• Αναζήτηση
  • Μοιάζουμε στην εποχή μας παρά στους γονείς μας

    Τον Δεκέμβριο του 1893 η Ελλάδα κήρυξε πτώχευση. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Από το 1879, αφού άνοιξαν οι ξένες χρηματαγορές για την Ελλάδα, το ελληνικό κράτος είχε συνάψει πολλά εξωτερικά δάνεια και είχε αυξήσει υπερβολικά τη φορολογία- με έμμεσους φόρους στην κατανάλωση- για να μπορέσει να αυξήσει τα δημόσια έσοδα. Η σταφιδική κρίση εξάλλου είχε πλήξει τις εξαγωγές και είχε μειώσει σημαντικά την εισροή συναλλάγματος. Στην αναζήτηση νέου δανείου ο Τρικούπης είχε προσκρούσει στον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό, με τους Αγγλους να συναινούν στην παραχώρηση δανείων και τους Γάλλους να επιδιώκουν την πτώχευση, η οποία τελικά συνέβη.

    Τον Δεκέμβριο του 1893 η Ελλάδα κήρυξε πτώχευση. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Από το 1879, αφού άνοιξαν οι ξένες χρηματαγορές για την Ελλάδα, το ελληνικό κράτος είχε συνάψει πολλά εξωτερικά δάνεια και είχε αυξήσει υπερβολικά τη φορολογία- με έμμεσους φόρους στην κατανάλωση- για να μπορέσει να αυξήσει τα δημόσια έσοδα. Η σταφιδική κρίση εξάλλου είχε πλήξει τις εξαγωγές και είχε μειώσει σημαντικά την εισροή συναλλάγματος. Στην αναζήτηση νέου δανείου ο Τρικούπης είχε προσκρούσει στον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό, με τους Αγγλους να συναινούν στην παραχώρηση δανείων και τους Γάλλους να επιδιώκουν την πτώχευση, η οποία τελικά συνέβη. Παρά την πτώχευση, η ελληνική κοινωνία επέμενε στα αλυτρωτικά της οράματα και ενεπλάκη σε έναν καταστροφικό πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά την ήττα το 1897 επιβλήθηκε στην Ελλάδα διεθνής οικονομικός έλεγχος με στόχο να καταβάλει η Ελλάδα πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία και να υπάρξουν πρόσοδοι για την αποπληρωμή των ξένων δανείων.

    Η εικόνα αυτή της Ελλάδας σε πτώχευση στα τέλη του 19ου αιώνα θυμίζει πράγματι τη σημερινή εικόνα: μια οικονομία που στηρίχτηκε σε εξωτερικά δάνεια, κρίση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, επιβολή αυστηρής λιτότητας και μέτρων από διεθνή επιτροπή, «ξένη επέμβαση». Πολλοί σχολιαστές της παρούσας κατάστασης δεν διστάζουν λοιπόν να κάνουν ευθείες συγκρίσεις, υιοθετώντας ως δεδομένο ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται». Ή, πάλι, χρησιμοποιούν τη σύγκριση αυτή για να αποδείξουν ότι, πράγματι, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πίσω από αυτόν τον τρόπο σκέψης κρύβονται τα εξής ενδεχόμενα: 1) η μοιρολατρική διαπίστωση για την αναπόφευκτη, νομοτελειακή δυσπραγία της Ελλάδας (ως «Ψωροκώσταινας») από την ίδρυση του κράτους ως σήμερα (για διαφορετικούς λόγους κατά περίπτωση, ανάλογα με την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση του κρίνοντος)· 2) η επιθυμία να δειχτεί η αναγκαιότητα (και η ορθότητα) της επιβολής μέτρων λιτότητας σήμερα, εφόσον μετά την επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου το 1897 η Ελλάδα γνώρισε οικονομική «εξυγίανση» και ανάκαμψη· και 3) η ανάγκη να προβλεφθεί το μέλλον μέσα σε συνθήκες κρίσης και ανασφάλειας. Η απλουστευτική και αφαιρετική σύγκριση λοιπόν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εφόσον μετά την πτώχευση του 1893 και την επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου ακολούθησε περίοδος εντυπωσιακής ανόδου σε όλους τους τομείς της οικονομίας, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ξεπεραστεί και η σημερινή κρίση. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται». Ωστόσο αυτό δεν ισχύει. Κατ΄ αρχάς, γιατί οι διαφορές ανάμεσα στις δύο ιστορικές στιγμές είναι πολύ σημαντικότερες από τις ομοιότητες- αν είναι θεμιτή μια τέτοια σύγκριση. Η βασική ειδοποιός διαφορά ήταν η εμπλοκή του ελληνικού αλυτρωτισμού και η προτεραιότητα του εθνικού ζητήματος. Για τη συλλογική συνείδηση, η επιβολή του οικονομικού ελέγχου δεν ήταν αποτέλεσμα της πτώχευσης αλλά της ήττας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Παρ΄ ότι η Ελλάδα δεν έχασε εδάφη, χάρη στην παρέμβαση των Δυνάμεων, ταπεινώθηκε με μια εξευτελιστική ήττα τη στιγμή που μεγάλο μέρος των εξωτερικών δανείων είχε διατεθεί τα προηγούμενα χρόνια για στρατιωτικές δαπάνες. Επίσης, καμία σχέση δεν έχει το μικρό κράτος που έφτανε ως τη Θεσσαλία την εποχή της ακμής της δυτικής αποικιοκρατίας με τη σημερινή Ελλάδα που έχει κοινό νόμισμα με τα ισχυρά δυτικοευρωπαϊκά κράτη.

    Αφετέρου, παρά τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε με συγκρίσεις και αναλογίες, η μελέτη της ιστορίας μάς δείχνει τη βαρύτητα της αλλαγής και της ασυνέχειας. Οπως έχει επισημάνει ο γάλλος ιστορικός Μαρκ Μπλοκ, με βάση ένα αραβικό γνωμικό, «οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο στην εποχή τους παρά στους γονείς τους». Η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει απομακρυνθεί και από την κυκλική και από τη γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Πέρα δηλαδή από την άποψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται (κυκλική αντίληψη), έχει αναθεωρηθεί και η κυρίαρχη τον 19ο αιώνα άποψη της γραμμικής εξέλιξης και προόδου.

    Εν τούτοις, η βασική ιδέα που κρύβεται πίσω από την άποψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται συνδέεται με τη στερεοτυπική, και προ πολλού ξεπερασμένη, αντίληψη της ιστορίας ως σχολείου ηθικής και ως πηγής προτύπων συμπεριφοράς για το παρόν. Η έκφραση «historia magistra vitae» (η ιστορία είναι διδάσκαλος βίου) αποδίδεται στον Κικέρωνα και γνώρισε μακροβιότητα όχι μόνο στη σχολική αλλά και στη δημόσια ιστορία. Ανεξάντλητη πηγή παραδειγμάτων απόλυτης και αχρονικής αξίας, αυτή η παραδειγματική ιστορία χαρακτηρίζεται από ηθικό συντηρητισμό. Προϋπόθεση μιας τέτοιας αντίληψης είναι η πίστη στη σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης, που επιτρέπει στο παρελθόν να λειτουργήσει ως ηθικός οδηγός για το παρόν και το μέλλον. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε περιπτώσεις «ένδοξων προγόνων», όπως έχει λειτουργήσει η αρχαιότητα για τη σύγχρονη Ελλάδα. Ισχύει όμως και με την ηθικολογική χρήση των «ελαττωμάτων» ή των «λαθών» των προγόνων ως παραδειγμάτων προς αποφυγή. Και στα δύο ενδεχόμενα στόχος δεν είναι το παρόν αλλά το μέλλον.

    Οπως γράφει ο Reinhart Κoselleck, «ο παιδαγωγικός ρόλος της ιστορίας είναι ταυτόχρονα βεβαιότητα και σύμπτωμα μιας συνέχειας που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον». Το παρελθόν θεωρείται ότι λειτουργεί ως μέσο φρονηματισμού αφενός ή ως βάση για τον σχεδιασμό του μέλλοντος αφετέρου. Η ιστορία καλείται λοιπόν να συνδράμει στην πρόγνωση του μέλλοντος, ενός μέλλοντος για το οποίο υπάρχει ελπίδα και ανυπομονησία. Αυτά τα διδάγματα και η ικανότητα πρόβλεψης στο δυσοίωνο παρόν αναζητούνται επομένως από όσους επιχειρούν τη σύγκριση με την πτωχευμένη Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα. Το γεγονός ότι εκείνη η ιστορική περίοδος έληξε με την έλευση του «μεσσία» Ελευθέριου Βενιζέλου δε φαίνεται να είναι άσχετο με αυτές τις απόψεις. Ωστόσο κάθε γενιά κάνει τα δικά της λάθη.

    Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.


    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες