• Αναζήτηση
  • Ο νεκρός αδελφός που έγινε ζόμπι

    Η μάχη του Σαρανταπόρου (τον Οκτώβριο του 1912) που άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, υπήρξε η πρώτη καθοριστική νίκη του ελληνικού στρατού (με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο τότε) στη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου. Ήταν μια επιτυχημένη πολεμική επιχείρηση που αναπτέρωσε το ηθικό όσων είχαν μείνει ζωντανοί γιατί οι απώλειες σε έμψυχο υλικό ήταν βαριές: 182 νεκροί και 995 τραυματίες

    Η μάχη του Σαρανταπόρου (τον Οκτώβριο του 1912) που άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, υπήρξε η πρώτη καθοριστική νίκη του ελληνικού στρατού (με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο τότε) στη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου. Ήταν μια επιτυχημένη πολεμική επιχείρηση που αναπτέρωσε το ηθικό όσων είχαν μείνει ζωντανοί γιατί οι απώλειες σε έμψυχο υλικό ήταν βαριές: 182 νεκροί και 995 τραυματίες.

    Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Τακούλας, είκοσι δυο χρονών φτωχός στρατιώτης, που γλίτωσε τον θάνατο αλλά έμεινε με το ένα χέρι σακατεμένο για πάντα. «Γιατί όταν ορμήξαμε να καθαρίσουμε εκείνο το χαράκωμα στο Σαραντάπορο, η ξιφολόγχη που μου κάρφωσε ο Τούρκος ήταν τόσο σκουριασμένη που έσπασε μέσα στον ώμο μου» γράφει ο 29χρονος Δημοσθένης Παπαμάρκος στο πρώτο διήγημα της πολύ ενδιαφέρουσας συλλογής του «Μεταποίηση» (Κέδρος, 2012) το οποίο έχει τον τίτλο «Γκρίχου» και μας φέρνει έντονα στο νου το δημοτικό τραγούδι «Του Νεκρού Αδελφού».

    Στην γνωστή παραλογή «η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε» απ’ τον τάφο του για να φέρει πίσω την αδελφή του την Αρετή που ‘ταν «πολύ μακριά στα ξένα». Στην ιστορία του Παπαμάρκου ο Χρήστος, ο μεγαλύτερος αδελφός του ήρωα, επιστρέφει σαν άλλο εκδικητικό ζόμπι στον κόσμο των ζωντανών για να τιμωρήσει τους κουτοπόνηρους συγχωριανούς που έκλεψαν τα ζωντανά της αβοήθητης μάνας του ενώ ο ίδιος ήταν στο χώμα και ο Τακούλας εθεωρείτο νεκρός στο μέτωπο.

    «Όταν άνοιξα το φέρετρο, βρήκα το Χρήστο μπρούμυτα, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη. Του τα ‘λυσα, τον γύρισα ανάσκελα και του ‘σταξα στο στόμα νερό και λάδι από το καντήλι του». Ο αδελφός σηκώθηκε οργισμένος. «Εγώ πήρα το όπλο κι εκείνος το σίδερο από το τζάκι» μας λέει ο Τακούλας, τον οποίο είχαν σπάσει στο ξύλο όταν πήγε μοναχός του να απαιτήσει το βιος του σπιτιού του πίσω. Ακολουθεί ένα μακελειό, μέσα στη νύχτα, στο σπίτι των υπαιτίων. «Τους έσκισε τους λαιμούς στον ύπνο κι ύστερα τους έσπασε τα κόκαλα και ρούφηξε το μεδούλι» ο Χρήστος.

    Η αλήθεια είναι, για να το πούμε σε αδρές γραμμές, ότι σε κάθε μια απ’ αυτές τις βίαιες ιστορίες του Παπαμάρκου δεν έχει και μεγάλη σημασία να κοπεί – το λιγότερο – ένα λαρύγγι. Ο στόχος του συγγραφέα ωστόσο δεν είναι ούτε να σοκάρει, ούτε μακάβρια να μας εντυπωσιάσει. Εν προκειμένω το έγκλημα, που αναδύεται ως πνευματική αλλά και σωματική απελευθέρωση σε οριακές υπαρξιακές κρίσεις (που μπορεί να είναι και η βαρεμάρα όπως στο διήγημα «Πτέρυγα») εγγράφεται στο πεδίο των «φυσικών» επιλογών που έχουν οι ήρωες του, ήρωες παράξενοι και σκοτεινοί, μετέωροι ανάμεσα σε αφιλόξενους εαυτούς και ανοίκειους άλλους, ήρωες που προτιμούν να αφανιστούν παρά να τους δείξει κάποιος λύπηση.

    Η βία επομένως εξυπηρετεί εδώ έναν αισθητικό σκοπό πρωτίστως. Συνδυάζονται με ηπιότητα μοτίβα της gothic λογοτεχνίας του φανταστικού με κάποιες δόσεις λυρικού (ευτυχώς είναι λιγοστές οι στιγμές της εκζήτησης) υπαρξισμού – οι ήρωες μιλάνε σε πρώτο ενικό πρόσωπο, οι φωνές τους είναι κάπως απόμακρες αλλά ακριβείς στις στιγμές των ανατροπών, που χειρίζεται καλά ο Παπαμάρκος, δεν υπεκφεύγουν, είναι θαρραλέες.

    Ταυτόχρονα η βία ως επιλογή, απ’ την πλευρά του συγγραφέα, μας αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Σε πολλές ιστορίες επανέρχεται το μοτίβο της αδελφοκτονίας, του αρχέγονου κακού με άλλα λόγια, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το διήγημα «Καΐνα» (ο Κάιν είναι ο πρώτος αδελφοκτόνος της ιστορίας) όπου η βία αποτυπώνεται ως αντίβαρο στην απώλεια της αγάπης.

    Στο διήγημα «Tseih She» παρακολουθούμε έναν βομβιστή αυτοκτονίας που ενώνεται (καταλαβαίνετε τον τρόπο) με τον αδελφό του «πάνω στο λιθόστρωτο της αγοράς», ο «Ρίψασπις» είναι μια αντιηρωϊκή ιστορία για τον Μεγαλέξανδρο και την καταστροφική παραφορά της βίας, στο διήγημα «Τίσις» έχουμε την αίσθηση ότι ο μονήρης ήρωας δολοφόνησε μια άστεγη γυναίκα και την αφήνει να στραγγίξει το αίμα της στη μπανιέρα του αλλά δεν είναι καθόλου έτσι ενώ στο αμέσως επόμενο διήγημα με τον τίτλο «Σποδός» ένα πτώμα μας αφηγείται την ιστορία του απ’ τον πάτο ενός κάδου απορριμμάτων.

    Στον «Εγκιβωτισμό» ένας ναυτικός καρφώνει το καπάκι στο κιβώτιο που τον περιέχει, στο εξαιρετικό «Ferrum» όλα είναι «κρύα και σκληρά» μέσα σε μια σήραγγα κάτω από τη γη, στην «ΜεταΠοίηση» ο ήρωας ράβει (κυριολεκτικώς) μια δικιά του ξεχωριστή Χίμαιρα, στο «.45» έχουμε την απολογία ενός αυτόχειρα και στη «Σαρκώζα», που κλείνει τη συλλογή, ακολουθούμε έναν «θίασο τεράτων» στα βάθη της Ανατολής.

    Πρόκειται για μια δυνατή, στιβαρή συλλογή διηγημάτων απ’ τον Δημοσθένη Παπαμάρκο που έχει κάτι απ’ την οργισμένη παραίτηση του Μάριου Χάκκα, κάτι από την ατμοσφαιρική σκοτεινιά του Γιάννη Σκαρίμπα, ένα βιβλίο, εν τέλει, για τη βία ως λυτρωτικό αδιέξοδο που επισκέπτεται την πολύχρωμη γλωσσική μας παράδοση με μέτρο και σεβασμό.

    Διηγήματα
    Δημοσθένης Παπαμάρκος
    ΜεταΠοίηση
    Εκδόσεις Κέδρος, 2012, σελ. 119, τιμή 10 ευρώ
    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk