Παραμύθι ν’ αρχινήσει

Ο Γεώργιος Α. Μέγας, ο συστηματικότερος μάλλον μελετητής του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού έως σήμερα, έχει πλήθος σχετικές εργασίες στο ενεργητικό του.

Ο Γεώργιος Α. Μέγας, ο συστηματικότερος μάλλον μελετητής του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού έως σήμερα, έχει πλήθος σχετικές εργασίες στο ενεργητικό του. Οδηγό του είχε την ιστορικογεωγραφική μέθοδο (της φινλανδικής σχολής) που εξετάζει, διεθνώς και διαχρονικά, τη διάδοση των διάφορων παραμυθιακών τύπων, τονίζοντας ιδιαίτερα τη διαχρονική διάσταση των παραμυθιών. Σύμφωνα με τη σχολή αυτή, κάθε λαός παραλαμβάνει την ύλη για τα παραμύθια του από μια διεθνή πηγή και τα μεταβάλλει με τρόπο που να τα καθιστά δικά του. Οπως ο ίδιος σημειώνει, το παραμύθι, αν και δεν υπόκειται στους όρους της πραγματικής ζωής, προσαρμόζεται ωστόσο στα ήθη και τα έθιμα, στους μύθους και τις δοξασίες ενός λαού, με αποτέλεσμα να γίνεται κομμάτι της ζωής του, να αποκτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Το κάθε παραμύθι – λέξη που προέρχεται από το ρήμα «παραμυθούμαι», που σημαίνει «δίνω θάρρος», «προτρέπω», «παρηγορώ», «συμβουλεύω», «ανακουφίζω» – αρχικά προοριζόταν για τη διασκέδαση των μεγάλων. Μόνον αργότερα οι αφηγήσεις της παραδοσιακής κοινωνίας έγιναν διηγήσεις για τα παιδιά, κρατώντας ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο. Ο Μέγας στους δύο τόμους υπό τον τίτλο «Ελληνικά παραμύθια» που εξέδωσε από τις εκδόσεις Εστία (το 1927 και το 1962) επέλεξε πλήρη και άρτια παραμύθια για τα παιδιά, τα οποία να είναι κατάλληλα για παιδαγωγικούς σκοπούς και, παράλληλα, να προσφέρουν χαρά και απόλαυση. Στον τόμο του 1962, τον οποίο προσφέρει σήμερα στους αναγνώστες του «Το Βήμα», ο επιφανής λαογράφος ανθολογεί παραμύθια που απευθύνονται σε παιδιά λίγο μεγαλύτερα σε σύγκριση με την έκδοση του 1927. Επιλέγονται 47 παραμύθια, αριθμός που αποδεικνύει πόσο προσεκτική ήταν η εκλογή του Μέγα, ο οποίος το διάστημα 1957-1963 – σύμφωνα με μαρτυρία του Μιχάλη Μερακλή, στο βιβλίο του «Το λαϊκό παραμύθι» – είχε συγκεντρώσει τον εντυπωσιακό αριθμό των 4.000 παραμυθιών!
Ο θρίαμβος της ηθικής ομορφιάς


Η παιδαγωγική αξία του παραμυθιού έχει υμνηθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, με την πεποίθηση ότι ο υπό διαμόρφωση χαρακτήρας του παιδιού και η κοινωνική του αγωγή επηρεάζονται θετικά από το παραμύθι, καθώς του μαθαίνει να ταυτίζεται με το καλό και να εκτιμά την αξία της φιλίας και της εργασίας, ενώ επίσης καλλιεργεί τη γενναιότητα και το θάρρος. Και χάρη στο λυτρωτικό ευτυχισμένο τέλος τα παιδιά κερδίζουν την υπόσχεση ότι, παρά τις δυσκολίες, μπορεί εν τέλει να κατακτήσει την ευτυχία όποιος μάχεται για αυτήν, αφού κάθε είδους ασχήμια παραμερίζεται και θριαμβεύει η ηθική ομορφιά. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο διεξάγεται μια συζήτηση για το κατά πόσον είναι όντως παιδαγωγικά ωφέλιμα τα παραμύθια, δεδομένου ότι πρόκειται για αφηγήσεις που ενίοτε έχουν άγριες σκηνές, και στις οποίες κυριαρχεί το άλογο στοιχείο, το παράλογο, το θαύμα και το υπερφυσικό, τα οποία ενδέχεται, λένε οι υπερασπιστές αυτής της άποψης, να εμποδίσουν την αντίληψη της πραγματικότητας.
Ωστόσο, σύμφωνα με παιδαγωγούς, τα παραμύθια στην αρχική τους μορφή βοηθούν τα παιδιά να ζήσουν τις συγκρούσεις μαζί με τους παραμυθιακούς ήρωες και έτσι να κατανικήσουν τις χαοτικές εντάσεις του υποσυνειδήτου τους. Επίσης, βάσει της ψυχαναλυτικής μεθόδου προσέγγισης του παραμυθιακού λόγου, με ηγετικές μορφές τον Ζίγκμουντ Φρόιντ και τον Καρλ Γιουνγκ, τα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες του παραμυθιού που αντιμετωπίζουν επιτυχώς τις μάγισσες, τους δράκους, τα άγρια ζώα και κάθε λογής πρόβλημα, και έτσι υπερνικούν κι εκείνα τους φόβους και τις αγωνίες τους.
Από το ρεαλιστικό στο υπερφυσικό


Ο Γεώργιος Μέγας χωρίζει τα παραμύθια του σε τρεις κατηγορίες: σε μύθους ζώων, παραμύθια και ευτράπελες διηγήσεις. Μύθοι ζώων ονομάζονται τα παραμύθια στα οποία πρωταγωνιστούν ζώα, μάλλον από την επιρροή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και κυρίως βέβαια των περίφημων Μύθων του Αισώπου.
Οι ευτράπελες διηγήσεις είναι παραμύθια τα οποία παρουσιάζουν σκωπτικά τις πράξεις ή τα παθήματα των δρώντων προσώπων. Πρόκειται για άλλοτε σύντομες και άλλοτε εκτενείς διηγήσεις, με κοινό στοιχείο τους τον διδακτικό χαρακτήρα. Εξαιρετικά αγαπητές στις παραδοσιακές κοινωνίες, όπου προσέφεραν διαφυγή από τον σκληρό βίο της δύσκολης καθημερινότητας, επιβιώνουν μέχρι σήμερα ικανοποιώντας την ανθρώπινη ανάγκη για χιούμορ.
Τα παραμύθια είναι, κατά κανόνα, φανταστικές αφηγήσεις όπου οι ήρωες ζουν σε έναν κόσμο ταυτόχρονα ρεαλιστικό και υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο είναι ενταγμένο στην καθημερινότητά τους. Αντιμετωπίζουν κακόβουλους συγγενείς, θεριά, δράκους και άγρια ζώα, υποβάλλονται σε δοκιμασίες, αλλά στο τέλος κυριαρχούν οι καλές δυνάμεις.
Η πάλη του Καλού με το Κακό


Χαρακτηριστικό και των τριών παραπάνω κατηγοριών είναι ότι έχουμε μια αρχική κατάσταση όπου μνημονεύονται τα κύρια πρόσωπα (π.χ., «Μια φορά ο λύκος κάμανε κολλιγιά με την αλεπού για να σπείρουνε μαζί») και ακολουθεί η αφετηρία της δράσης είτε ως ανάγκη του πρωταγωνιστή να αποκαταστήσει την ισορροπία σε κάτι που έχει διαταραχθεί, είτε να αναζητήσει την ευτυχία σε άλλον τόπο. Ταυτόχρονα, σε όλα υπάρχει οξεία αντίστιξη (με τη μορφή αντιθετικών ζευγών) του καλού με τον κακό, του αδύναμου με τον ισχυρό, των αγαθών με τους κακόβουλους χαρακτήρες. Σταθερά, δικαιώνονται οι πρώτοι και τιμωρούνται οι δεύτεροι. Επίσης, τα παραμύθια είναι άχρονες αφηγήσεις, αφού διαδραματίζονται σε χρόνο απροσδιόριστο («μια φορά κι έναν καιρό»), ενώ ο χώρος είναι επίσης ασαφής και δεν προσδιορίζεται.
Αλήθειες που αντέχουν στον χρόνο
Εχοντας στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο, τα λαϊκά παραμύθια προβάλλουν γενικές και καθολικές αλήθειες με διαχρονική αξία, οι οποίες προσλαμβάνονται εύκολα από όλους τους ανθρώπους κάθε ηλικίας και κάθε εποχής. Ο αναγνώστης διαβάζοντας τη συλλογή παραμυθιών του Μέγα θα διαπιστώσει ότι το λαϊκό παραμύθι δεν είναι είδος μουσειακό αλλά μπορεί να μιλήσει και στον σύγχρονο άνθρωπο. Να γίνει παράθυρο στη φαντασία του, να προσφέρει παραμυθία, να απαντήσει στις αντιφάσεις και του δικού του βίου, και έτσι να δώσει και στα παιδιά του την ευκαιρία να υπερβούν τον ασφυκτικό ρυθμό και τον στείρο ρεαλισμό της σύγχρονης κοινωνίας – αρκεί να αφεθεί στον φανταστικό και ονειρικό αυτόν κόσμο, όπου όλα είναι πιθανά:
Κόκκινη κλωστή δεμένη,
στην ανέμη τυλιγμένη,
δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει,
παραμύθι ν’ αρχινήσει.

Η κυρία Ελένη Κεχαγιόγλου είναι φιλόλογος-επιμελήτρια εκδόσεων και έχει επιμεληθεί τη σειρά «Μια φορά κι έναν καιρό» του «Βήματος».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk