή τους και στην καλή κατάσταση της υγείας τους ενώ η πανδημία είχε επιδράσεις και στη σεξουαλική συμπεριφορά και τη χρήση ουσιών. Οπως δε ήταν αναμενόμενο, το πλήγμα της πανδημίας ήταν μεγαλύτερο σε φτωχότερες χώρες.

Σε ό,τι αφορά στη χώρα μας όπως αποτυπώθηκε σε ελληνική μελέτη που εστίασε στο πρώτο κύμα και στις επιπτώσεις εκείνου του lockdown, σημειώθηκε 82% μείωση των διαθέσιμων ραντεβού. Αντίστοιχα και εκτός από τη διασφάλιση της συνέχισης της αντιρετροϊκής θεραπείας όλες οι υπηρεσίες που παρείχαν τα HIV τμήματα στην Ελλάδα διαταράχθηκαν ή μειώθηκαν σε ποσοστό 50% έως και 100%.

Αντίστοιχα είναι άλλωστε και τα δεδομένα από ευρωπαϊκές μελέτες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε 19 χώρες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μόνο το ένα στα τρία HIV τμήματα συνέχισε κανονικά τη λειτουργία του, ενώ το 60% μετακίνησε λοιμωξιολόγους από τα τμήματα HIV στα COVID – παρότι τα τμήματα HIV διαχρονικά πάσχουν από ελλείψεις και υποχρηματοδότηση.

Εν τω μεταξύ, εν μέσω πανδημίας αναδύθηκε (περισσότερο από ποτέ) η ανάγκη για τη διασύνδεση των υπηρεσιών HIV με δομές εντός της κοινότητας. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν ανάγκες όπως είναι η επέκταση χρήσης των HIV self tests, οι πολύμηνες προμήθειες φαρμάκων, η εναλλακτική επικοινωνία και η ενίσχυση των μονάδων με έμψυχο και άψυχο υλικό. Ομως, σχεδόν τίποτα από αυτά δεν έχουμε αυτή τη στιγμή διαθέσιμο στην Ελλάδα.

Σταδιακά προσαρμοστήκαμε στα δεδομένα της πανδημίας. Οι υπηρεσίες προσπάθησαν σε όλο τον κόσμο να ανακτήσουν το χαμένο κατά το πρώτο κύμα έδαφος. Φαίνεται όμως, πλησιάζοντας τα δύο χρόνια πανδημίας, ότι έχουν μειωθεί σε όλο τον κόσμο τα τεστ και οι νέες διαγνώσεις HIV και συστήνεται από μεγάλους επιστημονικούς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Εταιρεία AIDS (EACS) να περάσει το HIV testing σε υπηρεσίες κοινότητας.

Μελέτη του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), δείχνει ότι εφέτος το μεγαλύτερο πλήγμα σε 25 χώρες το δέχθηκαν οι υπηρεσίες πρόληψης και διάγνωσης, όπου καταγράφεται πάνω από 50% μείωση της παροχής υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η ανακατανομή του ανθρώπινου δυναμικού, των υποδομών και των πόρων οδήγησε σε πτώση έως 70% των εργαστηριακών δυνατοτήτων κάλυψης των ατόμων που ζουν με HIV.

Οι αντοχές του συστήματος υγείας

Από ερωτηματολόγια της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης και Αντιμετώπισης του AIDS (ΕΕΜΑΑ) προς 12 ελληνικά τμήματα HIV που συμπληρώθηκαν μετά το πρώτο κύμα της πανδημίας προκύπτει η διαχρονική ένδεια προσωπικού. Μόλις 24 μόνιμοι ειδικοί γιατροί, 24 νοσηλευτές, 5 ψυχολόγοι και 10 άτομα διοικητικό προσωπικό καλύπτουν >6.500 άτομα με HIV. Επιπλέον θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γιατρών και το ήμισυ των νοσηλευτών συνεχίζει να αφιερώνει στα τμήματα COVID πάνω από 75% του χρόνου του.

Είναι σημαντικό δε να σημειωθεί ότι νόσησε από COVID το 4,5% των ατόμων που παρακολουθούν αυτά τα 12 τμήματα και ότι η εργασία των γιατρών επιβαρύνθηκε κατά 26% με την οργάνωση του εμβολιασμού. Τέλος, στο ερώτημα εάν παρατηρήθηκε επιδείνωση της υγείας των ασθενών η απάντηση ήταν εμφατικά «ναι». Οι γιατροί του HIV ζητούν επιπλέον προσωπικό, απλοποίηση των διαδικασιών συνταγογράφησης και προμήθειας φαρμάκων, απλοποίηση της διασύνδεσης με τους ειδικούς και εξασφάλιση των αναλωσίμων για τις εξετάσεις που είναι διαχρονικό πρόβλημα.

Συμπερασματικά, η τελευταία διετία έχει προσθέσει ένα μεγάλο φορτίο στους ώμους των λοιμωξιολόγων, οι οποίοι καλούνται να δουλέψουν σε εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες, απειλούμενοι με Burnout. Οι αντοχές του προσωπικού δοκιμάζονται σκληρά, με αποτέλεσμα να αναμένεται το επόμενο διάστημα ένα κύμα παραιτήσεων ή αποσύρσεων από την πρώτη γραμμή ενώ ήδη οι νεότεροι γιατροί αποφεύγουν να ασχοληθούν με τη νοσοκομειακή Ιατρική, γεγονός που θα διαταράξει τη λειτουργία των νοσηλευτικών μονάδων σε βάθος χρόνου.

Παρά την πανδημία ο στόχος των Ηνωμένων Εθνών είναι το 95 – 95 – 95 (95% των ατόμων με HIV να είναι διαγνωσμένοι, υπό θεραπεία και ιολογικά κατεσταλμένοι αντίστοιχα). Μέσα στις αντιξοότητες θα πρέπει να πάρουμε κάποια μαθήματα από την COVID και να εφαρμόσουμε ευρείες και απλοποιημένες διαδικασίες διάγνωσης, φροντίδας και θεραπείας. Κυρίως όμως, είναι πέρα από προφανές ότι θα πρέπει να ενισχυθούν τα Συστήματα Υγείας και ειδικότερα τα Τμήματα Λοιμώξεων.

Η κυρία Γιώτα Λουρίδα είναι παθολόγος-λοιμωξιολόγος, επιμελήτρια Α’ Μονάδα Λοιμώξεων ΓΝΑ «Ευαγγελισμός».