• Αναζήτηση
  • Βασίλης Καραποστόλης: Μνήμες γενναιοψυχίας από τη δεκαετία του ’60

    Στο δοκίμιό του Η εποχή της όρεξης. Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60 (Πατάκης) ο συγγραφέας και καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλης Καραποστόλης αναδεικνύει, μέσα από τις προσωπικές του αναμνήσεις, τις αξίες εκείνες που ρύθμισαν τις δυνάμεις μιας εποχής δίνοντάς της ζωντάνια αναντίστοιχη με τα στατιστικά δεδομένα της. Προσπαθεί να φανερώσει τις μυστικές εκείνες συντεταγμένες που έκαναν τους ανθρώπους να ρίχνονται μέσα στη δράση με μια θέληση που ξαφνιάζει. Στη συνέντευξη που ακολουθεί αναλύει αυτές τις αξίες προκαλώντας εκ των πραγμάτων τη σύγκριση με το σήμερα.

    Στο δοκίμιό του Η εποχή της όρεξης. Ακολουθώντας τα ίχνη του ’60 (Πατάκης) ο συγγραφέας και καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλης Καραποστόλης αναδεικνύει, μέσα από τις προσωπικές του αναμνήσεις, τις αξίες εκείνες που ρύθμισαν τις δυνάμεις μιας εποχής δίνοντάς της ζωντάνια αναντίστοιχη με τα στατιστικά δεδομένα της. Προσπαθεί να φανερώσει τις μυστικές εκείνες συντεταγμένες που έκαναν τους ανθρώπους να ρίχνονται μέσα στη δράση με μια θέληση που ξαφνιάζει. Στη συνέντευξη που ακολουθεί αναλύει αυτές τις αξίες προκαλώντας εκ των πραγμάτων τη σύγκριση με το σήμερα.

    Κύριε Καραποστόλη, είναι γνωστή η ρήση ότι η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα μας. Ο,τι είναι για τους μεγαλύτερους το ’60, για κάποιες επόμενες γενιές θα είναι το ’80 ή το ’90; Μήπως, δηλαδή, μυθοποιούμε τις δικές μας παιδικές ηλικίες; Και τι είναι αυτό που κάνει το ’60 ανεπανάληπτο – αν το κάνει;
    «Το εντελώς ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’60 ήταν η εκδήλωση της ανάγκης του ατόμου να δραπετεύσει από τον εαυτό του. Ο «εαυτός μου», αυτό το τόσο φροντισμένο και προστατευμένο οχυρό, άρχισε να μοιάζει με φυλακή. Στην Αμερική και στην Ευρώπη αυτή η ανάγκη έσπρωξε τη νεολαία κυρίως προς την εμπειρία της περιπλάνησης στην οποία πρέπει να δώσουμε ένα ευρύτερο νόημα. Για τον περιπλανώμενο σημασία δεν έχει ούτε να «χάσει» ούτε να «βρει» τον εαυτό του αλλά να τον δοκιμάσει στην επαφή του με τους άλλους. Για πρώτη φορά στην ιστορία των δυτικών κοινωνιών ο άγνωστος που συναντάμε στον δρόμο μας απέκτησε θέλγητρα. Πράγμα που σημαίνει ότι η επιθυμία για ανακαλύψεις και αποκαλύψεις ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ανάγκη για σιγουριά».

    Χρησιμοποιείτε ορισμένες λέξεις που σηματοδοτούν την εποχή: όρεξη, ανυπομονησία, αξιοπρέπεια, ευγνωμοσύνη, ζήλος, μεράκι. Αυτές οι λέξεις πού βρίσκονται σήμερα ως έννοιες; Υπάρχουν και σε ποια έκταση;
    «Υπάρχουν λέξεις που απλώς τις λες και λέξεις που τις «αναλαμβάνεις», που παίρνεις πάνω σου τη σημασία τους. Για παράδειγμα, η λέξη «ευγνωμοσύνη» εξακολουθεί φυσικά να υπάρχει στο λεξιλόγιό μας. Αλλά πόσοι εννοούν πραγματικά αυτό που λένε; Ο σύγχρονος πολιτισμός διδάσκει στους ανθρώπους να θεωρούν ότι δεν χρωστάνε σε κανέναν. Εχουν τα «προσωπικά δεδομένα» τους, τα ατομικά τους δικαιώματα, την ατομική ζωή και περιουσία τους και υποτίθεται ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση ούτε κάποια θεϊκή πρόνοια ούτε με την Τύχη ούτε με την Πόλιν ούτε και με τον Αλλον Ανθρωπο (τον συμπολίτη, τον συνάνθρωπο, τον πλησίον). Σε ποιον λοιπόν να πει κάποιος «ευχαριστώ» αφού δεν πιστεύει ότι υπάρχουν πιθανοί αρωγοί; Στο βιβλίο μου, αντίθετα, εμφανίζονται άνθρωποι που απέναντι σε αυτή τη ροπή προς την αχαριστία έδωσαν μάχες. Μπορεί η ζωή να μην τους έδωσε πολλά, αλλά της αναγνώρισαν ότι δεν τους στέρησε την ικανότητα να χαίρονται, να γιορτάζουν το γεγονός και μόνο ότι υπάρχουν και ενεργούν».

    Αναφέρεστε σε συγκεκριμένους ανθρώπους που συναντήσατε στην εποχή σας. Ο κυρ Ανδρέας, η Αγλαΐα, ο Σίμος, ο Πέτρος χαρακτηρίζονται αυθεντικοί. Δεν έχει κάθε εποχή το αυθεντικό στοιχείο της;
    «Το θέμα είναι να δούμε ποιο είναι κάθε φορά το περιεχόμενο της αυθεντικότητας. Εννοείται ότι και στην εποχή μας αναδεικνύονται αυθεντικοί ανθρώπινοι τύποι. Για παράδειγμα, ο «πολυάσχολος». Ο σημερινός «πολυάσχολος» είναι κατά κάποιον τρόπο το αντίστοιχο του παλαιότερου «πολυτεχνίτη». Δείτε όμως τη διαφορά. Ο πολυτεχνίτης μετά την τρεχάλα του μπορούσε να αναγεννιέται γρήγορα μέσα στη συντροφιά των οικείων, μέσα σ’ ένα τσιμπούσι με φίλους, ενώ ο πολυάσχολος θα σύρει μέσα στη διασκέδασή του τις έγνοιες από τις ασχολίες του. Από αυτή την άποψη στην εποχή μας ατόνησε το ίδιο το ένστικτο της επιβίωσης. Δηλητηριάζουμε τις γιορτές μας, καταστρέφουμε δηλαδή το φάρμακο που προορίζεται να μας ανακουφίσει».

    Κάποιες αναφορές σας αφήνουν να εννοηθεί ότι ίσως εκείνη την εποχή υπήρχαν δυνάμεις «μυστηριακές». Αν ναι, από πού πήγαζαν;
    «Από την ίδια την όρεξη των ανθρώπων να σκαλίζουν τα πράγματα. Οποιος γοητεύεται από τη ζωή δεν κουράζεται να ψάχνει, με τον ίδιο τρόπο που δεν κουράζεται ένα παιδί να ψάχνει σε συρτάρια και ντουλάπια. Αυτό το μείγμα παιδικότητας και μεταφυσικής δεν είναι αφέλεια, όπως νομίζουν πολλοί σήμερα, είναι εχέγγυο εναντίον του κενού και της μικροψυχίας».

    Από τον πόλεμο και μετά (κυρίως μετά τη Μεταπολίτευση) η ελληνική κοινωνία έμοιαζε να βαδίζει (οικονομικά) με μια γραμμική πρόοδο, τουλάχιστον στους δείκτες: ανάπτυξη, οικοδομή, βιομηχανίες κτλ. Μήπως αυτός είναι ένας λόγος που θεωρούμε ότι το ’60 είχε εκείνη τη δύναμη που μας λείπει σήμερα, σε μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης;
    «Δεν έχει πάψει να με ελκύει αυτή η δυσφημισμένη πια έννοια, η πρόοδος. Δεν τη βλέπω όμως ως οριζόντιο προχώρημα, ως απλή μετακίνηση προς τα εμπρός, αλλά ως ανέλιξη, ως δύναμη που κάνει τους ανθρώπους να εμπιστεύονται τα χέρια τους και το μυαλό τους. Αυτή η εμπιστοσύνη ήταν ο κινητήρας της οικονομίας του ’60. Ηταν η πεποίθηση όλων – φτωχών και πλουσίων – ότι η προσπάθεια για κάτι δεν ήταν αγγαρεία. Ηταν μάλλον η ίδια η απόδειξη ότι ξεχείλιζαν από ενεργητικότητα».

    Η ηθική, ακόμη και μπασταρδεμένη, ανάμεσα στο καλό και στο κακό ήταν μια κινητήρια ιδέα για την εποχή. Τώρα μπορεί να γίνει πάλι; Και πώς;
    «Αλλοτε, αν φερόταν κάποιος ανήθικα, είχε να αντιμετωπίσει την επίκριση της γειτονιάς ή παλαιότερα του χωριού. Στις ημέρες μας όμως οι πιθανότητες να δει ο ανέντιμος ή ο απατεώνας ζωγραφισμένο στο πρόσωπο των άλλων εκείνο το οδυνηρό «ντροπή σου!» είναι πολύ λιγότερες. Από εκεί ξεκινά το πρόβλημα: από το γεγονός ότι οι κριτές των πράξεών μας είτε είναι άφαντοι είτε δεν υπολογίζονται. Προϋπόθεση της ηθικής είναι η αλληλοπαρουσία».
    «Ευτυχώς υπάρχει περισσότερος θυμός παρά λύπη»
    Η συλλογικότητα είναι ένα στοιχείο που αναφέρεται συχνά στην Εποχή της όρεξης. Μήπως σήμερα υπάρχουν συλλογικότητες που δεν αντιλαμβανόμαστε;
    «Αναπτύσσονται διάφορες μορφές κοινής δράσης, κοινωνικής ή και καλλιτεχνικής» απαντά ο Βασίλης Καραποστόλης. «Συμβαίνει όμως συχνά το συλλογικό να μην είναι παρά το πλαίσιο όπου μέσα του το άτομο θέλει να «εκφραστεί». Ο ακτιβιστής θέλει να «εκφράζεται» μέσω της ακτιβιστικής ομάδας, ο ηθοποιός μέσω του θιάσου, ο εθελοντής μέσω της οργάνωσής του. Ετσι όμως το σύνολο εμποδίζεται να διαποτίσει το άτομο και η συλλογικότητα μένει απλώς ένα «σχήμα» – δεν είναι τυχαίο που η λέξη αυτή είναι τόσο της μόδας».
    Γράφετε επίσης ότι τότε υπήρχε «όρεξη για δουλειά». Σήμερα βλέπετε να μην υπάρχει;
    «Δεν πρόκειται μόνο για δουλειά. Η όρεξη είναι το φυσικό στήριγμα της ζωής. Είναι η προϋπόθεση ώστε οι άνθρωποι να δρουν χωρίς να λένε διαρκώς μέσα τους «και τι θα βγει;». Νομίζω πως αυτή η ορμή έχει εξασθενήσει πολύ, δεν έχει όμως ακόμη στη χώρα μας νεκρωθεί. Εχει ειπωθεί ότι ο σύγχρονος κόσμος είναι ένας κόσμος χαρούμενων πραγμάτων για λυπημένους ανθρώπους. Στην Ελλάδα, ευτυχώς, υπάρχει για την ώρα περισσότερος θυμός παρά λύπη. Η λύπη δυσκολεύεται να προχωρήσει βαθιά. Είμαστε ακόμη πολύ εγωιστές για να υποκλιθούμε σε ένα αίσθημα που ακυρώνει τη θέληση».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk