Βουτιά στα κέρδη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων

Δεν είναι μόνο η πρόσφατη βουτιά των μετοχών και οι όποιες ευθύνες καταλογίζονται στην Ελλάδα για αυτήν.

Δεν είναι μόνο η πρόσφατη βουτιά των μετοχών και οι όποιες ευθύνες καταλογίζονται στην Ελλάδα για αυτήν. Είναι πιο ουσιαστικά πράγματα που φέρνουν πυκνά μαύρα σύννεφα πάνω από την ευρωπαϊκή οικονομία εφέτος το φθινόπωρο. Οπως, ας πούμε, η πορεία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Διότι μπορεί η άνοδος των spreads να επιβαρύνει με δισ. ευρώ τους προϋπολογισμούς πολλών κυβερνήσεων – της γερμανικής εξαιρουμένης βεβαίως -, μπορεί η πτώση των μετοχών να ροκανίζει κατά δισ. ευρώ την κεφαλαιοποίηση των επιχειρήσεων και τα χαρτοφυλάκια των επενδυτών, σε εκατοντάδες δισ. ευρώ – αν όχι και σε τρισεκατομμύρια… -, αποτιμάται όμως και η πτώση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων της Γηραιάς Ευρώπης το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Θα συνεχιστούν


Η εβδομάδα που πέρασε ήταν η δεύτερη αποφράδα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Και, όπως φαίνεται, οι ανακοινώσεις απογοητευτικών αποτελεσμάτων τρίτου τριμήνου θα συνεχιστούν και την επόμενη εβδομάδα. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι πτώσεις στην κερδοφορία, οι αστοχίες και οι επί το μετριοπαθέστερον αναθεωρήσεις στόχων αφορούν τις μεγαλύτερες σε κεφαλαιοποίηση εταιρείες της Γηραιάς Ηπείρου. Και καλύπτουν όλους τους επιχειρηματικούς κλάδους. Από τη γερμανική εταιρεία λογισμικού SAP και την ολλανδική εταιρεία ηλεκτρονικού εξοπλισμού Royal Philips ως τον επίσης γερμανικό κολοσσό των χημικών BASF, τον γιγαντιαίο ολλανδο-βρετανικό όμιλο καταναλωτικών ειδών Unilever, τις βρετανικές Tesco (αλυσίδα σουπερμάρκετ) και GlaxoSmithKline (φαρμακευτική), ακόμη και την ελβετική Nestlé.
Αναθεώρηση


«Οι αναλυτές έχουν ήδη απαντήσει στην καταγραφόμενη τάση. Και η απάντησή τους αφορά την προς τα κάτω αναθεώρηση των προβλέψεών τους για την κερδοφορία των επιχειρήσεων που μετέχουν στον δείκτη Euro Stoxx 50 Index. Προβλέπουν πλέον κατά μέσον όρο κέρδη 218,82 ευρώ ανά μετοχή για το 2014, ενώ στις αρχές του έτους προέβλεπαν κέρδη 237,38 ευρώ ανά μετοχή» γράφει στο Bloomberg ο Τζέιμς Μπόξελ. Ο Euro Stoxx 50 είναι ένας δείκτης που έχει δημιουργήσει το αμερικανικό πρακτορείο ειδήσεων και στον οποίο μετέχουν οι μετοχές των 50 ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία.
Πτωτικό «σερί»


Μεγαλύτερες, ωστόσο, είναι οι απώλειες κερδών από τις επιχειρήσεις που μετέχουν στον δείκτη Euro Stoxx 600 – σε αυτόν μετέχουν οι 600 μεγαλύτερες σε κεφαλαιοποίηση επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ευρώπη. Ο συγκεκριμένος δείκτης εξάλλου μόλις βίωσε το μεγαλύτερο «σερί» πτωτικών συνεδριάσεων των τελευταίων δέκα ετών. Και ο (τρόπος του λέγειν) αντίστοιχος δείκτης S&P 500, στον οποίο μετέχουν οι 500 μεγαλύτερες σε κεφαλαιοποίηση εταιρείες που είναι εισηγμένες στη Wall Street, υποχώρησε κατά 6,2% από τα ιστορικά υψηλά που είχε φθάσει τον περασμένο μήνα λόγω της γενικότερης αβεβαιότητας που έφερε το φθινόπωρο στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία.
Διότι μπορεί η Ευρώπη (η ευρωζώνη ακριβέστερα) να πασχίζει να ξεπεράσει την κρίση χρέους που την ταλανίζει εδώ και μια πενταετία, όμως και η Κίνα βρίσκεται σε μια φάση πρωτοφανούς επιβράδυνσης του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξής της – την περασμένη Τρίτη η κυβέρνηση του Πεκίνου θορυβημένη ανακοίνωσε δέσμη μέτρων για να την αντιμετωπίσει. Και ασφαλώς η τιμωρούμενη με εμπάργκο από τη Δύση Ρωσία έχει βυθιστεί στην ύφεση, ενώ και τα άλλα μέλη των ως πέρυσι πολλά υποσχόμενων Brics (Βραζιλία, Ινδία και Νότια Αφρική) έχουν πάψει να αναπτύσσονται με ρωμαλέους ρυθμούς.
Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι οι μεγαλύτερες εμπορικές και οικονομικές εταίροι των άλλων ευρωπαϊκών. Οσο κάλπαζαν, όμως, οι οικονομίες των Brics υπήρχε τουλάχιστον η ελπίδα ότι θα αντιστάθμιζαν ως έναν βαθμό την κάμψη της ζήτησης στη χωλαίνουσα Ευρώπη. «Αντιμετωπίζουμε μια διαρκή εξασθένηση ενός αριθμού αγορών, όπως είναι η κινεζική και η ρωσική» δικαιολογήθηκε την περασμένη Δευτέρα ο διευθύνων σύμβουλος της Philips Φρανς βαν Χόιτεν μετά την ανακοίνωση της ολλανδικής εταιρείας ότι η κερδοφορία της υποχώρησε κατά 16% το τρίμηνο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2014 συγκριτικά με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα 2013.
Κάτω ο πήχης


Την ίδια ώρα η μεγαλύτερη εταιρεία λογισμικού της Ευρώπης, SAP, κατέβαζε τον πήχη των προσδοκιών της για τα εφετινά λειτουργικά της κέρδη στα 5,6 – 5,8 δισ. ευρώ από τα 6 δισ. που είχε προαναγγείλει προ μηνών. Αλλά και η Nestlé την περασμένη εβδομάδα είχε προαναγγείλει ένα «γεμάτο προκλήσεις» τέταρτο τρίμηνο αφού ανακοίνωσε αποκλίσεις από τους οικονομικούς στόχους του εννεαμήνου Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2014 που είχε θέσει. Πέρα από την κάμψη της εσωτερικής ζήτησης στην Ευρώπη και την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Κίνα που περιόρισε σημαντικά τα κεφάλαια που δαπανά η πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου για ενέργεια και πρώτες ύλες, ήλθαν και οι φόβοι για ανεξέλεγκτη εξάπλωση του Εμπολα να ολοκληρώσουν τη σκοτεινή εικόνα για το μέλλον των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. «Δεν είναι εύκολο το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούμε και δεν θα είναι εύκολο για πολλά χρόνια. Διότι απαιτείται χρόνος για να λυθούν τόσο σοβαρά ζητήματα» δήλωσε ο Μισέλ Λαντέλ, διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής εταιρείας κέτερινγκ και υπηρεσιών Sodexo.

Εξαιρέσεις στον κανόνα
Τρέχει ο κλάδος του αυτοκινήτου

Μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες (από τις αρχές Σεπτεμβρίου που επανήλθαν οι ανησυχίες για την ευρωπαϊκή οικονομία), οι μετοχές των επιχειρήσεων της Γηραιάς Ηπείρου έχασαν σε αξία συνολικά πάνω από 5,5 τρισ. δολάρια.
Υπάρχουν πάντως και κάποιες εξαιρέσεις στη γενικότερη εταιρική δυσθυμία που κυριαρχεί στην Ηπειρο. Ειδικότερα, υπάρχει ένας επιχειρηματικός κλάδος που πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα της κατήφειας και της απαισιοδοξίας: πρόκειται για τον κλάδο του αυτοκινήτου.
Η Daimler, για παράδειγμα, ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι οι ταμειακές ροές από τις βιομηχανικές λειτουργίες της επιχείρησης αυξήθηκαν κατά 80% το τρίτο τρίμηνο του έτους. Και άλλες ευρωπαϊκές φίρμες – κατά κανόνα αυτοκινήτων πολυτελείας – όπως και ορισμένες εταιρείες ειδών πολυτελείας μοιάζουν να αντιστέκονται στην κρίση. Αυτό όμως οφείλεται στην τεράστια αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων στην Ευρώπη και παγκοσμίως, που επιτρέπει σε λίγους να απολαμβάνουν όλο και περισσότερα. Εκθεση της Credit Suisse που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο έδειξε ότι οι 70 εκατ. πλουσιότεροι κάτοικοι του πλανήτη κατείχαν πέρυσι το 41% του παγκόσμιου πλούτου. Εφέτος, μέσα σε έναν μόνο χρόνο, αύξησαν το ποσοστό τους στο 48%.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk