Κλιματική αλλαγή – Γιατί τα δάση χρειάζονται κάτι παραπάνω από απλές «δεσμεύσεις»

Η δέσμευση περισσότερων από 100 χωρών να σταματήσουν την αποψίλωση των δασών, για να έχει αποτέλεσμα, θα πρέπει να μετατραπεί σε πράξη. Και αυτό δεν είναι δεδομένο

Ποια είναι η τρίτη χώρα στον κόσμο ως προς τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα – του βασικού αερίου ρύπου που ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή – μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ; Η απάντηση είναι η αποψίλωση των τροπικών δασών.

Η φαινομενικά παράδοξη αυτή φράση έρχεται να υπογραμμίσει πόσο μεγάλη είναι η επίπτωση της συνεχούς αποψίλωσης των τροπικών δασών στο περιβάλλον. Γιατί ισοδυναμεί ουσιαστικά με την προσθήκη στην ατμόσφαιρα του διοξειδίου του άνθρακα που κανονικά θα απορροφούσαν τα δάση.

Η σημασία των δασών

Η σημασία των δασών στο περιβάλλον είναι τεράστια. Και δεν περιορίζεται στο ότι είναι απλώς ένας από τους βασικούς μηχανισμούς απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα, στοιχείο που επίσης σημαίνει ότι τα δάση θα είναι εξαιρετικά κρίσιμα όταν καταφέρουμε να μηδενίσουμε τις εκπομπές άνθρακα γιατί θα συμβάλλουν στη σταδιακή απορρόφηση των μεγάλων συσσωρευμένων όγκων διοξειδίου του άνθρακα από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης.

Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η μείωση των τροπικών δασών ευθύνεται σήμερα για το 8% των παγκοσμίων εκπομπών αερίων που προκαλούν την κλιματική αλλαγή, μπορούν να αποτελέσουν το 23%, ως προς την έννοια των άμεσων μέτρων που απαιτούνται μέχρι το 2030, καθώς η θετική τους επίπτωση μπορεί να αφορά μέχρι τότε έως και 7,1 γιγατόνους διοξειδίου του άνθρακα, δηλαδή το άθροισμα των εκπομπών διοξειδίου άνθρακα της Ρωσίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας το 2014.

Ή για να δώσουμε ένα άλλο μέτρο σύγκρισης: τα 4,2 εκατομμύρια εκτάρια τροπικών δασών που χάθηκαν ανάμεσα στο 2019 και το 2020, μια έκταση συγκρίσιμη με αυτή της Ολλανδίας, σημαίνουν ότι χάθηκε η δυνατότητα απορρόφησης διοξειδίου άνθρακα που θα αναλογούσε στις ετήσιες εκπομπές 570 εκατομμυρίων αυτοκινήτων, αριθμού υπερδιπλάσιου των αυτοκινήτων που κινούνται στους αμερικανικούς δρόμους.

Τα δάση επίσης είναι ένα από τα φυσικά μέσα που έχουμε για την αντιμετώπιση της ίδιας της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη. Κάθε 100 λίτρα νερού στη διαπνοή ενός δέντρου, ισοδυναμούν με δύο κλιματιστικά που δουλεύουν για μία μέσα (που θα απαιτούσαν για το ίδιο αποτέλεσμα δροσιάς 70 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας).

Από την άλλη, η αποψίλωση των δασών μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση των τοπικών θερμοκρασιών κατά έναν βαθμό Κελσίου  στους τροπικούς και στις εύκρατες ζώνες και να αυξήσει την ημερήσια διακύμανση θερμοκρασίας κατά σχεδόν 2 βαθμούς Κελσίου στους τροπικούς και κατά 2,85 βαθμούς στην εύκρατη ζώνη.

Γιατί επιταχύνεται η αποψίλωση των δασών

Η μείωση του όγκου των δασών είναι μια χαρακτηριστική πλευρά ενός στρεβλού παγκόσμιου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει μεγάλη ζήτηση για ορισμένα αγροτικά προϊόντα που είναι κομβικά για τη βιομηχανία. Αυτά είναι η σόγια, το φοινικέλαιο, το κακάο και ο καφές.

Μόνο που για να παραχθούν αυτά τα προϊόντα μεγάλες εκτάσεις των τροπικών δασών μετατρέπονται σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Σε αυτό βοήθησε τόσο η παγκόσμια ζήτηση όσο και το γεγονός ότι κυβερνήσεις το είδαν ως μοχλό ανάπτυξης και προσέφεραν σημαντικές επιδοτήσεις στην παραγωγή τέτοιων προϊόντων.

Στην ίδια κατεύθυνση και η μεγάλη ζήτηση για βιοκαύσιμα που επίσης σε χώρες όπως η Βραζιλία θεωρήθηκε ότι μπορούσε να απαντηθεί με την μετατροπή τμήματος του τροπικού δάσους του Αμαζονίου σε εκτάσεις καλλιεργούμενες για βιοκαύσιμα.

Επιπλέον, κάθε βήμα προς την «αξιοποίηση» των δασών με αυτόν τρόπο, όπως είναι π.χ. η κατασκευή δρόμων για την κίνηση μεγάλων οχημάτων επίσης καταλήγει στο να μειώνεται ακόμη περισσότερο η συνολική δασική κάλυψη.

Παράλληλα, εξακολουθεί να υπάρχει εντατική υλοτόμηση, με όρους που την καθιστούν μη βιώσιμη. Μάλιστα, ακόμη και τα προϊόντα παράνομης υλοτόμησης καταλήγουν στις μεγάλες αγορές των ΗΠΑ και της ΕΕ, με αποτέλεσμα να συντηρείται  ο φαύλος κύκλος. Σε ορισμένα μέρη υπάρχει ακόμη και μεγάλη χρήση των δέντρων ως καύσιμης ύλης για τη θέρμανση. Παράλληλα, οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές, που έχουν γίνει πιο συχνές εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, επίσης μειώνουν τις δασικές εκτάσεις.

Όλα αυτά διαμορφώνουν όχι μόνο μια τεράστια απειλή για το περιβάλλον και την επιβίωση του πλανήτη, αλλά πλήττουν καίρια τις κοινότητες που για μεγάλο διάστημα συνυπάρχουν αρμονικά με το δάσος.

Οι πρωταθλητές της καταστροφής των δασών

Η χώρα στην οποία καταγράφεται η μεγαλύτερη μείωση των δασών κάθε χρόνο, είναι αυτή που έχει στην έκτασή τους και μεγάλο μέρος ενός από τα σημαντικότερα τροπικά δάση: η Βραζιλία.

Στη Βραζιλία η καταστροφή συμβαίνει με δύο τρόπους, είτε μέσα από τη μετατροπή δασών σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις με συστηματικό τρόπο, είτε μέσα από τεράστιες δασικές πυρκαγιές που σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα ακριβώς της αποψίλωσης των δασών (π.χ. όταν καίγονται οι παρακείμενες αγροτικές εκτάσεις για να προετοιμαστούν για τον επόμενο κύκλο καλλιέργειας).

Αλλά και σε άλλα σημεία της Νότιας Αμερικής τα πράγματα δεν πάνε ιδιαίτερα καλά. Οι μεγάλες πυρκαγιές τα προηγούμενα χρόνια στη Βολιβία, που αφετηρία είχαν προσπάθεια να μετατραπούν δάση σε καλλιεργήσιμη έκταση οδήγησαν σε μεγάλες απώλειες δασών. Η συμφωνία ειρήνης ανάμεσα στην κυβέρνηση της Κολομβίας και το αντάρτικο FARC είχε ως αποτέλεσμα ένα «κενό εξουσίας» σε δασικές περιοχές που αύξησε την αποψίλωση.

Υποχώρηση της αποψίλωσης φάνηκε να καταγράφουν τα τελευταία χρόνια χώρες όπως η Ινδονησία και η Μαλαισία, αν και τα προηγούμενα η αποψίλωση ήταν πολύ μεγάλη. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η Μαλαισία έχει χάσει σχεδόν το ένα πέμπτο των πρωτογενών δασών της από το 2001 και σχεδόν το ένα τρίτο από τη δεκαετία του 1970.

Σε άλλες περιπτώσεις η καταστροφή των δασών οφείλεται περισσότερο στον τρόπο που μικροκαλλιεργητές προσπαθούν να αυξήσουν την καλλιεργήσιμη έκτασή τους και αυξήσουν το εισόδημά τους αλλά και για να καλύψουν ενεργειακές ανάγκες. Αυτό για παράδειγμα συμβαίνει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου χάθηκαν το 2020 490.000 εκτάρια δασών

Οι αποφάσεις στην COP26

Σε συμβολικό επίπεδο η απόφαση περισσότερων από 100 ηγετών, που εκπροσωπούν τις χώρες όπου βρίσκεται πάνω από το 85% των δασών του πλανήτη, να υπογράψουν μια διακήρυξη για το τέλος της αποψίλωσης των δασών έως το 2030, αναμφίβολα έχει σημασία.

Βεβαίως η διακήρυξη δεν περιλαμβάνει κάποια συγκεκριμένα πρακτικά βήματα για το πώς θα υλοποιηθεί και την ίδια στιγμή, όπως και με ανάλογες διεθνείς διακηρύξεις, έχει το πρόβλημα ότι περιλαμβάνει μια μεταβατική περίοδο που με τους σημερινούς ρυθμούς θα σημαίνει πολύ μεγάλες απώλειες δασών.

Παράλληλα, υπάρχει το πραγματικό πρόβλημα της ειλικρίνειας των ηγετών που υπογράφουν τις σχετικές διακηρύξεις. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο αρνητής της κλιματικής αλλαγής και ένθερμος υποστηρικτής των συμφερόντων που επιβουλεύονται το δάσος του Αμαζονίου πρόεδρος της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο περιλαμβάνεται στους υπογράφοντες της σχετική διακήρυξη.

Αντίστοιχα, οι πόροι που δεσμεύτηκαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το οποίο δεν αφορά απλώς την προστασία των δασών αλλά και την αναζήτηση εναλλακτικών αναπτυξιακών προοπτικών ώστε να μην φαντάζει το δάσος ως πλουτοπαραγωγική πηγή, είναι επίσης μάλλον συμβολικοί.

Δώδεκα κυβερνήσεις δεσμεύτηκαν να προσφέρουν συνολικά 12 δισεκατομμύρια δολάρια σε αναπτυξιακή βοήθεια ανάμεσα στο 2021 και το 2025 και πέντε κυβερνήσεις και 17 φιλανθρωπικές οργανώσεις δεσμεύτηκαν να δώσουν 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια (παρότι ο στόχος ήταν τα 2 δισεκατομμύρια) για την υποστήριξη των ιθαγενών πληθυσμών σε δασικές περιοχές.

Ούτως ή άλλως οι δεσμεύσεις βοήθειας προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο για τη συμβολή στη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι κάπως συμβολικές. Ο πρόεδρος Μπάιντεν για παράδειγμα παρουσίασε τη δέσμευση να δίνουν οι ΗΠΑ τρία δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο από το 2024 και μετά στις αναπτυσσόμενες χώρες, ως τη μεγαλύτερη δέσμευση των ΗΠΑ στον περιορισμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στις πιο ευάλωτες χώρες. Μόνο που το ποσό αυτό είναι πολύ χαμηλό, εάν αναλογιστούμε ότι μόνο οι ίδιες οι ΗΠΑ ξοδεύουν κάθε χρόνο υπερπολλαπλάσια ποσά για να αντιμετωπίζουν τις ίδιες επιπτώσεις στο δικό τους έδαφος: η αρμόδια ομοσπονδιακή αρχή πολιτικής προστασίας, η FEMA ξόδεψε μόνο τους περασμένους 12 μήνες και χωρίς να είναι πολύ ισχυρές οι φετινές τροπικές θύελλες, 50,2 δισεκατομμύρια δολάρια ή 3 δισεκατομμύρια κάθε 22 μέρες.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Science
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk