Ορατή υπέρβαση

Ηταν καιρός να εξειδικευθεί η κυρίαρχη ερμηνεία της κρίσης και να γίνουν ρεαλιστικές προτάσεις, χωρίς απλουστευτικές λύσεις του τύπου «κατάργηση του Μνημονίου»,

Αρίστος Δοξιάδης
Το αόρατο ρήγμα
Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία
Ικαρος, Αθήνα, 2013,
σελ. 323, τιμή 14,90 ευρώ

Ηταν καιρός να εξειδικευθεί η κυρίαρχη ερμηνεία της κρίσης και να γίνουν ρεαλιστικές προτάσεις, χωρίς απλουστευτικές λύσεις του τύπου «κατάργηση του Μνημονίου», «νέα κυβέρνηση με κορμό το δείνα ή το τάδε κόμμα», «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας» ή «καταδίκη των πολιτικών ηγετών που μας κατάντησαν έτσι». Η κυρίαρχη ερμηνεία ότι η χρεοκοπία της Ελλάδας οφείλεται σε ένα μείγμα εξωγενών και ενδογενών παραγόντων είναι σωστή, αλλά υπάρχουν διαφωνίες για το πώς και κατά πόσο ευθύνονται για τη χρεοκοπία η διεθνής οικονομική κρίση, η ανεπαρκής αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, οι αστοχίες των κοινοτικών οργάνων και της Γερμανίας, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας ή οι ελληνικές κυβερνήσεις.


Ο συγγραφέας Αρίστος Δοξιάδης

Ο Δοξιάδης προσδιορίζει με ακρίβεια το μείγμα των αιτιών της χρεοκοπίας κάνοντας συγκριτική ανάλυση ορισμένων χωρών που βρέθηκαν σε κρίση και άλλων που την απέφυγαν. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται, μεταξύ άλλων, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, ενώ στη δεύτερη η Γερμανία και η Σουηδία. Σε όλες υπάρχουν λιγότερο ή περισσότερο αδηφάγες τράπεζες, κακοί πολιτικοί, φοροδιαφυγή, πιέσεις για αυξήσεις μισθών. Τι διέκρινε την Ελλάδα από αυτές τις χώρες; Η συνήθης απάντηση, «το μεγάλο δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος», είναι ημιτελής. Στην πραγματικότητα, στην Ελλάδα υπήρξε ένας μοναδικός συνδυασμός τεσσάρων προβλημάτων: έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών επί τριάντα χρόνια, υψηλή κατανάλωση και χαμηλή αποταμίευση επί δεκαπέντε χρόνια, δημοσιονομικό έλλειμμα επί τριάντα χρόνια και, ως αποτέλεσμα αυτών, το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ευρωζώνη, από την άλλη μεριά, είχε θέσει όρια για όλες τις χώρες μόνο ως προς το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος τους, αδιαφορώντας για το ότι σε κάθε εθνική οικονομία τα τέσσερα προβλήματα αλληλοτροφοδούνται. Η ελληνική ιδιομορφία συνδυάστηκε με την ευρωπαϊκή μυωπία κάνοντας ζήτημα χρόνου την κατάρρευση.

Οξυμμένη ανισορροπία


Επιπλέον στην Ελλάδα υπάρχει οξυμένη ανισορροπία ανάμεσα στους διεθνώς εμπορεύσιμους και στους μη εμπορεύσιμους κλάδους της οικονομίας, σε βάρος των πρώτων. Στους εμπορεύσιμους ανήκουν η βιομηχανία και η γεωργία στον βαθμό που διαθέτουν τα προϊόντα τους εκτός Ελλάδος, καθώς και η ναυτιλία και ο τουρισμός. Στους μη εμπορεύσιμους ανήκουν όλα τα άλλα, δηλαδή η δημόσια διοίκηση και οι ΔΕΚΟ, οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι, η οικοδομή και το λιανικό εμπόριο. Τα περισσότερα κράτη, στην οικονομία των οποίων οι εμπορεύσιμοι κλάδοι τείνουν να υποσκελίσουν τους μη εμπορεύσιμους, παίρνουν μέτρα για να υποστηρίξουν τους πρώτους, για να επιβιώσουν στο περιβάλλον του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Σε εμάς όμως, όπως το θέτει ο Δοξιάδης, υπάρχει μια «σιωπηρή συναίνεση» για την προστασία των μη εμπορεύσιμων κλάδων. Στη συναίνεση μετέχουν δεξιά και αριστερά κόμματα, ενώσεις εργοδοτών και συνδικάτα, ακόμη και μέλη της εκσυγχρονιστικής ελίτ. Γιατί υπάρχει τέτοια συναίνεση; Και πάλι η συνήθης απάντηση, δηλαδή «το πολιτικό κόστος», δεν αρκεί. Οι αιτίες της συναίνεσης είναι πολλές. Ιστορικά στην Ελλάδα η μικρή εσωστρεφής γεωργική και βιοτεχνική παραγωγή δεν μετασχηματίστηκε σε σώρευση κεφαλαίου, ενώ το κράτος πάντοτε υποστήριζε τη μικροϊδιοκτησία. Αντίστοιχα, στο επίπεδο των νοοτροπιών, ο ατομισμός και ο καιροσκοπισμός πάντοτε εκτόπιζαν τη συνεργατικότητα, καθώς απέφεραν «πρόσοδο», δηλαδή προσπορισμό εισοδήματος από το κράτος χωρίς ανάλογη προσφορά ή εργασία. Τυπικό παράδειγμα διάχυτης νοοτροπίας που στηρίζει τους μη εμπορεύσιμους κλάδους είναι ότι «σχεδόν όλοι οι Ελληνες θεωρούν φυσικό να έχουν κάποια εισοδήματα χωρίς να ρισκάρουν κεφάλαια και χωρίς να εργάζονται παραγωγικά. Αν δεν το πετύχουν, αισθάνονται αδικημένοι».
Συγκρατημένη αισιοδοξία


Η συνεισφορά του βιβλίου στην ανάλυση της οικονομίας, των θεσμών και των νοοτροπιών της ελληνικής κοινωνίας είναι προφανής. Ο συγγραφέας θα μπορούσε να εμπλουτίσει την οπτική του, προερχόμενη από τη θεωρία των «παραλλαγών του καπιταλισμού», με συνεισφορές της πολιτικής επιστήμης σε θέματα όπως π.χ. το έλλειμμα πολιτικής εκπροσώπησης των μισθωτών όλων των κλάδων (εμφανές στη σύνθεση της Βουλής), το πολωμένο κομματικό σύστημα, το χάσμα μεταξύ των μισθωτών που εργάζονται σε μεγάλες μονάδες εντός του συστήματος και όσων βρίσκονται εκτός, το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και η χαμηλή ποιότητα σχεδιασμού μέτρων πολιτικής, η υπερενίσχυση της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, σε βάρος της νομοθετικής, αλλά και της κοινωνίας πολιτών, το χάσμα μεταξύ όσων φοροδιαφεύγουν και των υπολοίπων. Τέτοια ελλείμματα και χάσματα ίσως δεν είναι παρεπόμενα του χάσματος εμπορεύσιμων – μη εμπορεύσιμων κλάδων, αλλά γενεσιουργές αιτίες του.
Ελπίδες υπέρβασης


Παρότι στα πρώτα 19 από τα 22 κεφάλαια του βιβλίου ο συγγραφέας δίνει την εντύπωση πως η κρίση ήταν αναπόφευκτη και παραμένει ανυπέρβλητη, στο τέλος, συγκρατημένα αισιόδοξος, δίνει ελπίδες υπέρβασής της. Τις εναποθέτει στη διευκόλυνση δημιουργίας εξωστρεφών επιχειρήσεων, στη διαφοροποίηση της παραγωγής (πέρα από το τρίπτυχο τουρισμός – γεωργία – ναυτιλία), στην ανάπτυξη μικρών επιχειρήσεων «γιατί η Ελλάδα θα εξακολουθεί να είναι χώρα μικρών μονάδων» και στη συνένωση των ταμείων ασφάλισης και υγείας, ώστε ο καθένας να απολαμβάνει κοινωνική προστασία, όχι επειδή ασκεί συγκεκριμένο επάγγελμα αλλά επειδή την έχει ανάγκη. Ο Δοξιάδης βλέπει ελπίδες για τις επιχειρήσεις που θα αξιοποιούν ιδιομορφίες διαφορετικές από αυτές που συνετέλεσαν στην κρίση, όπως οι γνώσεις και δεξιότητες μισθωτών και επιχειρηματιών, η προσαρμοστικότητα και η γλωσσομάθειά τους, οι πηγές πλούτου της ελληνικής γης και του πολιτισμού. Τις ελπίδες επιβίωσης και επιτυχίας προσωποποιούν άνθρωποι των οποίων τις εικόνες ο Δοξιάδης ανασύρει από τη νεοελληνική λογοτεχνία: ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη και ο Νικολής-εφέντης του Θέμελη. Ισως είναι αμφίσημα αυτά τα δύο πρότυπα. Γι’ αυτό ας προσθέσω μιαν άλλη ελπίδα. Αν γράφονται τόσο καλά βιβλία σε μια χώρα χωρίς βιβλιοθήκες ή επιστημονικό διάλογο, τότε υπάρχει ελπίδα για αυτογνωσία και υπέρβαση δυσκολιών που φαίνονται ανυπέρβλητες.
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk