Πολλά απ’ όσα συντελούνται στα χρόνια της κρίσης είναι «το αυτονόητο» αποτέλεσμα δικών μας επιλογών. Αφήσαμε μεγάλο χρόνο να κυλήσει χωρίς να ασχοληθούμε με κανένα αυτονόητο. Μείναμε άπρακτοι στο να υλοποιήσουμε πολλές, αναγκαίες, αλλά μικρές αλλαγές, που καθορίζουν την ομαλή εξέλιξη μιας κοινωνίας, δημιουργώντας ογκόλιθους προβλημάτων. Σήμερα, μιλάμε με τον πιο αυτονόητο τρόπο για μεταρρυθμίσεις, δηλαδή διαδικασίες πολύ πιο δύσκολες και επώδυνες. Η αντίφασή μας είναι εκρηκτική.
Υπάρχει μια δραματική μετατόπιση του αυτονόητου. Στη χώρα μας και σε πολλές άλλες. Το αυτονόητο μετατοπίζεται από τη Δημοκρατία στον αυταρχισμό –κοινοβουλευτικό ή όχι -, από τη συνοχή στον κατακερματισμό, από το κεντρομόλο στο φυγόκεντρο. Μια έννοια με συλλογική διάσταση πήρε πλέον έντονα εξατομικευμένο χαρακτήρα. Ετσι, η βάση για μεγάλες κοινωνικές συναινέσεις έχει γίνει τόσο αδύναμη, ώστε να κάνει τα προβλήματά μας πολύ πιο δύσκολα.
Το αυτονόητο, δηλαδή αυτό που συνιστά τις «αλήθειες» μιας εποχής, μετατρέπεται σε παγίδα που εμποδίζει μια κοινωνία να αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα σε μια πολύ διαφορετική εποχή. Στα χρόνια τη κρίσης εμμείναμε πεισματικά σε αυτονόητα, ιδεολογίες και πρακτικές, που ακόμα και στην εποχή τους δεν έπρεπε να ήσαν αυτονόητες. Για να παραφράσω τον Κέινς, η πολιτική ζωή είναι όμηρος ιδεών πεθαμένων πολιτικών και αποστεωμένων ιδεολογιών.
Πώς, γιατί και από ποιους δημιουργούνται θάλασσες κοινωνικών προσδοκιών και ελπίδων που είναι φανερό ή θα έπρεπε να είναι φανερό ότι όχι μόνο δεν είναι διόλου αυτονόητες αλλά είναι αυτονόητα εξωπραγματικές; Υπάρχουν οι δημοσιονομικές, οι χρηματιστηριακές και άλλες φούσκες. Υπάρχουν όμως και οι πολύ πιο καταστροφικές φούσκες στις αξίες, στις αντιλήψεις και στην πολιτική που οδηγούν κοινωνίες ολόκληρες να πιστεύουν ότι μπορούν να φθάσουν σε όμορφους στόχους εύκολα και ανέξοδα. Σημαντικά κοινωνικά τμήματα πίστεψαν στον υποθετικό Παράδεισο. Και διαπίστωσαν ότι ο Παράδεισος δεν διέφερε από την Κόλαση.
Το πώς θα πάμε σε συνθήκες πιο επιθυμητές είναι απολύτως αναγκαίο. Για να πάμε, όμως, πρέπει να αλλάξουμε το σημερινό αυτονόητο. Το ερώτημα είναι πώς;
Θα αναφερθώ σε πέντε άξονες πολιτικής:
1 Η μονόπλευρη έμφαση στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος άφησε ανέγγιχτο το πρόβλημα των μεγάλων ανισορροπιών του παραγωγικού συστήματος που καθoρίζουν την απασχόληση, τα εισοδήματα και την ανάπτυξη. Θεωρώ ότι σήμερα μια πολιτική που θα διασυνδέσει τις πολιτικές μακροοικονομικής εξισορρόπησης με τον παραγωγικό μετασχηματισμό και τη μεγέθυνση είναι εξαιρετικά κρίσιμη για να βγούμε από την κρίση. Χρειαζόμαστε έναν νέο κύκλο ανάπτυξης, σοβαρές αλλαγές στην παραγωγική βάση της χώρας και την ενίσχυση των παραγόντων-κλειδιών της σύγχρονης ανάπτυξης. Διαφορετικά, η οικονομία μας θα αντιμετωπίζει εγγενείς φραγμούς τόσο στο διαρθρωτικό πεδίο όσο και στις μακρο-ανισορροπίες μας.
2 Η επιλογή μιας «βιομηχανικής πολιτικής» για την ισχυροποίηση της πραγματικής οικονομίας προβάλλει επιτακτικά. Σήμερα, βιομηχανική πολιτική δεν είναι ό,τι ήταν χθες. Οπως αναφέρει ο Dani Rodrik «βιομηχανική πολιτική σήμερα δεν είναι ένας κατάλογος εργαλείων πολιτικής αλλά μια διαδικασία ανακάλυψης». Το νέο στοιχείο μιας τέτοιας πολιτικής είναι η στοχοπροσήλωση –το targeting -, χωρίς όσα οδήγησαν στην απαξίωσή της τη δεκαετία του 1980 σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε για στενούς κλάδους, ούτε μόνο για τη μεταποίηση ή μεμονωμένες επιχειρήσεις. Βασικό στοιχείο είναι η θέσπιση στοχευμένων αλλά ευέλικτων θεσμικών και επενδυτικών στρατηγικών, μέσα στις οποίες η επιχειρηματικότητα επιλέγει, επενδύει και αναπτύσσεται, αναλαμβάνοντας όμως πλήρως και τα ρίσκα της. Αυτό προϋποθέτει ανατρεπτικές αλλαγές στον τρόπο διακυβέρνησης, στα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των επενδύσεων, των υποδομών και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Προϋποθέτει και την κατανόηση ότι κάθε μεγάλο πεδίο παραγωγικών δραστηριοτήτων είναι αποτέλεσμα στοχοπροσηλωμένων στρατηγικών που ακολουθούν συστηματικά χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιαπωνία, η Κίνα, οι ΗΠΑ.
3 Η Ελλάδα λόγω της ασύμμετρης εξειδίκευσής της σε προϊόντα και υπηρεσίες, που χαρακτηρίζονται από απλή ή σχετικά χαμηλή τεχνολογία, εγκλωβίζει το ανθρώπινο δυναμικό της σε χαμηλές αμοιβές και στην επιλογή της μετανάστευσης. Αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο. Πρέπει να καλύψουμε το απόλυτο κενό αναπτυξιακής πολιτικής με μια διπλή στρατηγική, η οποία θα επιδιώκει να μειώσει κάποια από τα μεγάλα κενά του υφιστάμενου παραγωγικού συστήματος αλλά και να διευρύνει τα όριά του προς νέες και δυναμικές κατευθύνσεις.
4 Εμφαση σε πολιτικές για την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τόσο στον επιχειρηματικό τομέα όσο και στη μητέρα όλων των πολιτικών ταμπού: εννοώ τη δημόσια διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση, τις δημόσιες επιχειρήσεις. Σε συνθήκες περιορισμένων πόρων, η αύξηση της παραγωγικότητας λειτουργεί ως μοχλός για την αύξηση της παραγωγής και υποκαθιστά σε κάποιο βαθμό τις γνωστές επεκτατικές πολιτικές. Για όλη την οικονομία, μια τέτοια πολιτική θα σήμαινε την κινητοποίηση μιας πολύ σοβαρής ενέργειας με πολύ περιορισμένη πρόσθετη χρηματοδότηση. Μια βελτίωση της παραγωγικότητας στο Δημόσιο, 2%-3% και μόνο, θα οδηγούσε σε μια βελτίωση περίπου 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο.
5 Οταν αναφερόμαστε στους παράγοντες της ανάπτυξης έχουμε κατά νου την εργασία, το κεφάλαιο, την τεχνολογική και καινοτομική ικανότητα, το εκπαιδευτικό σύστημα. Οικονομολογική μυωπία! Η συνάρτηση της ανάπτυξης περιλαμβάνει ακόμα πιο κρίσιμους παράγοντες: την εμπιστοσύνη στην πολιτική, την αποτελεσματικότητα της πολιτικής, τη διάχυση της τρομοκρατίας και της βίας, την πολιτική συγκάλυψη μιας εκτεταμένης φοροδιαφυγής και διαφθοράς, κοινωνικά στοιχεία, όπως το τρίγωνο «μισαλλοδοξία – διχαστική εμμονή – ανικανότητα», το εκπαιδευτικό σύστημα, το χάσμα του οποίου με την εξέλιξη της Γνώσης στις επόμενες δεκαετίες θα γίνει ακόμα πιο εκρηκτικό. Η απραξία μας σε όλα αυτά τα πεδία θα οδηγήσει σε μια δεύτερη εμπειρία Ασφαλιστικού: μια τεράστια αναντιστοιχία μεταξύ δυνατοτήτων μας και πραγματικότητας που όταν γιγαντωθεί θα είναι αργά. Πολύ περισσότερο με τις δημογραφικές προοπτικές που διαγράφονται.
Στο ερώτημα γιατί ενώ λέγονται πολλά και σωστά γίνονται λίγα ή τίποτα υπάρχει μια σίγουρη –όχι η μόνη –απάντηση: Το κράτος, δηλαδή ο πιο κρίσιμος γενεσιουργός παράγοντας της κρίσης, καλείται να έρθει σε σύγκρουση με τον εαυτό του, με συμφέροντα, ισχυρές δυνάμεις και συσχετισμούς που κυριαρχούν μέσα και πίσω του, με τα λάθη του. Πώς μπορεί το αίτιο που προκάλεσε το αιτιατό να γίνει ταυτόχρονα και ο πολέμιός του;
Το ζητούμενο είναι αν οι Ελληνες και Ελληνίδες μπορούν να ονειρευτούν ξανά. Πιστεύω ότι μπορούν –αν ξεφύγουν από την παγίδα της θυματοποίησης και αν οι υπνοβάτες ξυπνήσουν. Δεν εννοώ να ονειρευτούν τις 1.000 και μία νύχτες. Ομως, δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους. Το πολιτικό σύστημα που τους στέρησε αυτή τη δυνατότητα για τόσα χρόνια έχει την οδυνηρή υποχρέωση να τους κάνει ξανά εφικτό ένα τέτοιο ονειρικό.
Παρέμβαση στο Συνέδριο: «Η Ελλάδα Μετά»
Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι πρώην υπουργός.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ