Οι «δούλοι» και οι «μακαρίτες»

Μερικές φορές διαισθάνεται κανείς ότι ο συγγραφέας ενός βιβλίου έχει τόσo πολλά να πει ώστε ασφυκτιά μέσα στις ίδιες του τις σελίδες. Ο Νίκος Κουτσιαράς, οικονομολόγος που διδάσκει Πολιτική Οικονομία και Ευρωπαϊκά Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει γράψει ένα τέτοιο βιβλίο-ποταμό. Στην πραγματικότητα, άθελά του, έχει γράψει τρία βιβλία σε ένα.

Μερικές φορές διαισθάνεται κανείς ότι ο συγγραφέας ενός βιβλίου έχει τόσo πολλά να πει ώστε ασφυκτιά μέσα στις ίδιες του τις σελίδες. Ο Νίκος Κουτσιαράς, οικονομολόγος που διδάσκει Πολιτική Οικονομία και Ευρωπαϊκά Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει γράψει ένα τέτοιο βιβλίο-ποταμό. Στην πραγματικότητα, άθελά του, έχει γράψει τρία βιβλία σε ένα. Το πρώτο είναι ένα βιβλίο κοινωνιολογίας της οικονομικής γνώσης και της οικονομικής πολιτικής. Το δεύτερο, βιβλίο ιστορίας των μακροοικονομικών ιδεών από τον Κέινς ως σήμερα. Και το τρίτο, ένα βιβλίο ερμηνείας της εξέλιξης των αναπτυγμένων δυτικών οικονομιών κατά τη μεταπολεμική περίοδο, με έμφαση στις αιτίες της σημερινής οικονομικής κρίσης.
Τυπικό ζήτημα κοινωνιολογίας της γνώσης είναι η σχέση ανάμεσα στους πολιτικούς και στους επιστήμονες. Η γνώση και οι πεποιθήσεις όσων παίρνουν αποφάσεις για την οικονομία έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη οικονομολόγων. Οι πρώτοι είναι κατά κάποιον τρόπο «δούλοι» των δεύτερων, που είναι «μακαρίτες».
Το εκκρεμές της σκέψης
Ο Κουτσιαράς ξεκινά από αυτή την αποστροφή τού προ πολλού μακαρίτη Κέινς για να αναπτύξει το πρώτο από τα τρία επιχειρήματα του βιβλίου, τα οποία ξεδιπλώνονται σταδιακά, παράλληλα το ένα με το άλλο: οι «δούλοι», οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου υπόδουλοι, αφού ασκούν την πολιτική εξουσία, χρησιμοποιούν τη σκέψη των «μακαριτών» για να νομιμοποιήσουν τις πολιτικές επιλογές τους. Στην πορεία οι πολιτικοί προσαρμόζουν κατάλληλα τη σκέψη των «μακαριτών οικονομολόγων», εν μέρει εκδικούμενοι αυτούς τους τελευταίους, στους οποίους οφείλουν τις όποιες γνώσεις και πεποιθήσεις τους.
Ακολουθώντας την κίνηση του εκκρεμούς κατά μήκος του χρόνου κάποιοι οικονομολόγοι επισκιάζονται από άλλους, δηλαδή τίθενται σε «εφεδρεία» και κατόπιν ανακαλούνται από αυτήν. Το δεύτερο επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι η μακροοικονομική θεωρία μοιάζει με εκκρεμές που κινείται ανάμεσα στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στον κεϊνσιανισμό. Για παράδειγμα, μετά τις κρίσεις του 1973 και του 1979, οι «μακαρίτες» Χάγεκ, Φον Μίζες και Σούμπετερ ανακλήθηκαν από την «εφεδρεία». Μέσω της επιρροής των διαδόχων τους, δηλαδή οικονομολόγων όπως ο Φρίντμαν, προσέφεραν επιστημονική και ιδεολογική νομιμοποίηση στους Θάτσερ και Ρίγκαν, οι οποίοι εφάρμοσαν νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές.
Τότε ο Κέινς μπήκε σε εφεδρεία και αναδύθηκε το ρεύμα που ο Κουτσιαράς, επικαλούμενος τον Τόνι Τζαντ, αποκαλεί «διανοητικό συντηρητισμό». Διεθνώς η έμφαση στη διατήρηση της απασχόλησης, ως προτεραιότητα, έδωσε τη θέση της στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών, έστω και αν αυτή συνοδεύεται από τρομακτική ανεργία. Ο Κέινς ανακλήθηκε από την εφεδρεία μόνο πολύ πρόσφατα, όταν η κρίση έκανε φανερή την ανάγκη επαναρρύθμισης του καπιταλισμού.
Στο μεταξύ, όμως, η εφαρμογή των ιδεών του Κέινς, ο κεϊνσιανισμός, είχε αλλάξει. Ο εφαρμοσμένος Κέινς δεν είναι ένας αλλά πολλοί, ανάλογα με την ιστορική περίοδο και το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο οι «δούλοι» εργάζονται εφαρμόζοντας τις ιδέες του «μακαρίτη» βρετανού οικονομολόγου του Μεσοπολέμου. Παράδειγμα είναι η εμφάνιση του «ιδιωτικοποιημένου κεϊνσιανισμού», κατά την ορολογία του Κόλιν Κράουτς.
Οπως γράφει ο Κουτσιαράς, η θεωρία αυτού του κεϊνσιανισμού περιλαμβάνει τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση, τη μεγέθυνση και απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη χρηματοπιστωτική καινοτομία. Από τον παλιό κεϊνσιανισμό έχει περισωθεί η μέριμνα για τη σταθεροποίηση της οικονομίας αλλά έχει παραλειφθεί εντελώς η αναδιανομή του εισοδήματος. Οι αλλαγές στο επίπεδο της μακροοικονομικής θεωρίας συμβαδίζουν με τους μετασχηματισμούς της «μακροοικονομικής της πράξης».
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι δομικές αλλαγές της οικονομίας, οι μεταρρυθμίσεις, η νομισματική πολιτική, αλλά και η τύχη, συντελούν στη «μεγάλη εξομάλυνση»: οι μεγάλες δυτικές οικονομίες επιτυγχάνουν μακροχρόνια σταθερούς ρυθμούς αύξησης του εθνικού προϊόντος και χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού.
Κεϊνσιανισμός και κρίση
Το τρίτο επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι η τρέχουσα κρίση οφείλεται σε δομικά κενά του ιδιωτικοποιημένου κεϊνσιανισμού τα οποία φανερώθηκαν κατά την τρέχουσα κρίση. Ο εν λόγω κεϊνσιανισμός δεν έχει προβλέψει μηχανισμούς ανάσχεσης του πολύ υψηλού ρίσκου που τείνουν να αναλαμβάνουν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί ούτε της τάσης να χρηματοδοτούνται οι επενδύσεις με νέα χρέη. Επίσης δεν έχει αντίβαρα στην ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση. Τέλος, δεν έχει δικλίδες ασφαλείας έναντι των κινδύνων της εγχώριας παραγωγικής αναδιάρθρωσης και της απελευθέρωσης των αγορών χρήματος και κεφαλαίου στο πλαίσιο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.
Το βιβλίο αυτό, το οποίο θα δυσκολέψει τον αναγνώστη λόγω του μακροπερίοδου λόγου και του πυκνού ύφους του, λέει πολλές αλήθειες για την παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία και την οικονομική σκέψη. Προσφέρει επιπλέον μια διάψευση καθώς αναιρεί την εντύπωση ότι είναι αδύνατον να παραχθεί οτιδήποτε επιστημονικά σημαντικό στο γνώριμό μας πανεπιστημιακό περιβάλλον εξευτελιστικών μισθών, βιβλιοθηκών χωρίς πρόσφατα βιβλία και περιοδικής πολιτικής βίας. Ο Κουτσιαράς συνέγραψε ένα έργο-παρέμβαση στη σύγχρονη διεθνή ακαδημαϊκή συζήτηση το οποίο αξίζει να μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk