Κατ’ εξοχήν παραµυθάς δηλώνει ο µαθηµατικός Τεύκρος Μιχαηλίδης . Καθώς τον ακούω, υποψιάζοµαι ότι η ευχάριστη και ζεστή φωνή του αποτελεί σπουδαίο προσόν όταν αφηγείται σε συντροφιές ιστορίες για µαθηµατικούς. «Αυτές είναι που έχουν ενδιαφέρον, όχι η δουλειά του µαθηµατικού καθαυτή. Ενας γιατρός, ένας ταξιτζής, ένας υδραυλικός έχουν κάτι να αφηγηθούν από την καθηµερινότητα της δουλειάς τους που µπορεί να ενδιαφέρει τους ανθρώπους έξω από το σινάφι τους. Ο µαθηµατικός τι να αφηγηθεί, µια απόδειξη που δεν έβγαινε;».

Στο νέο του µυθιστόρηµα, Τα τέσσερα χρώµατα του καλοκαιριού (Εκδόσεις Πόλις, 2011), αφηγείται µια ερωτική ιστορία, στη δεκαετία του 1970 στη Σέριφο, µε πρωταγωνιστή έναν νεαρό µαθηµατικό. Μέσα σε αυτήν κατάφερε να χωρέσει και τη µεγάλη απεργία στα µεταλλεία του νησιού το 1916, και τη γοητευτική ατµόσφαιρα στο Μαθηµατικό Ινστιτούτο του Γκέτινγκεν την περίοδο του Μεσοπολέµου, και τις κοινωνικές συνθήκες στη Γαλλία της Απελευθέρωσης, και, βεβαίως, ένα µαθηµατικό πρόβληµα, αυτό των τεσσάρων χρωµάτων.

Πρόκειται για την πρώτη εικασία στην ιστορία των µαθηµατικών που απαντήθηκε µε τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή διχάζοντας την επιστηµονική κοινότητα: µια απόδειξη που δεν επαληθεύεται από ανθρώπινο χέρι παραµένει απόδειξη; «Το πιο σηµαντικό στα µαθηµατικά είναι η σωστή ερώτηση και όχι η σωστή απάντηση και αυτή θα γράφεται πάντοτε από ανθρώπινο χέρι» επισηµαίνει ο Τεύκρος Μιχαηλίδης. Συντάσσεται µε όσους δέχονται τις αποδείξεις που προκύπτουν από τον υπολογιστή «εξ ανάγκης, αλλά όχι οικειοθελώς» και οµολογεί ότι προτιµά «µια ωραία, κοµψή, µαζεµένη απόδειξη». Κοµψή όπως ένα ποίηµα. Αλλωστε, «τα µαθηµατικά ως γλώσσα πλησιάζουν πάρα πολύ τη γλώσσα της ποίησης, για τί και σε αυτήν κάθε λέξη, κάθε σηµείο στίξης, έχει ειδική κωδική σηµασία».

«Δεν έχω εκπαιδευτεί να γράφω»

Ηθελε να γίνει µαθηµατικός από τότε που θυµάται τον εαυτό του, «δηλαδή από τότε που έπαψα να θέλω να γίνω αεροπόρος ή πυροσβέστης». Σε αντίθεση µε την πλειονότητα των µαθηµατικών, όπως µε ενηµερώνει, αντιπαθεί την όπερα και βαριέται το σκάκι. ∆ιασκεδάζει όµως γράφοντας.

Εφηβος έγραφε ποιήµατα, που «ευτυχώς έχουν χαθεί». Στα 52 του κυκλοφόρησε το µαθηµατικό-αστυνοµικό µυθιστόρηµα Πυθαγόρεια εγκλήµατα (Εκδόσεις Πόλις, 2006). Το νέο του αφήγηµα, σε πιο ανάλαφρους τόνους, είναι µια νοσταλγική καλοκαιρινή ερωτική ιστορία. Πειραµατίζεται µε διάφορες φόρµες και τρόπους γραφής, αλλά όχι συνειδητά. «∆εν είµαι επαγγελµατίας συγγραφέας, δεν έχω εκπαιδευτεί να γράφω, δεν ξέρω τα “κόλπα”», εξηγεί. Λειτουργεί και στο γράψιµο ως µαθηµατικός: «Στη µαθηµατική σκέψη έχεις πάντα έναν στόχο, όλα τα άλλα είναι µέθοδοι για να φτάσεις στον στόχο σου. Εποµένως, όταν ξεκινά µια ιστορία ξέρω και πώς θα τελειώσει. Οι διάφοροι τρόποι αφήγησης, η φόρµα της αστυνοµικής αφήγησης, του ηµερολογίου ή της επιστολής, είναι µια λογική διαδροµή για να φθάσω από την αρχή ως το τέλος». Εφέτος κλείνει 30 χρόνια στην εκπαίδευση. Ηδη από τις διδακτορικές σπουδές του στη Γαλλία είχε διαπιστώσει ότι προτιµά τη διδασκαλία από την έρευνα. «Είµαι ένας µεταπράτης µαθηµατικός, όχι παραγωγός», µου λέει περιγράφοντας πόσο απολαµβάνει τον ρόλο του εκπαιδευτικού, ειδικά σήµερα. «Μολονότι το κλίµα της εποχής µας ευνοεί την ενασχόληση µε τους αριθµούς, λείπει από τη νέα γενιά η αφαιρετική σκέψη, την οποία χρειάζονται πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γενιά. Με το ∆ιαδίκτυο και την υπερπληροφόρηση τη διασταυρωνόµενη, την αναδυόµενη, την προκύπτουσα, οι νέοι πραγµατικά χρειάζονται έναν τρόπο σκέψης που θα τους βοηθά να βρίσκουν το ουσιαστικό και να πετούν το επουσιώδες και αυτόν µόνο τα µαθηµατικά µπορούν να τον προσφέρουν. ∆ουλειά µας είναι να τους τον διδάξουµε».


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ