Τους κανόνες τους οποίους θέτει το Σύνταγμα για το θέμα των τηλεοπτικών αδειών αναλύει ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ κ. Πέτρος Ι. Παραράς με άρθρο το οποίο δημοσιεύει «Το Βήμα της Κυριακής». Μεταξύ άλλων ο καθηγητής επισημαίνει την ανάγκη του πλουραλισμού και της πολυφωνίας, την αναγκαιότητα της «συμφώνου γνώμης» από το ΕΣΡ αλλά και την ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης σε αυτή τη διαδικασία, τα οποία καταστρατηγούνται.
Για το φλέγον ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών το Σύνταγμα, καθ’ ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 2, θέτει κατά τη γνώμη μου τους κάτωθι κανόνες:

1. Το κράτος οφείλει να θεσπίσει ειδικό νόμο, όπου θα προσδιορισθούν οι αυστηρές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, ο οποίος εξυπηρετεί, όπως και το ραδιόφωνο, το συνταγματικό δικαίωμα του καθενός να έχει πληροφόρηση από πηγές που να είναι γενικά προσιτές στο κοινό. Πλην δε των ειδικών συνταγματικών κανόνων-σκοπών που η λειτουργία της τηλεόρασης οφείλει να υπηρετεί (άρθρο 15, παρ. 2, εδ. γ’ Σ.), οι περαιτέρω προϋποθέσεις που θα θέσει ο νόμος δεν μπορεί να είναι τόσο αυστηρές ώστε κατ’ ουσίαν να αποτρέπουν τον ιδιώτη-επιχειρηματία από τη σύσταση σταθμού τηλεόρασης. Ισχύουν εν προκειμένω οι δεσμευτικοί για τον νομοθέτη κανόνες της αρχής της αναλογικότητας, σε συνδυασμό με το ότι οι προϋποθέσεις αυτές ή οι περιορισμοί θα πρέπει να αποτελούν και μέτρα αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία (βλ. άρθρο 10, παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – ΕΣΔΑ). Προφανώς, με τις ίδιες προϋποθέσεις θα δίδεται και η άδεια για τη λειτουργία της δημόσιας τηλεόρασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κράτος θα δώσει τόσες άδειες τηλεοράσεως όσα και τα διαθέσιμα κανάλια, ώστε να μην μπορεί πλέον να δοθεί καμία άλλη άδεια σε ιδιώτη! Οσο περισσότερες είναι οι δημόσιες άδειες τόσο περιορίζεται η πολυφωνία αλλά και η διάδοση των ιδεών, ενώ το αντίθετο επιτάσσει το Σύνταγμα.
2. Εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ο αρμόδιος υπουργός θα χορηγήσει την άδεια, αλλά μόνο κατόπιν της «συμφώνου γνώμης» του ΕΣΡ, αφού αυτό είναι το κατ’ εξοχήν ειδικό τεχνικό όργανο στο οποίο ανήκει, κατά το Σύνταγμα, η «αποκλειστική» αρμοδιότητα (άρα κατ’ αποκλεισμό του κράτους) να ελέγχει την τήρηση όλων των κανόνων που διέπουν τη σύσταση και τη λειτουργία της τηλεόρασης. Δοθέντος δε ότι το δικαίωμα στην πληροφόρηση αλλά και η ελευθερία μετάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων είναι ατομικά δικαιώματα (άρθρο 5Α του Σ., άρθρο 10, παρ. 1 ΕΣΔΑ), η εν προκειμένω άρνηση του υπουργού να δώσει την άδεια, καίτοι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που διαπίστωσε το ΕΣΡ, στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενέργειας που είναι λόγος ακυρώσεως από το ΣτΕ.
3. Μετά τη χορήγηση της άδειας, το ΕΣΡ δύναται να ελέγχει, κατά πάντα χρόνο και αυτεπαγγέλτως, την τήρηση των όρων λειτουργίας από τον κάθε σταθμό τηλεόρασης, υποχρεούται δε να το πράττει, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από όποιον έχει έννομο συμφέρον, περιλαμβανομένου και του κράτους. Σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης, μόνο το ΕΣΡ μπορεί να επιβάλει διοικητική κύρωση κατά σταθμού τηλεόρασης, όπως ρητώς ορίζεται από το άρθρο 15, παρ. 2, εδ. β’ Σ.
4. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα κράτη από του να υποβάλωσι τας «επιχειρήσεις» ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας». Αρα η ΕΣΔΑ αντιλαμβάνεται το ιδιωτικό κανάλι τηλεόρασης ως επιχείρηση, όπως πράγματι και είναι, δηλαδή πρόκειται περί ασκήσεως «επιχειρηματικής ελευθερίας», η οποία είναι επίσης ατομικό δικαίωμα που προφανώς στεγάζεται και στη γενικότερη έννοια της οικονομικής ελευθερίας του άρθρου 5, παρ. 1 Σ. Ετσι, η όποια ιδιωτική τηλεοπτική επιχείρηση εμπίπτει και στην προστασία του άρθρου αυτού. Ρητώς δε και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ αναφέρει ότι «Η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ενωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».
5. Εντεύθεν, ναι μεν το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ δεν αποκλείουν τη χορήγηση προηγούμενης άδειας για την ίδρυση τέτοιας επιχείρησης, πρέπει όμως να λειτουργούν υποχρεωτικώς περισσότερα κανάλια, διότι μόνο έτσι τηρούνται οι συνταγματικές αρχές του πλουραλισμού και της πολυφωνίας που είναι προϋπόθεση της δημοκρατίας. Ευθέως δε και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ορίζεται ότι «Η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές» (άρθρο 11, παρ. 2). Αποκλείεται λοιπόν η καθιέρωση numerus clausus για τις άδειες αυτές, δοθέντος ότι σήμερα η εξελιγμένη τεχνολογία έχει διευρύνει τις διαθέσιμες συχνότητες και τα κανάλια, ώστε νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των αδειών, είσω του συνόλου που τεχνικώς είναι δυνατόν να δοθούν, παραβιάζει τόσο το άρθρο 5, παρ. 1 Σ. που προστατεύει την ελευθερία του επιχειρείν, όσο και το άρθρο 10, παρ. 1 της ΕΣΔΑ που δεν ανέχεται, πλέον, την πρόβλεψη μόνο περιορισμένου αριθμού αδειών, εφόσον οι δυνάμενες να διατεθούν είναι σήμερα περισσότερες. Είναι λοιπόν τελείως αυθαίρετη η δυνατότητα χορήγησης μόνο τεσσάρων αδειών (άρθρο 2Α Ν. 4339/2015). Και εκτός Ελλάδος γίνεται ήδη δεκτό ότι, εν όψει της σύγχρονης τεχνολογίας, δεν νοείται νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των δυναμένων να δοθούν αδειών (βλ. ερμηνεία του άρθρου 10, παρ. 1 ΕΣΔΑ από τον Chr. Grabenwarter, Europ. Menschenrechtskonvention, Beck 2009, 4η έκδ., σελ. 294).
6. Το μείζον όμως ζήτημα που γεννάται εν προκειμένω έγκειται στο ότι το ΕΣΡ δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ώστε να γνωμοδοτήσει, αφού για τα πρόσωπα που θα το στελεχώσουν δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει τα 4/5 των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής (άρθρο 101Α Σ.). Και επειδή δεν διανοούμαι ο αναθεωρητικός νομοθέτης να εννοούσε ότι καμία από τις πέντε ανεξάρτητες αρχές που προβλέπει το Σύνταγμα δεν θα λειτουργήσει στο μέλλον παρά μόνο αν εξασφαλισθεί η αυξημένη αυτή πλειοψηφία των 4/5, προτείνω, σαν λύση από το αδιέξοδο, ότι αν και η τρίτη ψηφοφορία για την επιλογή των μελών αποβεί άκαρπη, τότε η Διάσκεψη, με απόλυτη τώρα πλειοψηφία, να επιλέξει τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών. Βέβαια, η λύση αυτή είναι αντίθετη με το γράμμα του Συντάγματος, αλλά είναι σύμφωνη με αυτό που προδήλως θα ήθελε και ο αναθεωρητικός νομοθέτης, αν αναλογιζόταν τα εν προκειμένω αδιέξοδα. Από τη μη λειτουργία των Αρχών, το προτεινόμενο κακό είναι ήσσονος σημασίας (αρχή της ενότητας και πρακτικής αρμονίας του Συντάγματος). Η διαρκής παρανομία με τις συνεχείς νομοθετικές παρατάσεις της θητείας μελών και εναντίον της νομολογίας του ΣτΕ πρέπει κάποτε να σταματήσει.
Ο κ. Πέτρος Ι. Παραράς είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ