Πιάνο, μπουζούκι, κιθάρα και σαξόφωνο είναι μερικά από τα όργανα που παίζετε. Θυμάστε την πρώτη επαφή σας με τη μουσική; «Εγινε όταν ήµουν τριών χρόνων και οι γονείς µου µε πήγαν στο ωδείο. Από εκεί και πέρα, τα πάντα ήταν µουσική για εµένα. Δεν ήµουν καλός µαθητής, βέβαια. Μπορεί να έπαιζα έξι ώρες πιάνο την ηµέρα, αλλά µελετούσα δέκα λεπτά προτού πάω στο ωδείο».
Ανήκετε στη λεγόμενη αγγλόφωνη ελληνική σκηνή. Εκφράζεστε καλύτερα μέσα από τον ξένο στίχο; «Θαυµάζω το τραγούδι µε ελληνικό στίχο. Η επιλογή µου αυτή έχει να κάνει µε το γεγονός ότι θέλω να απευθύνοµαι σε ευρύτερο φάσµα ανθρώπων. Σίγουρα χρησιµοποιώντας µια ξένη γλώσσα παίρνεις το ρίσκο να χαθεί η αλήθεια που κρύβεται στον πυρήνα της µητρικής σου γλώσσας. Την ίδια στιγµή όµως σου φαίνεται πιο εύκολο να εκτεθείς, να πεις πράγµατα τα οποία στη µητρική σου γλώσσα δεν θα τα τολµούσες και τα οποία µε αυτόν τον τρόπο περνούν απαρατήρητα από εσένα τον ίδιο που πονάς λιγότερο την ώρα που τα λες. Γράφω πάντως και τραγούδια στα ελληνικά. Κάποια στιγµή θα τολµήσω να τα µοιραστώ. Αλλά θέλω πρώτα να το αντέχω».
Σήμερα εμφανίζεστε σε μουσικές σκηνές σε όλη την Ευρώπη. Πριν από τρία χρόνια, όμως, αποφασίσατε να εγκαταλείψετε το Λονδίνο και να επιστρέψετε στην Ελλάδα. Γιατί; «Εφυγα συνειδητά. Τότε πίστευα ότι παίζοντας στο Λονδίνο θα περνούσε κάποιος που θα ήταν σηµαντικός, θα µε έβλεπε και θα έλεγε: «Αγόρι µου, έλα να σε κάνω σπουδαίο». Πλέον ξέρω ότι αυτό είναι ψέµα. Θεωρώ ότι ως δηµιουργός µπορείς να ζεις στην Ελλάδα και ταυτόχρονα να µοιράζεσαι τη µουσική σου ως πολίτης του κόσµου. Μάλιστα, έτσι έχεις περισσότερες πιθανότητες να γίνεις κοµµάτι της παγκόσµιας σκηνής. Το έκαναν οι Σουηδοί, οι Ισλανδοί. Σκεφτείτε την Μπιορκ, τους Sigur Rós…».
Μπορούμε να μιλάμε λοιπόν για μια εξαγώγιμη ελληνική αγγλόφωνη σκηνή; «Ναι. Απλώς λείπουν οι υποδοµές. Και αυτές πρέπει να τις φτιάξουµε. Αρχικά δηµιούργησα µια οµάδα για να διαχειριστεί εµένα. Σήµερα αυτή η οµάδα άνοιξε και για άλλους µουσικούς, µοιάζει µε ένα µουσικό σπίτι. Προσπαθούµε να ασχοληθούµε µε όλα τα κοµµάτια της δουλειάς. Για παράδειγµα, κάποιος που έκλεισε µια συναυλία στο εξωτερικό να µην έχει άγχος πώς θα βρει τον τρόπο να ταξιδέψει. Πιστεύω ότι αν όλοι µαζί µαζευτούµε και µοιραστούµε λάθη και εµπειρίες θα τα καταφέρουµε».
Την ίδια στιγμή ετοιμάζετε τον τρίτο προσωπικό σας δίσκο… «Θα κυκλοφορήσει µέσα στο 2018. Είµαι χαρούµενος που µπήκα στη διαδικασία να γράψω ξανά. Πέρασα µια περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ζορίστηκα αρκετά. Εγραφα µεν µουσική, αλλά δεν την αισθανόµουν. Ισως είχε να κάνει µε την προσπάθειά µου να ελέγξω το υποσυνείδητο κοµµάτι µου. Τελικά κατάλαβα ότι αυτό ήταν το πιο δηµιουργικό κοµµάτι µου. Και αυτός ο δίσκος έχει να κάνει µε τη σχέση συνειδητού και ασυνειδήτου».
Ποιος είναι ο ομορφότερος χώρος στον οποίο έχετε δώσει συναυλία; «Ο Ναός του Ολυµπίου Διός το 2015, όταν ντύσαµε µουσικά τον «Κινηµατογραφιστή» του Μπάστερ Κίτον».
Ετοιμάζεστε όμως για δύο ακόμη συναυλίες. Την Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο των Αισχυλείων, στο Παλαιό Ελαιουργείο στην Ελευσίνα, και δύο ημέρες αργότερα, την 1η Οκτωβρίου, στη Σύρο, στα σκαλιά του δημαρχείου Ερμούπολης, μετά την τελετή λήξης του φεστιβάλ Animasyros. «Ναι. Ανυποµονώ και για τα δύο. Στη Σύρο µάλιστα θα παρουσιάσουµε µια παράσταση που την έχουµε σχεδιάσει ειδικά για το Animasyros. Πρόκειται για ένα οπτικοακουστικό θέαµα, µε ειδικά διαµορφωµένο light installation που θα χρησιµοποιήσει ως καµβά το ιστορικό δηµαρχείο. Ελπίζω µόνο να µη βρέξει».
Υπάρχει ωραιότερος ήχος από αυτόν της μουσικής; «Οποιοσδήποτε ήχος µπορεί να είναι µουσική. Ακόµη και η έλλειψη ήχου, η σιωπή. Οπότε, ναι, ο ωραιότερος ήχος είναι η µουσική, αλλά τελικά µουσική µπορούν να γίνουν τα πάντα».
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ