• Αναζήτηση
  • Η γενιά του 2020

    Φωτογραφίες: Νίκος Τσίρος / Studio ΔΟΛ

    Η μπαλαρίνα Ελευθερία Στάμου και ο πόνος του χορού

    Με το που βγήκε από το φυτώριο της Λυρικής Σκηνής, η Λυρική Σκηνή την υποδέχθηκε με ενθουσιασμό στην ομάδα της, αφού πρώτα πέρασε το καρδιοχτύπι της οντισιόν. Προτού ασχοληθεί με το μπαλέτο ήταν πρωταθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής. Αν και πολλοί θεωρούν ότι ο ανταγωνισμός στο μπαλέτο είναι ο χειρότερος όλων, η 21χρονη μπαλαρίνα τον θεωρεί πολύ πιο ήπιο σε σχέση με όσα είχε βιώσει όταν έκανε πρωταθλητισμό, «ακόμη και από συναθλήτριες, όχι μόνο από κορίτσια από αντίπαλες ομάδες. Τώρα στον χορό, σίγουρα υπάρχουν στιγμές που νιώθω αρνητική ενέργεια από κάποιες πλευρές, προσπαθώ όμως να αποστασιοποιούμαι. Στον πρωταθλητισμό όλοι παλεύαμε για ένα μετάλλιο. Στον χορό αμείβεσαι με το χειροκρότημα, είναι αλλιώς». Ο σωματικός πόνος είναι αναπόφευκτος: «Πρέπει να τον ξεπερνάς κάθε μέρα και μαζί με αυτόν και τον ίδιο σου τον εαυτό. Στην αρχή στενοχωριέσαι, μετά προσπαθείς να συμβιώσεις με τον πόνο, μετά πεισμώνεις και όταν τελικά τα καταφέρεις, λες “ΟΚ, είναι ωραία να χορεύεις και να μην πονάς”. Αλλά όταν πονάς και παρ’ όλα αυτά χορεύεις, είναι ακόμη πιο σημαντικό». Αν δεν περνούσε στην οντισιόν, θα πήγαινε στη Νοσηλευτική Αθήνας όπου έχει περάσει. Ευτυχώς για την ίδια, δεν χρειάστηκε. Ονειρεύεται να δοκιμάσει κάποια στιγμή την τύχη της και στο εξωτερικό και να ερμηνεύσει πρωταγωνιστικούς ρόλους. Προς το παρόν, θα είναι μία από τις χιονονιφάδες στον «Καρυοθραύστη» του 
    Τσαϊκόφσκι και αυτό τής είναι υπεραρκετό.  
    *«Καρυοθραύστης» του Τσαϊκόφσκι: Θέατρο Ολύμπια: 23 και 24 /11, 12, 18, 19, 20, 21, 22, 24, 28, 29 και 31/12, 3, 4 και 5.1.14.
    Ο σκηνοθέτης Στέργιος Πάσχος και η αρρωστημένη εμμονή με την τέχνη
    Από μικρός ήξερε ότι ήθελε να κάνει σινεμά, οπότε όταν βρέθηκε από τη γενέτειρά του, το Βελεστίνο, στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει γεωπονική, άρχισε να ασχολείται με την υποκριτική και με τη δημιουργική γραφή σεναρίου. Κατεβαίνοντας στην Αθήνα, τα πράγματα είχαν ήδη πάρει τον δρόμο τους: «Ακουγα πάντα τις δυσοίωνες προβλέψεις, πόσο δύσκολο είναι να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα, ακόμη το ακούω, μπορεί να έχουν και δίκιο. Η νεκροψία θα δείξει». Ηταν β΄ βοηθός σκηνοθέτη στον «Μαχαιροβγάλτη» του Γιάννη Οικονομίδη: «Ηταν πολύτιμη εμπειρία να βλέπεις έναν πολύ σοβαρό σκηνοθέτη να δουλεύει μαζί με ένα εξαιρετικό team». Ο ίδιος κάνει μία ταινία μικρού μήκους τον χρόνο, από τα 19 του ως σήμερα: «Μέχρι στιγμής έχω επτά. Αυτή είναι η λογική μου, η συνεχής τριβή με αυτό που αγαπάω, κάνοντάς το με ή χωρίς καθόλου χρήματα». Δύο από αυτές, «Ο Ελβις είναι νεκρός» και «Ελένη» έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση και τώρα σειρά έχει η πρώτη μεγάλου μήκους, με τίτλο «Γουρούνια στον άνεμο» (το πρότζεκτ αναπτύσσεται από τη Marni Films της Θεοδώρας Βαλεντή, με παραγωγό  τη Φαίδρα Βόκαλη): «Σε αυτό το φιλμ το σινεμά συναντά τη βιομηχανία του κρέατος». Το σενάριο της ταινίας συμμετέχει εφέτος στο Script&Pitch του TorinoFilmLab, ενώ έλαβε μέρος πρόσφατα στο CineLink του Σεράγεβο και στο Holland Film Market. Ο 28χρονος κινηματογραφιστής θεωρεί ότι για να αντέξεις «χρειάζεται πίστη και αρρωστημένη εμμονή σε αυτό που κάνεις. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη εξευγενίζει. Είναι ένας ανελέητος καθρέφτης που σε φέρνει σε επαφή με τα σκοτάδια του μυαλού σου. Μπορεί και να σε διαλύσει». Η πραγματικότητα της δουλειάς μπορεί να είναι πάρα πολύ σκληρή, όμως «η δουλειά αυτή καθεαυτή είναι το πιο ακριβό ναρκωτικό. Δηλώνω εθισμένος». Εχει κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, όπως νυχτερινός σε περίπτερο στον Βαρδάρη: «Εβλεπα και άκουγα πολλά που με κάποιον τρόπο θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Πάω τρέχοντας σε ό,τι περίεργο ακούω και πιστεύω ότι μπορεί να μου κάνει. Απεχθάνομαι τη σοβαροφάνεια και λατρεύω το μαύρο χιούμορ».
    Ο ποιητής Θοδωρής Ρακόπουλος και η ανυπαρξία της Μούσας
    Εχει γράψει τα βιβλία ποίησης «Φαγιούμ» (εκδ. Μανδραγόρας) και «Ορυκτό δάσος» (εκδ. Νεφέλη). Για το πρώτο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Βραβεύτηκε επίσης στο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ και στο Φεστιβάλ Ποίησης Πατρών (1ο βραβείο). Εργάζεται ως μεταδιδακτορικός ερευνητικός εταίρος στο Τμήμα Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πρετόρια στη Νότια Αφρική. Η έρευνά του αφορά τον συνεργατισμό και την αλληλέγγυα οικονομία. Βασικές λογοτεχνικές επιρροές του είναι σταθερά οι Καβάφης και Καρυωτάκης, όπως και οι Εγγονόπουλος, Μαστοράκη, Σκαρίμπας, Χάκκας, Γονατάς, Καχτίτσης, Πετρόπουλος. «Η στερεοτυπική εικόνα που αφορά τους ποιητές είναι μακριά από την πραγματικότητα: είναι και εκείνοι άνθρωποι με συνηθισμένες εργασίες, βιοπορισμούς και αγωνίες. Πολύς κόσμος θεωρεί την ποίηση άλλοτε ένδοξη και δαφνοστεφή και άλλοτε γραφική, ως γελοία ασχολία. Είναι, όμως, μια τέχνη που απαιτεί εργατικότητα, πείσμα και τεχνική – αλλιώς δεν είναι ποίηση, αλλά ημερολογιακή κατάθεση, όπως συχνά συμβαίνει με εξομολογήσεις που έχουν ποιητική πρόφαση». Ο 32χρονος ποιητής θεωρεί ότι το βαρύτερο κλισέ που στοιχειώνει την ποίηση είναι «πως είναι βαρετή και αφορά λίγους. Στην πραγματικότητα, αφορά δυνητικά τους πάντες, αφού έχει τεράστια διεισδυτικότητα στην καθημερινότητα – απλώς συχνά περνά απαρατήρητη. Ενα ακόμη κλισέ είναι ότι ο ποιητής γράφει όταν τον επισκέπτεται η Μούσα. Μούσα δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και ποίηση που γράφεται εντός συγκεκριμένου ωραρίου. Υπάρχει μόνο σκληρή, απρόβλεπτη δουλειά. Και αγάπη». Για τον ίδιο, η ανάγκη για «περισσότερη και καλύτερη ποίηση στην Ελλάδα είναι ολοένα και πιο επιτακτική. Ευτυχώς το κοινό υπάρχει».
    * Σύντομα θα κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων του «Νυχτερίδα στην τσέπη» (εκδ. Νεφέλη). 
    Οι αρχιτέκτονες Νατάσα Λιανού και Ερμής Χαλβατζής και η συνεργασία με τη Ζάχα Χαντίντ
    Ζευγάρι στη ζωή και στην αρχιτεκτονική! Ο 29χρονος Ερμής και η 28χρονη Νατάσα είναι απόφοιτοι της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας το 2009 και της Architectural Association στο Λονδίνο, όπου έλαβαν Masters in Architecture and Urbanism με άριστα το 2011. Δούλεψαν για διεθνείς διαγωνισμούς όπως το Europan 11, όπου βραβεύθηκαν για το πρότζεκτ Climath σε συνεργασία με την Αλίσα Αντράσεκ. Στη συνέχεια μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκαν στο Vito Acconci Studio. Επέστρεψαν στο Λονδίνο ύστερα από πρόταση του Πάτρικ Σουμάχερ να εργαστούν στο γραφείο της Ζάχα Χαντίντ, όπου δουλεύουν ως σήμερα, αποτελώντας μέρος της βασικής ομάδας σχεδιασμού της διάσημης αρχιτέκτονος. Εχουν συμμετάσχει σε πολλά σημαντικά διεθνή πρότζεκτ: ουρανοξύστες, ξενοδοχεία, συγκροτήματα κατοικιών και τελευταία για το Ολυμπιακό Στάδιο του Τόκιο. Παράλληλα συνεργάζονται με ελληνικές εταιρείες για σχεδιασμό προϊόντων και φωτιστικών με την υπογραφή τους, προωθώντας το ελληνικό ντιζάιν. Οσο για τη φιλοσοφία της δουλειάς τους: «Πιστεύουμε στην καινοτομία μέσω δημιουργικού πειραματισμού με βάση μια ευφυή κομψότητα, η οποία αφορά ένα κράμα μεταξύ μηχανικής, υλικότητας, οργανικότητας και αισθητικής. Η χρήση νέων τεχνολογιών και ο προγραμματισμός αποτελούν βασικό συστατικό της δουλειάς μας, ενώ έμπνευσή μας αποτελεί η φύση μέσα από την ευφυΐα της. Κάθε πρότασή μας αποτελεί ένα αυτόνομο δυναμικό σύστημα που αλληλεπιδρά και αναφέρεται σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα, όμοια με ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος το οποίο λειτουργεί και αλληλεπιδρά μέσα σε έναν οργανισμό». Το να δουλεύεις με τον σύντροφό σου, λοιπόν, μπορεί να αποδειχτεί ευλογία: «Το γεγονός ότι έχουμε δύο οπτικές για κάθε θέμα, αλλά ταυτόχρονα και κοινά ένστικτα, μας βοηθά για έναν δημιουργικό και γόνιμο διάλογο με στοιχεία που δένουν το ένα με το άλλο. Παράλληλα, η σκέψη για τη δουλειά μας δεν σταματάει ποτέ, αφού αποτελεί συνεχή κοινό τόπο ενδιαφέροντος και έτσι εντείνεται η ομαδικότητά μας. Με βάση την ποιοτική επικοινωνία και την πειθαρχημένη ροή εργασίας που έχουμε αναπτύξει, αντιμετωπίζουμε πρότζεκτ κάθε κλίμακας». Ονειρό τους είναι «να αναπτύξουμε ένα γραφείο και μια μεγάλη ομάδα ικανή να αναλαμβάνει έργα σε όλον τον κόσμο, αποδεικνύοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει μια θέση στη σύγχρονη διεθνή αρχιτεκτονική πραγματικότητα».

    Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Ασπιώτης και ο ΟΑΕΔ

    Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ το 2004. «Είχα περάσει και στη Σχολή Ζωικής Παραγωγής στη Λάρισα, αλλά δεν με φανταζόμουν να “γονιμοποιώ” αγελάδες και έτσι δεν προχώρησε ως σχέδιο». Εχει πρωταγωνιστήσει σε σημαντικές παραστάσεις του Εθνικού και σε άλλες σκηνές. Παίζει και σκηνοθετεί και κάνει εξίσου καλά και τα δύο: «Οταν άρχισα να σκηνοθετώ, ανακάλυψα ότι φαίνονται όλα τα φάλτσα όταν παίζεις, δεν μπορείς να κρυφτείς πουθενά». Οταν του ζητήσαμε να φέρει για τις ανάγκες της φωτογράφισης ένα αντικείμενο που εκφράζει τη δουλειά του, εκτός από δεκάδες χαρτιά με ρόλους και σημειώσεις, έφερε και την κάρτα του ΟΑΕΔ: «Η κατάσταση μόνιμης οικονομικής κρίσης που βίωναν πάντα οι περισσότεροι ηθοποιοί δεν έχει καμία σχέση με αυτό το σχέδιο εξόντωσης που βιώνουμε τώρα. Υπάρχουν μέρες που νευριάζεις όταν εργάζεσαι 16 ώρες ασταμάτητα και αναγκάζεσαι να κάνεις χιλιόμετρα με τα πόδια επιστρέφοντας στο σπίτι, επειδή δεν έχεις λεφτά ούτε για το εισιτήριο του μετρό». Το ανέκδοτο «Α, ηθοποιός είσαι; Σε ποιο μπαρ δουλεύεις;» δεν διασκεδάζει τον 31χρονο. Τον θυμώνει: «Το θέατρο είναι τέχνη. Κρύβει όνειρα μέσα. Ενας ηθοποιός που δεν δουλεύει δεν είναι μόνο άνεργος, είναι ματαιωμένος. Είναι σαν να κρατάς ένα πεντάχρονο παιδί αλυσοδεμένο και στα 20 εκατοστά μπροστά του να έχεις τα πιο τέλεια παιχνίδια που δεν μπορεί να αγγίξει».
    * Αυτή την εποχή παίζει και σκηνοθετεί την παράσταση «2013 / Melina M.» στο Θέατρο Επί Κολωνώ.

    ** Τον Μάρτιο του 2014 θα σκηνοθετήσει και θα παίζει στο «Αρμαντέιλ» του Γουίλκι Κόλινς, στο Σύγχρονο Θέατρο στο Γκάζι.


    Η συγγραφέας Βασιλική Πέτσα και η ειλικρίνεια της γραφής
    Το διήγημά της «4 χρόνια, 2 μήνες, 1 ημέρα» ήταν εκείνο που ξεχώρισε μέσα από έναν διαγωνισμό του Βρετανικού Συμβουλίου του 2009 και στη συνέχεια εκδόθηκε στη συλλογή «Φανταστείτε το μέλλον σας σε μια πόλη που αλλάζει» (εκδ. Ιανός). Μέσα από τη νουβέλα της «Θυμάμαι» και τη συλλογή διηγημάτων της «Ολα τα χαμένα», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις, έχει δείξει πολύ καλά δείγματα γραφής: «Οι εποχές επιτάσσουν επιστροφή στον ρεαλισμό. Πρέπει να διαβάζεις, να κοιτάζεις γύρω σου και να ακούς. Οι γυάλινοι πύργοι έχουν εκ των πραγμάτων καταρρεύσει». Δεν κρατάει σημειώσεις. Υπάρχει «το αόρατο σημειωματάριο του μυαλού, εκεί καταγράφονται όλα και από εκεί περνούν στον υπολογιστή. Αναγκαστικά γράφω ακατάσχετες ώρες. Λίγο προτού κοιμηθώ ή λίγο αφού ξυπνήσω, χάνω πάρα πολλές σκέψεις. Το λευκό χαρτί, η λευκή οθόνη, είναι σαν μια αχαρτογράφητη χώρα που θα χαράξεις πάνω τη δική σου ιστορία». Η 30χρονη πεζογράφος προτιμά να γράφει για πράγματα που έχει βιώσει: «Δεν γίνεται να μην έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Νιώθω πολύ πιο ειλικρινής με τη γραφή μου όταν κάτι έχει υπάρξει. Ο καθένας γράφοντας προσπαθεί να καταλάβει τη ζωή του και τις ζωές των άλλων. Δεν θα το καταφέρει ποτέ, είναι νόμος. Απλώς θα νιώσει λίγο πιο ήσυχος. Είναι βέβαια πολύ δύσκολο να αποδεχτείς ότι δεν υπάρχει “διότι” σε όλα τα “γιατί”». Αυτή την εποχή η Βασιλική Πέτσα ασχολείται με το διδακτορικό της στις πολιτικές επιστήμες, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου: «Τώρα κάνω αγρανάπαυση ώσπου να έρθουν τα καινούργια σπαρτά. Ιδέες πάντα υπάρχουν, δεν σ’ αφήνουν ήσυχο. Πάντως, θέλω να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα, όχι να ζω αποκλειστικά από τη συγγραφή. Είναι πολύ μοναχική ασχολία». 
    Η τραγουδίστρια Μαρίζα Ρίζου και τα απλήρωτα κοινόχρηστα
    Μπορεί να κλειδωνόταν από μικρή στο δωμάτιό της, να στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και να τραγουδούσε με όλη της τη δύναμη κρατώντας μια βούρτσα ή ένα μπουκάλι σαμπουάν αντί για μικρόφωνο, η ίδια, όμως, για να αποφεύγει το δούλεμα από τους συμμαθητές της, όταν τη ρωτούσαν τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε κάτι πολύ διαφορετικό και ολίγον ακαταλαβίστικο: «Οικονομοδιοικητικός επιχειρησιακής έρευνας και μάρκετινγκ! Το είχα ξεπατικώσει από κάπου και όλοι έλεγαν “ααα, πολύ σπουδαίο ακούγεται αυτό”. Γιατί κάθε φορά που έλεγα ότι θέλω να γίνω τραγουδίστρια, με κοιτούσαν σαν καημένη ή σαν ψωνισμένη». Σε πείσμα όλων, λοιπόν, τα κατάφερε. Στο live που έκανε το περασμένο Σάββατο στο Gazarte απέδειξε ότι είναι γεννημένη για τη σκηνή, ενώ, όταν δεν τραγουδάει, κερδίζει το κοινό και με το πηγαίο χιούμορ της. Η 27χρονη τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια διαθέτει φωνή που σου μένει αξέχαστη, μελωδίες που φλερτάρουν με την τζαζ, το σουίνγκ και περνούν και από άλλα είδη, και το πρώτο της CD «Γλυκό πρωί» κοστίζει μόλις 8 ευρώ, όσα είναι και τα τραγούδια. Το δεύτερο είναι στα σκαριά και τώρα τελευταία ο αγαπημένος της μπαμπάς, ο οποίος άλλοτε προσπαθούσε να την πείσει να δώσει εξετάσεις για την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, έχει αρχίσει να πείθεται ότι η κόρη του ήρθε για να μείνει στη μουσική. Και επειδή «καλή η τέχνη, αλλά υπάρχει και το ενοίκιο, η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ και τα κοινόχρηστα», γράφει και μουσική για διαφημίσεις, ταινίες και ντοκυμαντέρ παρέα με την κολλητή της φίλη Μαριέττα Φαφούτη. Κι αυτά, όμως, τα αντιμετωπίζει σαν πρόκληση. Επί σκηνής αλωνίζει και προτιμά να το κάνει φορώντας ίσια παπούτσια: «Θέλω να είμαι ο εαυτός μου, να μην είμαι αναγκασμένη να φοράω ένα εντυπωσιακό φόρεμα ή πανύψηλες γόβες και να περπατάω σαν κουρδισμένη. Νιώθω ευτυχισμένη όταν είμαι ο εαυτός μου στα live και όταν το κοινό το καταλαβαίνει και με αποδέχεται».
    * 23/11 και 28/12 live στο Gazarte.
    Ο τενόρος Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος και η σχέση της όπερας με το heavy metal
    Εκ πρώτης όψεως, σου δίνει την εντύπωση ότι αυτό που κάνει είναι κόντρα ρόλος. Ροκ παρουσιαστικό και μια πιο άμεση προσέγγιση, τα οποία δεν ταιριάζουν στα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για τους ερμηνευτές της όπερας. Βέβαια, σε όλα τα παραπάνω έχει παίξει καθοριστικό ρόλο και η δεκάχρονη συμμετοχή του στη heavy metal μπάντα InnerWish. Πώς, λοιπόν, μεταπήδησε σε ένα τόσο διαφορετικό κεφάλαιο της μουσικής; Το κλασικό τραγούδι τού άρεσε πάντα. Αρχισε να συμμετέχει σε κάποιες χορωδίες, αργότερα έκανε ακρόαση στη Λυρική που ζητούσε σολίστ για τον «Παπουτσωμένο γάτο» του Θωμά Μοσχόπουλου, πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και κάπως έτσι ο ένας ρόλος έφερε τον άλλον. Δεν γυρίζει, όμως, την πλάτη στη ροκ μουσική, καθώς παίζει σε live με το συγκρότημα InnerWish, τόσο για να συμπληρώσει το εισόδημά του όσο και για μια άλλου είδους εκτόνωση. Επίσης, κάθε φορά που βλέπετε μια μεταγλωττισμένη ταινία κινουμένων σχεδίων και αναρωτιέστε ποιος χαρίζει τόσο μελωδική φωνή σε χαρακτήρες του «Happy Feet» ή των «Muppets», πάλι ο 34χρονος καλλιτέχνης βρίσκεται από πίσω. Η όπερα τον βοήθησε να κάνει ένα βήμα παραπέρα στη μουσική, καθώς «εκεί έχω την ευκαιρία να παίζω ρόλους, όχι απλώς να τραγουδάω. Αν μπορούσα να ευχηθώ πώς θα ήθελα να είμαι σε δέκα χρόνια από τώρα, θα έλεγα ότι με ενδιαφέρει να μπορώ να κάνω το τραγούδι με την ίδια όρεξη που το κάνω τώρα και να δουλεύω με ανθρώπους που με εμπνέουν να το εξελίσσω».
    * Θα εμφανιστεί στις παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής: «Προσοχή! Ο πρίγκιπας λερώνει» (στον ομώνυμο ρόλο), 9/11-τέλος Μαρτίου, Θέατρο Ολύμπια / «Ριγκολέτο» του Βέρντι (στον ρόλο του Μπόρσα), 6, 7, 8, 10, 11, 13, 14 και 15/12, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / «Μάκμπεθ» του Βέρντι (στον ρόλο του Μάλκολμ), 17, 18, 19, 21, 22, 24, 25 και 26.1.2014, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 


    Ο δρ Ιωάννης Σπυρίδων Γούσιας και η στήριξη των ιδιαίτερων παιδιών
    Ο 33χρονος διεθνούς φήμης νευροεπιστήμονας είναι αναγνωρισμένος ως ιδιοφυΐα με «Outstanding» από το Imperial College του Λονδίνου, κάτοχος βραβείου NOBELini για νέους επιστήμονες από νομπελίστες και από το Νο 1 επιστημονικό περιοδικό «Nature». Τον Απρίλιο παρουσίασε στην Αμερική την ολοκληρωμένη πρωτοποριακή πλατφόρμα χαρτογράφησης αναπτυσσόμενου και νεογνικού εγκεφάλου ALBERT, αφιερωμένη στον αδελφό του, Αλβέρτο, ο οποίος γεννήθηκε πρόωρα και λόγω ιατρικού λάθους ζει με νοητική υστέρηση. Αυτή την εποχή επιβλέπει την κλινική εφαρμογή της, διευρύνοντας ανά τον κόσμο τους πληθυσμούς βρεφών που χαρτογραφούνται με αυτή τη μέθοδο, αυξάνοντας τον αριθμό των βάσεων δεδομένων αναφοράς. Στην προληπτική ιατρική με χρήση βιοδεικτών, τα δεδομένα αναφοράς είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς σε αυτά στηρίζεται μια εμπεριστατωμένη πρόβλεψη. Οπως τονίζει ο ίδιος: «Η νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου και η ικανότητα αναπροσαρμογής και στήριξης προβληματικών εγκεφαλικών κέντρων τα πρώτα χρόνια ζωής είναι απίστευτη. Σε όλες τις περιπτώσεις ο εγκέφαλος πρέπει να “δουλεύεται”, ιδιαίτερα όμως σε παιδιά με ιδιαιτερότητες. Τα παιδιά αυτά χρειάζονται αποδοχή και υπερπληθώρα ερεθισμάτων. Επίσης, είναι σημαντική η στήριξη γονέων με ιδιαίτερα παιδιά, όσο νωρίτερα γίνεται αντιληπτή η ιδιαιτερότητα». Οπως παρατηρεί με λύπη, στους γονείς με ιδιαίτερα παιδιά «λιγότεροι στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και ορθώνουν το ανάστημά τους, ενώ περισσότεροι υποκύπτουν στον κοινωνικό δείκτη και στιγματισμό, στερώντας από τα παιδιά τους ερεθίσματα, συναισθήματα και ισότιμη αποδοχή. Στο δικό μου σύμπαν βαρύτητα έχουν όλα τα παιδιά που πρέπει να αγαπηθούν και να αγκαλιαστούν σφιχτά». Τον Απρίλιο του 2013, λοιπόν, ο πρόεδρος Ομπάμα χρηματοδότησε το πεδίο της χαρτογράφησης εγκεφάλου, στο οποίο ο δρ Γούσιας έχει υπάρξει πρωτοπόρος, με 100 εκατομμύρια δολάρια. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ξεκινάει εφέτος δεκαετές πρόγραμμα χρηματοδότησης χαρτογράφησης εγκεφάλου ύψους 1 δισ. ευρώ: «Σε δέκα χρόνια σίγουρα θα έχουμε ξεκλειδώσει κάποια κουτάκια από αυτή την περίεργη “συρταριέρα”. Μέχρι τότε εύχομαι τα παιδάκια με ιδιαιτερότητες να βγουν από τις ντουλάπες όπου πολλοί τα έχουν κρυμμένα και να παίζουν στους παιδότοπους μαζί με τα υπόλοιπα. Αν ήταν ψηφοφόροι, ίσως η πολιτεία να νοιαζόταν περισσότερο. Και δεν υπονοώ να τους δοθεί δικαίωμα ψήφου, εννοώ ευθέως να αλλάξει η πολιτεία».
    Ο εικαστικός Κώστας Σαχπάζης και η σχέση  του ντιζάιν με τη μόδα
    Κέρδισε το εφετινό βραβείο ΔΕΣΤΕ, ενώ πρόσφατες παρουσιάσεις της δουλειάς του έγιναν μέσα από την ατομική του έκθεση «What a tailor can do» τον περασμένο Ιούνιο στην ενότητα «Statements» του θεσμού Art Basel, σε συνεργασία με την Andreas Melas & Helena Papadopoulos Gallery. Η σχέση του 36χρονου εικαστικού με τα υλικά είναι ιδιαίτερη: «Τα διαλέγω ενώ τα έργα μου είναι σε εξέλιξη. Ιδέες εφαρμόζονται πάνω σε διαφορετικά υλικά κάθε φορά. Παρατηρώ τις μετατοπίσεις της αρχικής ιδέας και ταυτόχρονα τις αντιδράσεις του υλικού. Αυτή η κατάσταση ρευστότητας μπορεί να κρατάει το ενδιαφέρον μου ζωντανό για πολλές ημέρες σε μια φαντασίωση που προσπαθώ να παραμένει φευγαλέα». Τα αντικείμενα που δημιουργεί δεν έχουν κάποια χρηστική αξία, αν και έχουν τη δύναμη να συνομιλήσουν με τον χώρο στον οποίο θα βρεθούν: «Η μόδα και το ντιζάιν είναι κάτι που με ενδιαφέρει, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω σχεδιάσει χρηστικά αντικείμενα. Προτιμώ τα έργα μου να κρατούν αποστάσεις χωρίς να προτείνεται για αυτά μια συγκεκριμένη χρήση. Η εγγύτητα και η επαφή, πάντως, είναι επιθυμητές και καλλιεργούνται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τα έργα τέχνης, ως προϊόντα πνευματικής εργασίας, το να είναι φιλικά προς τον χρήστη, δεν είναι πάντα το ζητούμενο». Οσο για την ιδανική εξέλιξη σχετικά με την τέχνη του: «Oσο περνάει ο χρόνος, δουλεύοντας, να γίνομαι καλύτερος θεατής». 
    Οι επιχειρηματίες Γιάννης Βλαχογιάννης και Πάνος Παπαδόπουλος και η απόσταση του ΤΕΙ Πειραιά από τον Σαν Φρανσίσκο

    Από την Κατερίνα Καλού

    Είναι Νοέμβριος του 2010. Ενα βροχερό απόγευμα Κυριακής ο Πάνος έχει πάει σε ένα event στην Τεχνόπολη. Στον γυρισμό τού έρχεται μια ιδέα και αμέσως παίρνει τηλέφωνο τον Γιάννη, τον φίλο με τον οποίο δούλευε σε δύο άλλες startups. Λίγα χρόνια αργότερα – όχι στο Γκάζι, αλλά στο Σαν Φρανσίσκο – ο Γιάννης πηγαίνει για τον καθιερωμένο καφέ, προτού συναντήσει τον συνεργάτη του. Στο διπλανό τραπέζι κάθονται δύο φίλοι που φτιάχνουν μια εφαρμογή για Android. «Συνέχεια κρασάρει» λέει ο ένας. «Γιατί δεν χρησιμοποιείς BugSense;» απαντά ο άλλος και ο Γιάννης ταρακουνιέται. Δεν είναι μικρό πράγμα να ακούς τυχαία να μιλάνε για σένα στη Σίλικον Βάλεϊ. Η BugSense –πιθανότατα κρύβεται ήδη πίσω από κάποιο app που χρησιμοποιείτε – είναι μια εταιρεία που βοηθά τους απανταχού προγραμματιστές να φτιάξουν καλύτερες εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα και πρόσφατα εξαγοράστηκε από τον αμερικανικό κολοσσό Splunk – η διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2014. «Το περίεργο είναι ότι αν και σε οικονομικό επίπεδο η αλλαγή είναι τεράστια, εμείς δεν νιώθουμε περισσότερο ευτυχισμένοι. Ισως γιατί τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει την αίσθηση του να κάνεις αυτό που σου αρέσει με τους φίλους σου» εξηγούν. Τα δύο παιδιά, που στο παρελθόν συνάντησαν αρκετές δυσκολίες, δεν θα άλλαζαν «ούτε λεπτό» από τη διαδρομή. «Εμείς δεν πήγαμε στο Στάνφορντ, πήγαμε στο ΤΕΙ Πειραιά και δουλέψαμε στην Ελλάδα και όχι στην Google» λέει χαρακτηριστικά ο Πάνος. Τα επόμενα χρόνια, πάντως, θα βρουν τον 30χρονο Πάνο και τον 32χρονο Γιάννη στα γραφεία της Splunk στο Σαν Φρανσίσκο. «Θέλουμε το προϊόν να αποφέρει εκατομμύρια σε τζίρο, να μπει σε περισσότερες επιχειρήσεις και να βρίσκεται σε πάνω από 1 δισεκατομμύριο συσκευές» καταλήγουν.

    *Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk