Τι έγινε ξαφνικά και η πολιτική ένταση χτύπησε ταβάνι;
Η αλληλουχία των γεγονότων είναι συγκεκριμένη και ικανή να προσφέρει την εξήγηση των πραγμάτων.
Εν αρχή ην το ξεκαθάρισμα με το τρίτο μνημόνιο. Μετά πολλών κόπων και βασάνων η τρικομματική κυβέρνηση το πέρασε από τη Βουλή και στη συνέχεια, αφού διήλθε συμπληγάδες αμφισβητήσεων και εντάσεων, εξασφάλισε την καταβολή των δόσεων του μεγάλου δανείου.
Οταν μάλιστα στα μέσα Δεκεμβρίου άρχισαν να έρχονται τα πρώτα χρήματα και άπαντες βεβαιώθηκαν ότι τουλάχιστον για μεγάλο διάστημα δεν απειλούμαστε με έξωση από την ευρωζώνη και ότι η κυβέρνηση Σαμαρά κερδίζει πολύτιμο χρόνο, όλοι κατάλαβαν ότι αλλάζουν οι όροι του πολιτικού παιγνίου και επεχείρησαν αναπροσαρμογές.
Ο κ. Αντ. Σαμαράς ένιωσε πιο ασφαλής και άρχισε να σκέφτεται ότι αν βάλει τα πράγματα σε έναν δρόμο μπορεί στη συνέχεια να αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες, ικανές να ανατρέψουν τις ως τότε διαφαινόμενες τάσεις της κοινής γνώμης, οι οποίες ως εκείνη τη στιγμή ορίζονταν από τον θυμό, τη διαμαρτυρία και την αμφισβήτηση. Και ήδη τις προγραμματίζει.
Αντιστοίχως αναθάρρησαν και οι κκ. Φ. Κουβέλης και Ευ. Βενιζέλος. Θεώρησαν κι αυτοί ότι έχουν να ελπίζουν σε αντιστροφή των τάσεων. Εγιναν πιο δυναμικοί, ξαναμαζεύουν τα κόμματά τους, φροντίζουν τη συνοχή τους και προετοιμάζουν την ενεργότερη συμμετοχή τους στα δημόσια πράγματα.
Στον αντίποδα, η μεταβολή των συνθηκών και κυρίως η απάλειψη της μεγάλης απειλής για το νόμισμα βρήκε, κατά δυστυχή συγκυρία, τον κ. Αλ. Τσίπρα στον δρόμο για τη Λατινική Αμερική.
Είχε προγραμματίσει το ταξίδι, θεωρούσε ότι η φορά των πραγμάτων δεν μπορούσε να αλλάξει, ότι οι έννοιες «μνημόνιο» και «αντιμνημόνιο» θα καθορίζουν για πάντα τις επιλογές των Ελλήνων, υποτίμησε το αγαθό της ασφάλειας περί το νόμισμα και την οικονομία και επιπλέον ήθελε να πάρει λίγη δόξα από τη λατινοαμερικανική αντίσταση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Το ταξίδι, επικοινωνιακό στον μέγιστο βαθμό, «δεν έκατσε» όπως ανέμενε η περί τον πρόεδρο ηγετική ομάδα. Στη Βραζιλία η υποδοχή ήταν υποτονική, στην Αργεντινή ο κ. Τσίπρας έπεσε πάνω σε μίνι εξεγέρσεις και λεηλασίες που καθόλου δεν αρέσουν στους Ελληνες και στην Αθήνα ο Σαμαράς με τον Στουρνάρα έκαναν πάρτι με τα λεφτά και τις δηλώσεις συμπαράστασης των Ευρωπαίων.
Επί δώδεκα ημέρες ο ΣΥΡΙΖΑ εξαφανίστηκε από το πολιτικο-επικοινωνιακό ελληνικό σύμπαν. Επαιζε μόνο σε κάτι σοβιετικού τύπου ανταποκρίσεις της ΝΕΤ, στις οποίες κανείς δεν έδινε σημασία.
Σαν επέστρεψε λοιπόν η ομάδα από τη λάτιν περιοδεία και ενημερώθηκε από τους «άγιους» δημοσκόπους που τη συνοδεύουν ότι τα πράγματα γυρίζουν και πως αν δεν βρουν υποκατάστατο της ξεθωριάζουσας αντιμνημονιακής ατζέντας το χάσανε το τρένο, τους έπιασε τεταρταίος πυρετός.
Και επειδή δεν είχαν πολλές επιλογές, έπεσαν στην επιθετική αγκαλιά της κυρίας Ζωής Κωνσταντοπούλου, την οποία ως τότε απλώς ανέχονταν.
Κάπως έτσι οξύνθηκε το περιβάλλον και επεκράτησαν οι εξαλλοσύνες.
Η «λίστα Λαγκάρντ» έγινε νέα σημαία ευκαιρίας και καλλιεργήθηκε ο μύθος ότι δι’ αυτής θα καταρρεύσει η κυβέρνηση και μαζί της όλο το μιντιακό σύστημα που δεν αγαπάει τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή δήθεν φοβάται για τα πλούτη και την εξουσία του.
Από εκείνη τη στιγμή ο κ. Βενιζέλος άρχισε να τους «κράζει» ότι χτίζουν νέο ’89 και ο κ. Σαμαράς βρήκε την ευκαιρία να ασκήσει τη δική του επικοινωνιακή αντεπίθεση, διά του υπουργού Δημόσιας Τάξης, επεμβαίνοντας στις σχεδόν υπολειτουργούσες καταλήψεις δημοσίων κτιρίων από αναρχικούς και αντιεξουσιαστές.
Ο κ. Σαμαράς θέλησε να αφαιρέσει χώρο και επιχειρήματα από την Ακροδεξιά και μαζί να εκθέσει τον ΣΥΡΙΖΑ στο συντηρητικό αστικό κοινό που επιζητεί τάξη και ησυχία.
Οι αναρχικοί και οι αντιεξουσιαστές αντέδρασαν, όπως ήταν αναμενόμενο. Ο «χώρος» κινητοποιήθηκε, η επιχείρηση ανακατάληψης της «βίλα Αμαλία» ήταν επιμελώς προπαρασκευασμένη ώστε να αναδειχθεί νέο «σύμβολο του αγώνα», ακολούθησαν άλλες ακτιβιστικές πράξεις, με αποκορύφωμα τα γκαζάκια, ξημερώματα Παρασκευής, σε σπίτια δημοσιογράφων. Αυτόματα οι έχοντες επαφή και συνάφεια με τον αντιεξουσιαστικό χώρο νεοεκλεγέντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ξεσπάθωσαν και με τις δηλώσεις τους επέτρεψαν στην κυβέρνηση να πιέζει τον κ. Τσίπρα και να τον εκθέτει στα μάτια της πιο συντηρητικής κοινής γνώμης. Αυτό που ήθελε ο κ. Σαμαράς το πέτυχε. Κατεδείχθη ότι το κόμμα του κ. Τσίπρα δεν μπορεί να κινείται επικοινωνιακά με άνεση σε ένα ευρύτατο κοινωνικό φάσμα, χωρίς δεσμεύσεις και καθαρές θέσεις. Φανερώθηκε ότι δεν μπορεί να αλιεύει αβρόχοις ποσί ψήφους μεταξύ Κηφισιάς, Εξαρχείων και Νίκαιας και τη Δευτέρα να πηγαίνει άνετος στο Βερολίνο να συναντήσει –«να προσκυνήσει» θα πουν ορισμένοι, όπως εκείνος λέει για τον Σαμαρά –τον γερμανό υπουργό Οικονομικών κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Κάποια στάμνα από τις πολλές που χρησιμοποιεί θα σπάσει, κάπου το επικοινωνιακό παιχνίδι θα χαθεί και οι συνάψεις θα κοπούν.
Το κινηματικό παιχνίδι ήδη τείνει να το χάσει. Θα υποκατασταθεί από το πολυπληθές πια αναρχικό κίνημα και τους αριστεριστές που θεωρούν ότι βρήκαν νέο συμβολικό πεδίο δράσης και νιώθουν ότι έχουν τις δυνάμεις και την οργανωτική δυνατότητα να εξελιχθούν και να διαμορφώσουν, σε τούτο τον καιρό της κρίσης, ένα ιδιότυπο αναρχοσυνδικαλιστικό αντιηγετικό μόρφωμα, σαν εκείνα που μεσουράνησαν στην Ισπανία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και στα χρόνια του Μεσοπολέμου.
Ηδη από τις ανακαταλήψεις φθάσαμε στα γκαζάκια και πιθανώς να ακολουθήσουν κι άλλα, πιο σοβαρά γεγονότα. Εφαπτόμενος ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτόν τον χώρο θα πιέζεται ολοένα περισσότερο και κάποια στιγμή θα κληθεί να διαλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.
Οσο θα δυσκολεύεται να κάνει την επιλογή, θα κινδυνεύει να χάσει τα συντηρητικά αστικά στρώματα, τους διαμαρτυρόμενους μικροαστούς που μέσα στην οργή και την απελπισία τους από τα μέτρα και τις πολλές απώλειες τον ψήφισαν, θεωρώντας ότι μπορεί να σώσει κάτι από τη χαμένη ευημερία τους. Τώρα που η απώλεια έχει επιβεβαιωθεί και ζητούμενο πλέον γι’ αυτούς είναι η τάξη, η ασφάλεια, η επαναδημιουργία και η παραγωγή, ο κόσμος θα αρχίσει να αναζητεί νέους οδηγούς. Και ήδη το κάνει, όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις.
Οσο η σύγχρονη Αριστερά δεν απαντά στο αίτημα της εποχής για νέα παραγωγή, νέα οικονομία, νέες θέσεις εργασίας και εξαντλείται σε αγώνες άγονους με επικοινωνιακά στικάκια, στυλάκια και τρικάκια, θα χάνει και θα αυτοπεριορίζεται σε μικρότερα γήπεδα από αυτά που κατέκτησε το περασμένο καλοκαίρι. Για να μείνει στο τέλος με το απύθμενο θράσος του κ. Σκουρλέτη και τον εισαγγελικό ζήλο της νεοφώτιστης κ. Κωνσταντοπούλου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ