Στο τεύχος Νο. 19 (Οκτώβριος 2012) του περιοδικού «Οικονομικές Εξελίξεις» που εκδίδει το ΚΕΠΕ, δημοσιεύθηκε ένα σχετικά σύντομο άρθρο των Π. Κορλίρα και Γ. Μονογυιού με τίτλο «Ανάλυση της διατηρησιμότητας του δημοσίου χρέους της ελληνικής οικονομίας», βασισμένο σε εκτενείς υπολογισμούς εναλλακτικών σεναρίων όσον αφορά τις παραμέτρους που ορίζουν την εξέλιξη του λόγου Χρέος\ΑΕΠ. Βάσει αυτών των υπολογισμών, η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων καθ’όλο το διάστημα 2014-2020 και μάλιστα σε ύψος 3,6% του ΑΕΠ, έστω και με την συνδρομή μιας μείωσης του επιτοκίου δανεισμού κατά 50 μονάδες βάσης, οδηγεί το 2020 σε μια σχέση Χρέους\ΑΕΠ από 134% μέχρι 151% ανάλογα με τον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας. Μόνο με την υπόθεση της μείωσης του υφιστάμενου χρέους κατά 45 δις ευρώ , επιτυγχάνεται το 2020 σχέση Χρέους\ΑΕΠ από 118% μέχρι 125%. Το ποσό των 45 δις ευρώ εντοπίζεται στο ενδεχόμενο η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών να υλοποιηθεί απευθείας μέσω του ESM αντί μέσω του ελληνικού δημοσίου χρέους, ή αντίστοιχα σ’ένα ενδεχόμενο κούρεμα του χρέους που βρίσκεται στην κατοχή του επίσημου τομέα (OSI). Το άρθρο αυτό είχε γίνει ευρέως γνωστό.
Στην διεθνή βιβλιογραφία είναι αποδεκτό ότι οιαδήποτε ανάλυση της διατηρησιμότητας του χρέους υπόκειται σε υποθέσεις που αφορούν το μέλλον, και συνεπώς εμπεριέχει στοιχεία θεωρητικής και εμπειρικής αβεβαιότητας και μελλοντικών ενδεχομένων και κινδύνων (βλ. Y. Monogios and P.Korliras : «Debt Sustainability Revisited» στον τόμο The Euro Crisis, έκδ. Palgrave-Macmillan, 2012). Για την ελληνική περίπτωση, είναι γνωστές εδώ και πολύ καιρό οι αμφισβητήσεις για την διατηρησιμότητα του χρέους, όχι μόνον από τις τεχνικές αναλύσεις του ΔΝΤ. Καλό είναι λοιπόν να μην μας εκπλήσσουν οι κάθε τόσο αναφορές σε αυτό το ζήτημα, και να συγκεντρωθούμε στο πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το βάρος που κουβαλάει η ελληνική οικονομία.
Επειδή ουδέποτε και ουδείς αποπληρώνει πλήρως το δημόσιο χρέος, η διατηρησιμότητά του σημαίνει ευχέρεια αναχρηματοδότησης και σταδιακή πτώση του λόγου Χρέος\ΑΕΠ.. Η επιτάχυνση του παρονομαστή (ΑΕΠ) είναι μια διέξοδος, μόνο που η επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων (πολιτικές λιτότητας) επιδρά αρνητικά στο ΑΕΠ, με ενδεχόμενο έναν φαύλο κύκλο ελλειμμάτων-ύφεσης. Από την άλλη πλευρά, η αναχρηματοδότηση του χρέους εξαρτάται από τις αγορές, οι οποίες διαμορφώνουν τις δικές τους εκτιμήσεις για το οικονομικό (και όχι μόνον) ρίσκο που αναλαμβάνουν αγοράζοντας ελληνικά κρατικά ομόλογα.
Όταν οι αγορές έκλεισαν για την Ελλάδα το 2010, η μόνη εναλλακτική ήταν η προσφυγή σε δανεισμό από τους εταίρους-φίλους μας, η απαιτηθείσα, όμως, δημοσιονομική προσαρμογή ήταν τόσο βίαιη, και εφαρμόστηκε με τον εύκολο τρόπο των οριζόντιων περικοπών και της αύξησης της φορολογίας, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να μειωθεί σωρευτικά κατά 25% στο διάστημα 2009-2013, γεγονός που συντηρεί το σενάριο ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι διατηρήσιμο. Εξ αυτού του λόγου, είναι αμφίβολο πότε η Ελλάδα θα μπορέσει να ξαναβγεί για δανεισμό στις αγορές με επιτόκιο που δεν θα υπονομεύει την διατηρησιμότητα του χρέους και την ίδια την οικονομία.
Με την εκπνοή του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης της χώρας από τους εταίρους και το ΔΝΤ στα μέσα του 2014, και μετά την επιτευχθείσα σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την σταδιακή ωρίμανση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα πρέπει να επανακαθορίσει την διαπραγματευτική θέση της έναντι των εταίρων και των αγορών. Η νέα διαπραγμάτευση θα πρέπει να έχει αυξημένο το πολιτικό στοιχείο, επιδιώκοντας έναν τριπλό στόχο : Πρώτο, μια μείωση του υφιστάμενου δημοσίου χρέους είτε μέσω του ESM, είτε απευθείας με τους επίσημους φορείς-δανειστές (OSI), συνδυασμένη με μείωση του επιτοκίου για το υπόλοιπο χρέος. Δεύτερο, να καθοριστεί ένα νέο πακέτο χρηματοδοτικής στήριξης , μικρότερο και χωρίς τις άχαρες τριμηνιαίες επιθεωρήσεις της τρόικας. Τρίτο, να στηριχθεί η σταδιακή έξοδος της χώρας στις αγορές, με λογικά επιτόκια που θα μειώνονται όσο εμπεδώνεται η αίσθηση της διατηρησιμότητας.
Για την επίτευξη αυτού του τριπλού στόχου, η Ελλάδα θα χρειαστεί πολύπλευρη πολιτική στήριξη, και σε αυτή θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή της η διαπραγματευτική ομάδα, πέρα και πάνω από τα μακροοικονομικά σενάρια τα οποία έτσι κι’αλλοιώς θα επηρεαστούν από τις εξελίξεις. Οι αγορές ήδη εκπέμπουν σήματα συγκρατημένης αισιοδοξίας για την προοπτική της οικονομίας μας, και εφόσον το 2014 σημάνει και το τέλος της πτωτικής πορείας του ΑΕΠ, η χώρα θα έχει, για πολλούς λόγους, ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση.
*Ο κ. Παναγιώτης Κορλίρας είναι Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών