• Αναζήτηση

Επαναλήψεις

Ο τίτλος παραπέμπει, για δεύτερη φορά, στο βιβλιάριο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Μελετήματα, που εδώ και μια βδομάδα κυκλοφορεί στις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, συμπληρώνοντας, αναδρομικά έστω, τη σειρά «Γραφή και Ανάγνωση», αφιερωμένη σε επτά ποιητές, που σημάδεψαν την ποίησή μας κοντά δύο αιώνες: Σολωμό, Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Σινόπουλο και Σαχτούρη.

Επαναλήψεις | tovima.gr
Ο τίτλος παραπέμπει, για δεύτερη φορά, στο βιβλιάριο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Μελετήματα, που εδώ και μια βδομάδα κυκλοφορεί στις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, συμπληρώνοντας, αναδρομικά έστω, τη σειρά «Γραφή και Ανάγνωση», αφιερωμένη σε επτά ποιητές, που σημάδεψαν την ποίησή μας κοντά δύο αιώνες: Σολωμό, Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Σινόπουλο και Σαχτούρη. Επιμένω στον εξ αναβολής Ρίτσο, για να υπογραμμίσω τη φορά αυτή τον εταιρικό χαρακτήρα του βιβλιαρίου, αποτυπωμένον τόσο στον κορμό του όσο και στο Επίμετρο. Οπου συμβάλλονται δύο αυτοσχόλια του ποιητή με τρία διαδοχικά κείμενα, τα οποία συγκρότησαν την επώνυμη εκείνη «Πολυκριτική» στο πρώτο τεύχος του περιοδικού η Συνέχεια τον Φεβρουάριο του 1973.
Επανέρχονται οι γενικές αυτές συστάσεις, προκειμένου να υποκαταστήσουν το παραλειπόμενο δελτίο Τύπου, άφαντο συνήθως στην περίπτωσή μου.
Μίλησα ήδη για φιλέταιρο τρόπο που εφαρμόζει το προκείμενο βιβλιάριο και στον κορμό του, όπου προφαίνονται οι πολύτιμες συμβολές της Νινέτας Μακρυνικόλα σε δύο τουλάχιστον μελετήματα: στα «Μικρά Ομηρικά», συμβάλλοντας στη συγκέντρωση και στη διαλογή τους, και στον αποκαλυπτικό «Τειρεσία», στον οποίο ευτυχώς με παρέπεμψε. Γιατί έχω την αίσθηση ότι στη σύνθεση αυτή η ποίηση του Ρίτσου στοχάζεται τα ακραία της όρια. Με ανεπανάληπτο τρόπο. Επονται προς απόδειξη τρία παραθέματα, δίχως σχόλια.
Το πρώτο: Ομορφα που βραδιάζει. Καλοσυνάτος ίσκιος, / ανάμεσα σε μας και στα συμβάντα / γλυκά γεράματα της μέρας, σιωπηλή μακρυνότητα· / άχνα τριανταφυλλένια από πανάρχαιο αίμα / βάφει τα σπίτια και τους δρόμους. // Νά το καλό φεγγάρι / μεγάλο και ήσυχο που βγαίνει από το άλλο μέρος / ασημοβάφοντας τους πίσω τοίχους των σπιτιών. // Και μεις το ίδιο, απ’ τό’ να πλάι κόκκινοι κι απ’ τ’ άλλο ασημένιοι, / μισοί μισοί κι όχι κομμένοι στα δύο / να νιώθουμε τη διαφορά στο κάθετο σημείο της ένωσης / να νιώθουμε την ένωση χωρίς τη διαφορά- / χρόνος αργός, ανύπαρκτος, μαλακός χρόνος τελειωμένος / Γεροντικός καιρός. Ησυχία. / Ούτε μαύρο ούτε άσπρο.
Το δεύτερο: Το μόνο, που μάθαμε σίγουρα στο πάει κι έλα του ίσκιου και του ήλιου / είναι που θα πεθάνουμε -αυτή είναι η γνώση μας, ήμερη γνώση- / στομώνει τον καημό, στομώνει το κακό μαχαίρι, / δεν κόβει πια, ξέρει μονάχα την παχιά μπογιά από τ’ αγάλματα, / κι άλλο δεν μένει πάρεξ ολόγυμνο το άσπρο, […] / άσπρα ποτάμια ασάλευτα – η άσπρη γνώση.
Το τρίτο: Τα μυστικά της μαντικής όλα τα είπαμε. / Τούτο το αλάτι αφήνουμε πίσω μας / και τούτο το κοντό αργυρό ραβδί με το σμιχτό διπλόφιδο / αστραφτερό κι αυτό κι αδιάβαστο σαν τη μοίρα του κόσμου / ώσπου η φωτιά να το λιώσει κι αυτό, ώσπου η φωτιά / κι αυτή να σβήσει.
Κι ένα μονόστιχο: Κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε, / κανείς δεν λείπει.
Λίγα λόγια τώρα για τη σκηνοθεσία και την ποιητική ιδεολογία της σύνθεσης, που παραφράζουν και συντέμνουν το τέλος του δοκιμίου μου:
Οκτώ ηθοποιοί, μετά το πέρας μιας εξαντλητικής παράστασης, ξεδίνουν τώρα κάθιδροι στις κερκίδες του κοίλου. Λένε τα δικά τους, «κουβεντιάζουν» καταπώς δηλώνεται στον πεζόμορφο πρόλογο της σύνθεσης. «Κανείς δεν νοιάζεται να ξεδιαλύνει τίποτα από το Αξεδιάλυτο, […] σαν να κατάλαβαν πως είχαν πια αργήσει».
Κουβέντα όμως και Αξεδιάλυτο ακούγονται κάπως αταίριαστα. Παρά ταύτα ο Ρίτσος υπερασπίζεται απαρχής μέχρι τέλους της σύνθεσης το κουβεντολόι, ως μέθοδο που θηρεύει αυτό που ονομάζει άσπρη γνώση. Γιατί;
Ισως για να προσγειώσει και για να εγκοσμιώσει τον μύθο της. Με έναν τύπο λόγου και διαλόγου αφιλόδοξο (την κουβέντα), εξ ορισμού όμως διφορούμενο: προφορικό και συνάμα γραμμένο, προβλέψιμο και απρόβλεπτο, κυριολεκτικό και μεταφορικό, θεατρικό και εμπράγματο, αρσενικό και θηλυκό. Θέλοντας να δείξει τη συνάφεια ανάμεσα στην επαγγελματική μαντεία και στην ανεπάγγελτη ποίηση, στο σημείο ακριβώς που διασταυρώνονται και τέμνονται. Υπονομεύοντας έτσι το παραδοσιακό μοντέλο του ποιητή-μάντη. Ωστε κουβεντιάζοντας να το μεταλλάξει, για να γίνει το ατομικό συλλογικό, το μονοφωνικό πολυφωνικό, το αυταρχικό αυτοκριτικό, το ανταγωνιστικό αυτογνωστικό.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
Σίβυλλα
Helios Kiosk