Οταν έκλεισα το τηλέφωνο, τότε το συνειδητοποίησα: οι ερωτήσεις μου στον Πιερ Ασουλίν ήταν σκοτεινές, εξέφραζαν φόβους, διερευνούσαν κινδύνους. Ρωτούσαν για τον θάνατο του βιβλιοπωλείου, τον θάνατο του έντυπου βιβλίου, τον θάνατο της αφήγησης, τη δικτατορία των εκδοτικών κολοσσών, όλα αυτά που κρέμονται ως απειλητικά ενδεχόμενα σε μια εποχή που η βιομηχανία του βιβλίου μεταβάλλεται ραγδαία προς άγνωστη κατεύθυνση.
Βιογράφος, μυθιστοριογράφος, βιβλιοκριτικός, δημοσιογράφος και καθηγητής Δημοσιογραφίας, επιμελητής εκδοτικών σειρών, μέλος της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου Γκονκούρ και γνωστός μπλόγκερ, ο 59χρονος Πιερ Ασουλίν έχει τη δυνατότητα και την ευελιξία να αντικρίζει το βιβλίο από διαφορετικές οπτικές θέασης, γι’ αυτό η γνώμη του έχει βάρος. Οσα είπε από το Παρίσι η αργή και βαθιά φωνή του το πρωινό της περασμένης Τρίτης έφεραν τη σφραγίδα της αισιοδοξίας που πατά σε δυο γερά πόδια Ιστορίας και πραγματισμού.
{{{ moto }}}
Είστε εφέτος «νονός του Βραβείου Γκονκούρ των λυκειόπαιδων». Τι σημαίνει αυτός ο τίτλος;
«Συναντώ μαθητές λυκείων που απονέμουν το δικό τους βραβείο στα μυθιστορήματα που ήταν υποψήφια για το Βραβείο Γκονκούρ και συζητώ γι’ αυτά μαζί τους. Είναι μια τιμητική αποστολή, για την οποία είμαι ιδιαίτερα υπερήφανος. Το 1998 ήμουν υποψήφιος γι’ αυτό το βραβείο με το μυθιστόρημά μου La cliente. Δεν το κέρδισα. Οι μαθητές είναι δύσκολο κοινό».

Τι σας εντυπωσιάζει στο λογοτεχνικό γούστο των εφήβων;
«Οτι μας ξαφνιάζουν διαρκώς. Εχουμε μια λανθασμένη ιδέα για το λογοτεχνικό γούστο των εφήβων, ότι δηλαδή είναι πολύ πιο συντηρητικό από των ενηλίκων. Κάθε φορά όμως που προσπαθούμε να προβλέψουμε την απόφασή τους, μας διαψεύδουν».
Οι έρευνες στην Ελλάδα δείχνουν ότι οι έφηβοι δεν διαβάζουν…
«Επικρατεί αυτή η εντύπωση επειδή περνούν πολύ χρόνο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή τους. Μην ξεχνάμε όμως ότι, όταν είναι στο Facebook και στο Twitter, όταν στέλνουν μηνύματα με το κινητό, διαβάζουν και γράφουν. Ισως διαβάζουν λιγότερη κλασική λογοτεχνία, αυτό είναι πιθανόν, είναι γενικό φαινόμενο».

Το Twitter πραγματοποιεί στα τέλη του μήνα ένα online φεστιβάλ συμμετοχικής μυθοπλασίας με φράσεις tweet των 140 χαρακτήρων. Είναι ένα πείραμα που μπορεί να αλλάξει δραματικά τον τρόπο που αφηγούμαστε;

«Δεν το θεωρώ πείραμα ανταγωνιστικό προς το μυθιστόρημα, τη μυθοπλασία, τη λογοτεχνία. Η κλασική αφήγηση, που αρχίζει από τον Ομηρο, έχει μεταμορφωθεί πολλές φορές στη διάρκεια των αιώνων και θα υπάρξουν νέες μεταμορφώσεις, δεν έχει όμως εκλείψει. Οσο υπάρχουν άνθρωποι, θα έχουν την ανάγκη κάποιοι να τους αφηγηθούν ιστορίες και κανείς δεν το κάνει καλύτερα από τον συγγραφέα, τον μυθιστοριογράφο, με τη μια μορφή ή την άλλη».
Σε μια πρόσφατη ανάρτηση στο μπλογκ σας, επικαλείστε τον καναδό ιστορικό Μιλάντ Ντουεϊχί, που υποστηρίζει ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν είναι ο δαίμονας που θα καταστρέψει το έντυπο, αλλά μια νέα θεότητα που προστίθεται στο πολυθεϊστικό σύμπαν του βιβλίου. Τι σημαίνει αυτό;
«Πιστεύω ότι η ψηφιακή επανάσταση είναι μια ριζοσπαστική επανάσταση, την οποία όμως δεν πρέπει να φοβόμαστε. Οσοι θρηνούν ότι το βιβλίο πέθανε πρέπει να δουν ότι το αντίθετο συμβαίνει: το βιβλίο θα αναγεννηθεί χάρη στο Internet. Παραδοσιακά, έντυπα βιβλία θα υπάρχουν πάντοτε. Iσως θα βρίσκουμε λιγότερα στα βιβλιοπωλεία, χάρη όμως στο Ιnternet και περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν την ευκαιρία να τα βρουν, να τα αγοράσουν και να τα διαβάσουν. Πρέπει πλέον να μάθουμε να διακρίνουμε το βιβλίο ως αντικείμενο από το βιβλίο ως περιεχόμενο. Ως τώρα αντικείμενο και περιεχόμενο ταυτίζονταν στη λέξη «βιβλίο». Τώρα πρέπει να τα ξεχωρίσουμε, γιατί πλέον το βιβλίο ως κείμενο διατίθεται σε πολλές μορφές και υπάρχει στον υπολογιστή μας, στο κινητό μας, παντού».
Εχετε γράψει για την παρακμή της αλυσίδας Fnac. Θα είναι αυτή η μοίρα όλων των βιβλιοπωλείων;
«Η Fnac είναι καταδικασμένη, θα πεθάνει σύντομα, όπως η αλυσίδα Borders στις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή όμως γεννιούνται σε γειτονιές ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, που φιλοξενούν καθημερινά εκδηλώσεις δημιουργώντας δεσμούς ανάμεσα στον συγγραφέα, στον αναγνώστη και στον βιβλιοπώλη. Νομίζω ότι βαδίζουμε προς δύο κατευθύνσεις. Η μία θα είναι οι μικρές κοινότητες μιας γειτονιάς, μιας περιοχής, ενός χωριού, όπου αναπτύσσονται και λειτουργούν αυτοί οι δεσμοί ανάμεσα σε συγγραφείς και σε αναγνώστες. Η άλλη θα είναι οι online αγορές από τα ψηφιακά βιβλιοπωλεία. Οτιδήποτε μεταξύ των δύο είναι, πιστεύω, καταδικασμένο».
Οι αναρτήσεις στο μπλογκ σας ξεπέρασαν τις 2.500. Θα συνεχίσετε την ηλεκτρονική δημοσιογραφία;
«Ναι, με ενθουσιάζει. Μάλιστα από το τέλος αυτού του μήνα θα λανσάρω μια φιλόδοξη ιστοσελίδα, έξω από το περιβάλλον του «Monde», που φιλοξενεί το μπλογκ μου. Θα έχει τον ίδιο τίτλο, «La République des Livres», και θα δημοσιεύονται εκεί ένα κύριο άρθρο και πολλά μικρότερα, όλα γραμμένα από εμένα. Θα είναι τρόπον τινά μια δική μου εφημερίδα, όχι μόνο για τους Γάλλους αλλά για το γαλλόφωνο κοινό σε όλον τον κόσμο. Πολλοί φίλοι, αφότου καταργήθηκε η στήλη μου στον «Monde», με παρότρυναν να το κάνω. «Είσαι από μόνος σου ένα μέσο επικοινωνίας» μου λένε, αναφερόμενοι στις αποκλειστικές ειδήσεις και στα ρεπορτάζ που έχουν δημοσιευθεί στο μπλογκ».
Ο καθένας σήμερα μπορεί να γίνει εκδότης για τον εαυτό του, χάρη στην ψηφιακή επανάσταση. Οι χρήστες του Internet ενδιαφέρονται, λέτε, αν από πίσω βρίσκεται κάποιος επαγγελματίας;
«Ναι, ψάχνουν παντού στο Internet, αλλά στο τέλος έχουν την ανάγκη να εμπιστευθούν κάποιον ειδικό παρά κάποιον άγνωστο που κρύβεται πίσω από ένα ψευδώνυμο. Ιδιαίτερα στην κριτική, θέλεις να ξέρεις τη διαδρομή του κριτικού, τι έχει γράψει πριν, για να τον εμπιστευθείς».
Σας ανησυχεί μήπως κολοσσιαίες εκδοτικές συμμαχίες, όπως του Penguin με τον Random House, έχουν αποτέλεσμα να επιβληθεί στην αγορά το αγγλόφωνο μπεστ σέλερ τύπου «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι», αφήνοντας λίγο χώρο και χρήμα για μικρούς εκδότες με ποιοτικούς τίτλους;
«Η αγγλική γλώσσα έχει κυριαρχήσει εδώ και καιρό, αυτό είναι γεγονός. Το Πενήντα αποχρώσεις του γκρι δεν θεωρώ ότι ανταγωνίζεται το ποιοτικό βιβλίο, απευθύνεται στους ανθρώπους που διαβάζουν ένα βιβλίο τον χρόνο. Αν δεν διάβαζαν αυτό, δεν θα διάβαζαν κανένα. Τα πράγματα είναι πράγματι δύσκολα όμως. Θαυμάζω τους εκδότες που έχουν έναν ποιοτικό κατάλογο και φιλόδοξο εκδοτικό πρόγραμμα, που δίνουν τον αγώνα τους ενάντια στο κυνήγι του μπεστ σέλερ. Στη Γαλλία είναι πιο εύκολο, γιατί τους επιδοτεί το κράτος».
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα…
«Τότε χρειάζεται να τους στηρίξουν οι αναγνώστες».
Το Ισλάμ, οι ναζιστές, η Ιστορία και το μυθιστόρημα

Στο μυθιστόρημά του Οι προσκεκλημένοι ο Πιερ Ασουλίν αναπαριστά ζωηρά τη γαλλική κοινωνία στον προθάλαμο της κρίσης. Η κρίση είναι το υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημα για τους Γάλλους, λέει ο συγγραφέας, αλλά το ζήτημα που απασχολεί τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αυτές τις ημέρες είναι «μια κρίση ηθική, που σχετίζεται με το φάντασμα του Ισλάμ, στη Γαλλία και αλλού. Οι άνθρωποι λένε «Ισλάμ» και εννοούν «ξένος», συγχέουν δύο διαφορετικές έννοιες».
Πιστεύει ότι η Γαλλία είναι η καλύτερα εφοδιασμένη χώρα στην Ευρώπη για να χειριστεί το ζήτημα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, «αφενός διότι είναι μια χώρα με ισχυρή δημοκρατία και ισχυρές αξίες για τον άνθρωπο και τη ζωή και αφετέρου γιατί υπάρχει εδώ μια σημαντικότατη μουσουλμανική κοινότητα». Του λέω για τον ρατσισμό στην Ελλάδα, όπου δεν έχουμε τόσο μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό. «Eχετε όμως νεοναζιστές», απαντά, «πράγμα αδιανόητο στη Γαλλία, διότι οτιδήποτε αφορά τον ναζισμό απαγορεύεται στη Γαλλία, όπως και στη Γερμανία. Δεν μπορείς να φορέσεις ναζιστική στολή δημοσίως, δεν μπορείς να πουλήσεις ναζιστική σημαία. Συλλαμβάνεσαι».

Ισως έχει ατονήσει η ιστορική μνήμη…
«Χρειάζεται να ανατρέξουμε στο παρελθόν, ειδικά σήμερα. Ο κόσμος δεν είναι χωρισμένος πλέον σε δύο μέρη διακριτά, στον καπιταλισμό και στον κομμουνισμό. Παλιά μπορούσες εύκολα να επιλέξεις, ήξερες ποιος ήταν ο εχθρός, τι ήταν σωστό και τι λάθος. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και κυρίως μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι άνθρωποι έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους και δεν ξέρουν πού πάνε. Ομως αν δεν ξέρεις από πού έρχεσαι, δεν ξέρεις πού πας. Γι’ αυτό και έχουν περισσότερο την ανάγκη να ανακαλύψουν τις ρίζες τους, τις ρίζες του έθνους τους, της Ιστορίας, του παρελθόντος τους».

Εχει ευθύνη ο μυθιστοριογράφος, σε τέτοιους καιρούς, να θυμίσει στους αναγνώστες του την Ιστορία τους;
«Με ενδιαφέρει η Ιστορία και ως δημοσιογράφος αρθρογραφώ για ιστορικά θέματα στο περιοδικό «Histoire», οπότε η ανάμειξη Ιστορίας και λογοτεχνίας στα μυθιστορήματά μου δεν είναι κάτι νέο, συμβαίνει φυσικά. Το τελευταίο μου μυθιστόρημα, λόγου χάριν, το Une question d’ orgueil (Gallimard, 2012), βασίζεται στην πραγματική ιστορία του γάλλου αξιωματούχου Ζορζ Πακ, που καταδικάστηκε ως κατάσκοπος των Σοβιετικών στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αισθάνομαι όμως ότι οι αναγνώστες έχουν πλέον μια νέα ανάγκη για ιστορικά αναγνώσματα».
Ποιο βιβλίο βρίσκεται σήμερα πάνω στο κομοδίνο σας;
«Η συναρπαστική ιστορική μελέτη The End του Ιαν Κέρσοου, για τους τελευταίους μήνες της χιτλερικής Γερμανίας, που μόλις μεταφράστηκε στα γαλλικά. Προετοιμάζομαι για το νέο μου μυθιστόρημα».
πότε & πού:
Ο Πιερ Ασουλίν θα μιλήσει για τη ζωή, το έργο του και το βιβλίο στην εποχή μας σε συζήτηση με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη στο βιβλιοπωλείο Ιανός (Σταδίου 24), την Πέμπτη 22 Νοεμβρίου, στις 7.00 μ.μ. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τρία μυθιστορήματά του, όλα από τις εκδόσεις Πόλις: «Ξενοδοχείο Lutetia» (2006), «Το πορτρέτο» (2009) και «Οι προσκεκλημένοι» (2012)

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ