• Αναζήτηση
  • Η επιστροφή του Γιάννη Μαρή

    Οταν ένας άνδρας δέχεται αργά το βράδυ ένα τηλεφώνημα, ανησυχεί. Αν στην άλλη άκρη του καλωδίου είναι ο εραστής της γυναίκας του, ανησυχεί ακόμη περισσότερο. Κάπως έτσι ο Γιάννης Μαρής εισάγει τον αναγνώστη του στο «Εγκλημα στο Κολωνάκι», βάζοντάς τον από την αρχή στο σασπένς και προκαλώντας τον να διαβάσει τη συνέχεια στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας.

    Οταν ένας άνδρας δέχεται αργά το βράδυ ένα τηλεφώνημα, ανησυχεί. Αν στην άλλη άκρη του καλωδίου είναι ο εραστής της γυναίκας του, ανησυχεί ακόμη περισσότερο. Κάπως έτσι ο Γιάννης Μαρής εισάγει τον αναγνώστη του στο «Εγκλημα στο Κολωνάκι», βάζοντάς τον από την αρχή στο σασπένς και προκαλώντας τον να διαβάσει τη συνέχεια στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας. «Εχει ειπωθεί πως το μεγαλύτερο αμάρτημα ενός μυθιστορήματος είναι να προξενεί πλήξη στον αναγνώστη του. Σε αυτό το αμάρτημα επιδίωξα να μην πέσει το μυθιστόρημα που ο αναγνώστης κρατάει στα χέρια του» έγραφε ο ίδιος ο Γιάννης Μαρής. Και από ό,τι φαίνεται ως σήμερα οι αστυνομικές ιστορίες του Γιάννη Μαρή, κατά κόσμον Γιάννη Τσιριμώκου, προκαλούν το ενδιαφέρον.

    Αυτές τις ημέρες σημειώνεται μια επανεμφάνιση του Γιάννη Μαρή που είχε ως αφορμή τη συγκυρία έκδοσης τριών βιβλίων σχετικών με αυτόν: το πρώτο ήταν η απόφαση της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας να διοργανώσει ένα παιχνίδι με τον αστυνόμο Μπέκα καλώντας συγγραφείς το αστυνομικού να δώσει ο καθένας μια εκδοχή και μια συνέχεια στον περίφημο και δημοφιλή ήρωα των αστυνομικών ιστοριών μυστηρίου του Γιάννη Μαρή («Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα», Καστανιώτης). Το δεύτερο ήταν η έκδοση από την Αγρα ενός παλιού και εξαφανισμένου μυθιστορήματος του Μαρή, του «Ο 13ος επιβάτης», και το τρίτο και πιο σημαντικό, ίσως, είναι η έκδοση, ύστερα από χρόνια κυοφορίας, της μελέτης του Ανδρέα Αποστολίδη «Ο κόσμος του Γιάννη Μαρή» (Αγρα).

    Ποια είναι η αξία σήμερα των αστυνομικών ιστοριών του Γιάννη Μαρή; Στην ουσία, όπως λέει ο μελετητής του Γιάννη Μαρή Ανδρέας Αποστολίδης, «είναι η έκφραση μιας άλλης πλευράς του αστυνομικού μυθιστορήματος που κάπως παραμερίστηκε τα τελευταία χρόνια. Δεν ταυτίζεται, μας λέει ο Α. Αποστολίδης, το αστυνομικό με το πολιτικό και κοινωνικό μυθιστόρημα, μπορεί να είναι αυτή η κύρια τάση σήμερα, αλλά όχι και η μοναδική». Με τον Γιάννη Μαρή επανέρχεται σήμερα η άλλη εκδοχή του αστυνομικού, του πιο ψυχαγωγικού.

    Οπως αναφέρει η Αθηνά Κακούρη στον πρόλογο του βιβλίου «Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα», ο Γιάννης Μαρής έγραφε αστυνομικά μυθιστορήματα χωρίς να αναφέρει ούτε μια πτυχή, ούτε καν έναν υπαινιγμό για τα πολιτικά δεδομένα της εποχής. Είχε δημιουργήσει έναν πολιτικά ουδέτερο χώρο, μέσα στον οποίο σχεδίαζε τους ήρωές του και έστηνε την εκάστοτε πλοκή του». Ο Α. Αποστολίδης συμφωνεί: «Τα μυθιστορήματά του είναι ευχάριστα, όπως διαβάζεις για παράδειγμα τα μυθιστορήματα του Αρθουρ Κόναν Ντόυλ».

    Το αστυνομικό μυθιστόρημα της εποχής του ’50-’60 είναι απολίτικο, παραγνωρισμένο και εν πολλοίς περιθωριακό. Ο Ανδρέας Αποστολίδης αναφέρει στη μελέτη του ότι η Αριστερά το θεωρούσε φθοροποιό και ότι ακόμη και οι αριστεροί φίλοι του συγγραφέα Γιάννη Τσιριμώκου (Μαρή) δεν ενδιαφέρονταν να διαβάσουν τα βιβλία του ούτε στις διακοπές τους. Ο Μαξίμ Γκόρκι στην περίφημη ομιλία του στο Πρώτο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων (1934) το χαρακτήρισε «προσφιλή τροφή των κορεσμένων της Ευρώπης», για να προσθέσει ότι διεισδύοντας αυτό το είδος στις τάξεις των εργατών «η ταξική τους συνείδηση αναπτύσσεται με αργό ρυθμό».

    Από τι εμπνέεται ο Μαρής; Ο Ανδρέας Αποστολίδης λέει: «Εμπνέεται κυρίως από το μελόδραμα του ελληνικού σινεμά, από την εποχή του και από το πώς σκεφτόταν ο κόσμος. Εμπνέεται από το ελαφρό θέαμα και ανάγνωσμα. Παίρνει μια συνοικία, πλούσια ή φτωχιά, και την περιγράφει όπως ήθελε να τη δει ο θεατής του ελληνικού σινεμά, με τους πλούσιους και τους φτωχούς, τους καλούς και τους κακούς.Φτιάχνει έναν κόσμο πολύ κοντά στον Μπίλι Γουάιλντερ – π.χ. όπως στην ταινία «Γλυκιά Ιρμα» -, αλλά οι διακρίσεις του είναι πιο σχηματικές. Αυτό που κυριαρχεί είναι η «πολυτελής γυναίκα», το ίνδαλμα όλων των ανδρών. Αυτή έχει πάντα έναν ζιγκολό εκτός από εραστή ή άνδρα. Εκεί τρυπώνει και λίγο το ηδονοβλεπτικό βλέμμα της εποχής».

    Ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου τοποθετεί την αξία των έργων του Γιάννη Μαρή κυρίως ιστορικά και όχι λογοτεχνικά. «Από τα σκόρπια αστυνομικά του Νιρβάνα, του Ραγκαβή ή της Ελένης Βλάχου, ο Μαρής κατόρθωσε να βάλει το αστυνομικό μυθιστόρημα σαν είδος στην ελληνική λογοτεχνία. Λογοτεχνικά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, έχει όμως πολλά στοιχεία ενδιαφέροντα: χαρακτήρες, πλοκή, σασπένς, ενώ είναι και πολύ καλός αθηναιογράφος». Στα έργα του παρουσιάζεται η εξέλιξη της Αθήνας ανάμεσα στα ερείπια του Εμφυλίου και της ραγδαίας οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης». Τα έργα του είναι γεμάτα με συγκεκριμένες τοποθεσίες, δρόμους, συνοικίες. Ο ίδιος τα χαρακτήριζε «αθηναϊκά μυθιστορήματα μυστηρίου».

    Ο Ανδρέας Αποστολίδης βρίσκει ότι ο Γ. Μαρής: «Είναι πιο κοντά στο κλίμα του Κώστα Ταχτσή, μιας και παρουσίαζε τη σύγχρονη μικροαστική πραγματικότητα, ίσως και να έχει και κάτι από Μ. Καραγάτση. Δεν έχει σχέση, βέβαια, με τη λαογραφία ή τον νατουραλισμό αλλά περισσότερο με τη μικροαστική τοιχογραφία. Είναι ο κόσμος των πλουσίων και της πολυτελούς ζωής και το πώς διάφοροι περιθωριακοί τύποι προσπαθούν να «τρυπώσουν» μέσα σε αυτόν».

    Το κοινό του Γιάννη Μαρή ήταν το κοινό των εφημερίδων στις οποίες έγραφε, της «Ακρόπολης» και της «Απογευματινής». «Αν πάρεις μια «Ακρόπολη» του ’53», λέει ο Α. Αποστολίδης, «θα δεις ότι είναι το προπύργιο του αντικομμουνισμού, γράφει για τα ψέματα της «Φωνής της Αληθείας» και πώς συνεργάζεται το παράνομο ΚΚΕ με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Απευθύνεται δηλαδή σε ένα δεξιόστροφο κοινό. Μετά το τέλος της δεκαετίας του ’50 που εκδίδονται πιο συχνά τα βιβλία του, το κοινό του διευρύνεται». Κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες να τοποθετηθεί κοινωνικά το έργο του Γ. Μαρή και να χαρακτηριστεί ως «κοινωνική κριτική της αστικής τάξης» αλλά, όπως σημειώνει ο Α. Αποστολίδης στη μελέτη του, «το έγκλημα στα βιβλία του Μαρή παράγεται από αυτούς που θέλουν να βάλουν χέρι στον κόσμο της πολυτέλειας και όχι αντίστροφα».

    Ο κόσμος που έφτιαξε ο Γιάννης Μαρής είναι ένας κόσμος γεμάτος χαρακτήρες. Η αφήγησή του είναι πολλές φορές σε πρώτο πρόσωπο, όπως στον Τζέιμς Τσέιζ, έχουμε δηλαδή έναν ήρωα που από ένα τυχαίο γεγονός μπλέκει σε μια ιστορία με μια γυναίκα, και από ‘κεί σε μια περιπέτεια και αλλάζει η ζωή του. Εγινε γνωστός για τη φιγούρα του αστυνόμου Μπέκα που δημιούργησε. Ομως ο Μπέκας πρωταγωνιστεί μόλις στα 8 από τα 42 μυθιστορήματα που εκδόθηκαν ενώ σε κάποια άλλα εμφανίζεται προς το τέλος. Παρ’ όλα αυτά ο τύπος ήρωα που δημιούργησε επηρέασε πολλούς έλληνες συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων. Δίπλα του υπάρχει σε πολλές ιστορίες ο δημοσιογράφος Μακρής, το alter ego του Γιάννη Μαρή, ένας «σπόρτσμαν διανοούμενος» που σπάει κάπως τη στυφή γεύση του μικροαστισμού του Μπέκα.

    Ο Γιάννης Μαρής διάβαζε κυρίως ελληνικά ή μεταφρασμένα αστυνομικά από τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, τη «Μάσκα», το «Μυστήριο». Τον επηρέασαν τα διάφορα μυθιστορήματα σε συνέχειες που διάβαζε στις άλλες εφημερίδες, αλλά έβλεπε και πολλές ταινίες, ελληνικό λαϊκό κινηματογράφο αλλά και γαλλικές ή αμερικανικές αστυνομικές ταινίες. Επίσης πολύ τον έχει επηρεάσει το θέατρο (βλέπε και το περίφημο «Εγκλημα στα παρασκήνια»).

    Η γραφή του, αν σκεφτούμε ότι έγραφε ταυτόχρονα δυο και τρεις ιστορίες, είχε θετικά και αρνητικά. Ο Α. Αποστολίδης στα αρνητικά βάζει τις επαναλήψεις, τις ανισότητες στην ανάπτυξη, αποτέλεσμα της πίεσης να παραδίδει κάθε μέρα κείμενα. Από την άλλη, είχε ως προτέρημα τις καταπληκτικές εισαγωγές του, καθώς έπρεπε να «πιάσει» τον αναγνώστη από την αρχή.

    Σήμερα ο αστυνόμος Μπέκας, ο δημοσιογράφος Μακρής, οι «πολυτελείς» γυναίκες και οι άλλοι ήρωες του Μαρή έρχονται να γεμίσουν ευχάριστα τις καλοκαιρινές μας αναγνώσεις και να μας μεταφέρουν νοσταλγικά σε μια Αθήνα πιο αθώα, λιγότερο ανασφαλή και ίσως γι’ αυτό και πιο γοητευτική.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk