• Αναζήτηση
  • Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει Αννα Καρένινα

    Η Ευρωπαϊκή ηγεσία καταδεικνύει τις ελληνικές ελίτ ως υπεύθυνες για την λεηλάτηση των πόρων της χώρας και αυτή η στρατηγική τους έχει ως στόχο την εκκίνηση της δημιουργικής καταστροφής. Τη δημιουργία εσωτερικής κοινωνικής πίεσης που σε συνδυασμό με την οικονομική θα οδηγήσει τους παλιούς θεσμούς στην αλλαγή ή την καταστροφή.

    Η Αννα Καρένινα του Τζο Ράιτ είναι μια πανέμορφη ταινία, τόσο όσο και η πρωταγωνίστρια της, η Κίρα Νάιτλι, μπορεί και περισσότερο. Σαν να πηγαίνεις στο σινεμά και να βλέπεις θέατρο είναι, και ακόμα περισσότερο να παρακολουθείς τους ήρωες να βλέπουν και αυτοί θεατρικές παραστάσεις, τις ιδιωτικές και δημόσιες πράξεις της ζωής τους. Το επιτρέπει το σενάριο του Τομ Στόπαρντ, που είναι κυρίως θεατρικός συγγραφέας, και έγραψε τους διαλόγους για αυτόν τον έρωτα που δε χωράει ακριβώς στην κοινωνία, αλλά άφησε απ’ έξω την πιο διάσημη φράση του Τολστόι: «οι ευτυχισμένες οικογένειες όλες μοιάζουνε μεταξύ τους· κάθε δυστυχισμένη οικογένεια ωστόσο είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο». Είναι η πρώτη πρόταση του μυθιστορήματος τόσο γνωστή όσο και η αρχή του Μόμπυ Ντικ ή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, αλλά όχι μόνο επειδή ξεκινάει ένα κλασικό έργο. Είναι ο ορισμός της ιδέας που πήρε το όνομά της από την ερωτευμένη πρωταγωνίστρια, τη λέμε “η αρχή της Αννας Καρένινα”.

    Σύμφωνα με αυτή οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια κάνουμε επιτυγχάνει μόνο όταν ικανοποιούνται όλοι οι παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται. Ενας να μας λείπει και το όλο εγχείρημα καταρρέει σαν το γάμο του Καρένιν. Είναι η ιδέα ότι η επιτυχία, και εννοείται η ευτυχία, μπορεί να γλιστρήσει από τα χέρια μας από τη μια στιγμή στην άλλη, και αυτή δεν είναι καινούργια, ο Αριστοτέλης εδώ το περιέγραφε λέγοντας «ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν». Τα καλά πράγματα είναι εύθραυστα, θέλουν να τα πιάνεις με μαλακά χέρια, και να τα βάζεις κάπου ψηλά, να μην τα φτάνει κανείς. Ούτε εσύ.

    Οι γάμοι στον Τολστόι κινδυνεύουν από τα ίδια πράγματα που κινδυνεύουν και οι τωρινοί. Πώς αντιμετωπίζει μια οικογένεια τα προβλήματα με τα χρήματα, με τα παιδιά, πώς κατανέμει τις ευθύνες, τι γίνεται με τις πιέσεις από τη δουλειά, ή αυτές από τις κοινωνικές σχέσεις και κυρίως τι κάνει ένα ζευγάρι μετά από μια απιστία; Δεν γίνεται να κάνεις καλά μόνο το ένα χωρίς το άλλο, γιατί όλα συνδέονται και όλα μαζί καταστρέφονται.

    Για την ευτυχία που κυνηγάνε να φτιάξουνε δυο άνθρωποι μαζί γράφει ο Τολστόι και εμείς εδώ μετά από τρία χρόνια κρίσης ξέρουμε ότι η προσωπική ευτυχία δεν είναι ανεξάρτητη από την επιτυχία μας ως κοινωνίας, ως κράτους. Το δικό μας εγχείρημα είναι η δημιουργία ενός λειτουργικού κράτους, μιας σωστής δημοκρατίας, αυτό ήταν από την αρχή της κρίσης το διακύβευμα και η ευκαιρία της, όλοι αυτό θέλαμε. Αντί για αυτό τα τελευταία χρόνια πορευόμασταν με τον στόχο της επιβίωσης, ανέλπιδο και μίζερο από μόνο του. Τώρα που έχουμε την περισσότερη ανεργία στην Ευρώπη το αίτημα είναι ακόμα πιο έντονο, η Ελλάδα στα όρια ενός αποτυχημένου κράτους, πρέπει να οικοδομηθεί ξανά για να είναι σταθερή, εύρυθμη και λειτουργική. Για να γίνει αυτό δε γίνεται να πετύχουμε μόνο σε ένα πράγμα, αλλά σε όλα αυτά που χρειάζεται μαζί.

    Υπάρχουν πολλοί ορισμοί για τα αποτυχημένα κράτη: είναι αυτά σε απότομη και βαθιά οικονομική πτώση, αυτά που δεν μπορούν να προσφέρουν δημόσιες υπηρεσίες, αυτά με την μεγάλη διαφθορά και τις αδύναμες κυβερνήσεις, που δεν συμμετέχουν ισότιμα στη διεθνή κοινότητα, και δεν όλα μοιάζουν μεταξύ τους, τα επιτυχημένα κράτη μοιάζουν.

    Εχουμε βάλει μερικούς στόχους για την οικονομία μας. Θέλουμε να ανοίξει, να γίνει πιο φιλική στις επιχειρήσεις, χωρίς αγκυλώσεις, ανταγωνιστική και παραγωγική, ενάντια στα παρασιτικά προνόμια που διατηρούν οι κάστες. Οι πιο φιλελεύθεροι θα βάλουν αυτό ως προτεραιότητα, όλοι οι υπόλοιποι από το κέντρο ως την αριστερά θα βάλουν την φορολογική αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη γιατί συνδέεται με την ισότητα, αλλά αλήθεια γιατί θα πρέπει να μην κάνουμε και τα δύο; Γιατί θα πρέπει να διαλέξουμε τι θα κάνουμε τώρα και τι μετά σαν να πρέπει να τα κάνει όλα ένας άνθρωπος;

    Εχουμε βάλει στόχους για την οργάνωση του κράτους, θέλουμε να είναι μικρότερο και λιγότερο σπάταλο, χωρίς διαφθορά, αλλά χωρίς να σακατέψουμε την Υγεία και την Παιδεία.

    Και θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια αστική δημοκρατία όπου οι εξουσίες διακρίνονται, υπάρχει διαφάνεια, σεβασμός στους θεσμούς και τους νόμους, και οι μειονότητες προστατεύονται. Αν κάτι δείχνει το βαθμό δημοκρατίας σε μια σύγχρονη χώρα είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται το διαφορετικό ώστε να μην δημιουργούνται φαινόμενα τυραννίας της πλειονότητας. Απειλή για τη δημοκρατία είναι η μισαλλοδοξία και η εξοικείωση με τη βία, και εδώ δολοφονούν μετανάστες οι φίλοι της Χρυσής Αυγής. Απειλή είναι οι ναζί, οι ιδέες και οι πρακτικές τους που βρίσκουν απήχηση στην Ελληνική Αστυνομία και το καταγγέλλει o Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Και αυτό γιατί ένα δημοκρατικό κράτος κρίνεται και από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους παραβάτες και τους εγκληματίες. Στην Νορβηγία κανείς δεν άγγιξε τον δολοφόνο Μπρέιβικ. Εδώ είπαμε ότι και οι μπάτσες χρειάζονται και έχουμε δεχτεί ότι αν περάσεις την νύχτα στη ΓΑΔΑ θα είσαι το θύμα ενός εθιμοτυπικά ανεκτού σαδισμού. Αλήθεια σε ποιον αριθμό μεμονωμένων περιστατικών πρέπει να φτάσουμε για να τα θεωρήσουμε κανόνα;

    Το βιβλίο των Acemoglu και Robinson με τον τίτλο “Γιατί τα κράτη αποτυγχάνουν;” κυκλοφόρησε πέρσι, έκανε μεγάλη επιτυχία και διαβάστηκε πολύ. Η Ελλάδα δεν είναι ένα αποτυχημένο κράτος, όπως είναι το Μάλι, αλλά έχει φτάσει και αυτή στο όριο να μην μπορεί να πληρώσει μισθούς και συντάξεις, να μην μπορεί να προσφέρει δημόσιες υπηρεσίες, και αυτή η περίοδος είναι πρόσφατη, όταν και ο Σαμαράς και ο Τσίπρας μιλούσαν για επικείμενη ανθρωπιστική κρίση. Αν δεχτούμε ότι οι ιδέες θα πρέπει να διανύσουν μια περίοδο μέχρι να φτάσουν να επηρεάσουν πολιτικές, και πάρουμε για παράδειγμα την κριτική στο IMF από τον Κρούγκμαν και άλλους, που τώρα γίνεται αποδεκτή από το Ταμείο, τότε θα πρέπει να παρατηρήσουμε τη σύνδεση αυτών που λένε οι συγγραφείς του “Γιατί τα κράτη αποτυγχάνουν;” με αυτά που ξεκίνησε να λέει για τις ελληνικές ελίτ η γερμανική ηγεσία την ίδια περίοδο της παρολίγο αποτυχίας. Ενα επιτυχημένο βιβλίο δεν είναι μόνο κίνητρο, αλλά ταυτόχρονα ενδεικτικό μιας τάσης, ενός τρόπου σκέψης.

    Οι συγγραφείς του δέχονται ότι οι οικονομικοί θεσμοί είναι υπεύθυνοι για το αν μια χώρα είναι πλούσια ή φτωχή, αλλά είναι η πολιτική που αποφασίζει για το ποιοι θα είναι αυτοί. Διακρίνουν δύο είδη οικονομικών και πολιτικών θεσμών, τους “εξαγωγικούς” και τους “περιεκτικούς”. Οι χώρες προοδεύουν όταν έχουν περιεκτικούς θεσμούς που διαχέουν την εξουσία με πλουραλισμό, εγγυώνται τις ίσες ευκαιρίες και προστατεύουν την ιδιοκτησία. Αντίθετα ιστορικά οι χώρες με εξαγωγικούς θεσμούς, που συγκεντρώνουν την εξουσία στα χέρια μιας ελίτ, απομυζούν τους πολλούς προς όφελος των λίγων και τελικά αποτυγχάνουν.

    Κεντρική αιτία της αποτυχίας είναι ο εμποδισμός της τεχνολογικής προόδου και αυτό συμβαίνει γιατί δεν επιτρέπεται η δημιουργική καταστροφή, σύμφωνα με την οποία το νέο αντικαθιστά το παλιό. Οι ελίτ δεν είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τα προνόμια που νέμονται παραδοσιακά και αυτό είναι ακριβώς για το οποίο μας κατηγορούν οι Ευρωπαίοι. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι δύο καθηγητές ξεκινούν την σκέψη τους διαπιστώνοντας την ισχύ της αρχής της Αννας Καρένινα. Λένε ότι “τα κράτη μερικές φορές καταφέρνουν να υιοθετήσουν λειτουργικούς θεσμούς και να γίνουν εύπορα, αλλά δυστυχώς, αυτές οι περιπτώσεις είναι σπάνιες”.

    Η Ευρωπαϊκή ηγεσία καταδεικνύει τις ελληνικές ελίτ ως υπεύθυνες για την λεηλάτηση των πόρων της χώρας και αυτή η στρατηγική τους έχει ως στόχο την εκκίνηση της δημιουργικής καταστροφής. Τη δημιουργία εσωτερικής κοινωνικής πίεσης που σε συνδυασμό με την οικονομική θα οδηγήσει τους παλιούς θεσμούς στην αλλαγή ή την καταστροφή. Οι οικονομικοί και οι πολιτικοί θεσμοί δεν έχουν πια το περιθώριο να μην αλλάξουν, να γίνουν μικρότεροι, να συγχωνευθούν και να επενδύσουν σε τεχνολογία. Τα μέλη αυτής της ελίτ καταγγέλλουν την ευρωπαϊκή κριτική ως λαϊκιστική, ότι βάζει το λαό στο ρόλο του εξαπατημένου θύματος. Το βιβλίο αυτό, αν και δεν αναφέρεται στην Ελλάδα, είναι η επιστημονική κατάρριψη αυτών των αιτιάσεων. Αν τα είχαμε φάει όλοι μαζί, τότε θα είχαμε ένα πλουραλιστικό, περιεκτικό σύστημα, και επομένως δεν θα είχαμε πρόβλημα. Αντίθετα κάποιοι τα φάγανε μεταξύ τους, οι χαμηλομισθωτοί δεν φάγανε τίποτα, και οι περισσότεροι τα δανείστηκαν, φέροντας την ευθύνη των προσωπικών χρεών μέσα στην κρίση, κανένα κούρεμα δεν υπήρξε για αυτούς.

    Για να μοιάσουμε με τις ευτυχισμένες οικογένειες της Ευρώπης θα πρέπει να πετύχουμε τους στόχους μας στην οικονομία, την οργάνωση του κράτους και την διατήρηση της δημοκρατίας, όλους μαζί. Αν αποτύχουμε σε έναν η ιστορία μας θα είναι συγκινητική σαν ρώσικη τραγωδία.

    Γνώμες