Το τρελό ποινολόγιο της εφορίας

Φορολογικό οδηγό με όλες τις νέες ποινές της εφορίας όπως αυτές προβλέπονται στο νομοσχέδιο που συζητείται στη Βουλή έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών. Το οξύμωρο είναι ότι το αρμόδιο υπουργείο παραδέχεται ότι νόμοι υφίστανται για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής αλλά πολλοί από αυτούς δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι το αυτόφωρο για τη μη απόδοση ΦΠΑ ισχύει από το 1994, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Το αντίθετο: αδικαιολόγητα «επιεικείς» διατάξεις που εμφιλοχώρησαν στο θεσμικό πλαίσιο δημιούργησαν μια γενικευμένη αντίληψη «ατιμωρησίας» και απετέλεσαν σημαντική αιτία διόγκωσης της φοροδιαφυγής.


Φορολογικό οδηγό με όλες τις νέες ποινές της εφορίας, όπως αυτές προβλέπονται στο νομοσχέδιο που συζητείται στη Βουλή, έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών. Το οξύμωρο είναι ότι το αρμόδιο υπουργείο παραδέχεται ότι νόμοι υφίστανται για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής αλλά πολλοί από αυτούς δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι το αυτόφωρο για τη μη απόδοση ΦΠΑ ισχύει από το 1994 για ποσά πάνω από 300 ευρώ, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Το αντίθετο: αδικαιολόγητα «επιεικείς» διατάξεις που εμφιλοχώρησαν στο θεσμικό πλαίσιο δημιούργησαν μια γενικευμένη αντίληψη «ατιμωρησίας» και απετέλεσαν σημαντική αιτία διόγκωσης της φοροδιαφυγής.

Για παράδειγμα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος του 1994 (άρθρο 95), η μη απόδοση Φ.Π.Α. ή άλλων παρακρατούμενων, εφόσον υπερέβαινε τις 100.000 δραχμές (δηλ. 300 ευρώ), προβλεπόταν να τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 6 μήνες και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 δραχμών, ενώ το αδίκημα θεωρούνταν πάντοτε αυτόφωρο. Με το ν. 2523/1997, το αυτόφωρο στο Φ.Π.Α. καταργήθηκε.

Περαιτέρω, με τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία, η μετατροπή της ποινής και η αναστολή εκτέλεσης της ποινής της φυλάκισης σχεδόν σε κάθε περίπτωση που η ποινή είναι κάτω από 5 χρόνια φυλάκιση, συνετέλεσε σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο να μη λειτουργούν αποτρεπτικά οι σχετικές διατάξεις, αλλά αντίθετα να ευνοούν την εκτεταμένη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, αφού συμφέρει τον φοροδιαφεύγοντα ακόμη και στην περίπτωση που οδηγείται στο ποινικό δικαστήριο, αντί να πληρώνει το φόρο, να εξαγοράζει την ποινή του και να συνεχίζει τη δραστηριότητά του.

Σε άλλο παράδειγμα του υπουργείου Οικονομικών αναφέρεται ότι ένας οφειλέτης του Δημοσίου που οφείλει για παράδειγμα ληξιπρόθεσμο χρέος 10 εκατομμύρια ευρώ, προβλέπεται σήμερα να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός τουλάχιστον έτους. Όταν θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, η μεγαλύτερη δυνατή ποινή που μπορεί να του επιβληθεί είναι τα 5 έτη (συνήθως, 2 έως 3 έτη) και η εκτέλεση της ποινής αναστέλλεται σχεδόν πάντοτε για τα επόμενα 3 έτη. Ακόμη και αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής, μετατρέπεται υποχρεωτικά σε χρήμα με ποσό εξαγοράς από 3 ευρώ την ημέρα (και με τις προσαυξήσεις από 5,5 ευρώ την ημέρα). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κι αν ακόμη καταδικαστεί κάποιος με την πολύ βαριά (και σπάνια) ποινή των 4 ετών, καταβάλει 82.500 ευρώ και αφήνεται ελεύθερος και απαλλαγμένος από την υποχρέωσή του προς την Πολιτεία. Πρόκειται περί μη αποτρεπτικού θεσμικού πλαισίου που όχι μόνο ενθαρρύνει τη μη πληρωμή των φόρων, αλλά ευνοεί αυτούς που έχουν οικονομική επιφάνεια (στις λίγες περιπτώσεις που αυτοί οδηγούνται στη δικαιοσύνη), «να πληρώνουν και να φεύγουν».

Η μη απόδοση ΦΠΑ

Στους παρακρατούμενους φόρους (κυρίως στον Φ.Π.Α.), οι συνέπειες της μη εφαρμογής των διατάξεων για την απόδοσή τους είναι ακόμη πιο σοβαρές. Πρόκειται για κατάδηλη υπεξαίρεση χρημάτων του Δημοσίου που φτάνει μέχρι το 40% κάθε χρόνο. Η μη απόδοση Φ.Π.Α. οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό και στην απόκρυψη της συναλλαγής, πράγμα που σημαίνει ότι συντελείται και άλλη φοροδιαφυγή με την απόκρυψη εισοδήματος. Ακόμη κι αν πιστώνεται το τίμημα σε μία συναλλαγή με μεταχρονολογημένες επιταγές, ο Φ.Π.Α. δεν πρέπει να πιστώνεται. Στις περιπτώσεις που χρωστάει το Δημόσιο (όχι μόνο επιστροφή Φ.Π.Α., αλλά και επιστροφή εισοδήματος ή τίμημα από προμήθεια ή εργολαβικό αντάλλαγμα από δημόσιο έργο), με τις διατάξεις που προτείνονται και ο συμψηφισμός είναι δυνατός (ώστε να «εξοφλείται» ο Φ.Π.Α. που οφείλεται) και η ποινική δίωξη δεν ασκείται.

Ληξιπρόθεσμα χρέη
Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως, ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αλλά με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών από τότε που έγιναν ληξιπρόθεσμα μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου ίσου με το 1/3 της προθεσμίας παραγραφής. Δηλαδή για χρονικό διάστημα 20 μηνών από τότε που παρήλθε χρόνος 4 μηνών από την ημερομηνία που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα (Παράδειγμα: χρέος που έγινε ληξιπρόθεσμο την 31-1-2011. Από την 1-6-2011 αρχίζει να «μετράει» το 20μηνο του αυτοφώρου που λήγει στις 28-3-2012).

Αυξάνονται οι ποινές:
· Μέχρι 5.000 ευρώ δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα
· Από 5.000 – 10.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση έως 1 έτος.
· Από 10.000 – 50.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση 6 τουλάχιστον μήνες.
· Από 50.000 έως 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση 1 τουλάχιστον έτος.
· Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται φυλάκιση 3 τουλάχιστον έτη.
Εάν το ποσό που οφείλεται στο Δημόσιο εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό, η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη.

Πώς ασκείται η ποινική δίωξη
Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου υποβάλει αίτηση με πίνακα χρεών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, ο οποίος ασκεί την ποινική δίωξη. Αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, δεν ασκείται ποινική δίωξη.

Αν η αίτηση υποβληθεί μέσα στο χρονικό διάστημα των 20 μηνών που το αδίκημα είναι αυτόφωρο, ο εισαγγελέας κρίνει κατά πόσο θα τον παραπέμψει να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία δηλαδή χωρίς καμμία προδικασία στο ακροατήριο του μονομελούς ή του τριμελούς πλημμελειοδικείου, ανάλογα, συνήθως σε δικάσιμο μετά από 15 ημέρες.

Αν υποβληθεί αίτηση, αλλά έχει παρέλθει το 20μηνο του αυτοφώρου, τότε ο εισαγγελέας εάν δεν διατάξει προανάκριση, μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο.

Απόκρυψη εισοδήματος
Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος, εφόσον από την παράλειψη ή των ανακρίβεια της δήλωσης δεν αποδόθηκε ο οφειλόμενος φόρος.
· Μέχρι 15.000 ευρώ δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα.
· Από 15.000 – 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους.
· Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται από 5 ως 20 χρόνια κάθειρξη.

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος αυτού είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, δηλαδή στα πλημμελήματα 20 μήνες και στα κακουργήματα 5 χρόνια από τότε που παρέλειψε να υποβάλει ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση.

Πώς ασκείται η ποινική δίωξη:
· Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο (π.χ. ΣΔΟΕ, ΔΕΚ ή ΠΕΚ) ή Προϊστάμενος της Γενικής Δ/νσης Φορολογικών Ελέγχων καλεί το φορολογούμενο σε διοικητική επίλυση της διαφοράς.
· Αν ασκήσει προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια, η ποινική δίωξη δεν αρχίζει προτού να τελεσιδικήσει η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου.

· Αν δεν ασκηθεί προσφυγή, η ποινική δίωξη αρχίζει μόλις περάσουν 60 ημέρες για την άσκησή της.
· Εξαιρετικά, στα κακουργήματα αυτής της περίπτωσης, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγείλει την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης, χωρίς δηλαδή να αναμένεται τελεσίδικη απόφαση από τα διοικητικά δικαστήρια ή ακόμη και χωρίς να παρέχεται δυνατότητα συμβιβασμού στο φορολογούμενο.

Γιατί αυτό; Γιατί οι διαφορές που ανακύπτουν στη φορολογία του εισοδήματος είναι πολύπλοκες και σύνθετες και δεν επιτρέπουν συνήθως τη διεξαγωγή ποινικής δίκης, χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί από τα διοικητικά (φορολογικά) δικαστήρια, η διαφορά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όμως, όταν κατά την κρίση του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η διαφορά ως προς το φορολογικό της κομμάτι είναι απλή και το αδίκημα που έχει τελεστεί τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, δηλαδή ο φόρος που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, ο Εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης, οπότε, επειδή πρόκειται για κακούργημα, μπορούν να εφαρμόζονται τα εξής:

· Αν δεν έχει παρέλθει η πενταετία του διαρκούς και αυτοφώρου από τότε που δεν υπέβαλε ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση, ο αρμόδιος Εισαγγελέας πρωτοδικών μπορεί να εκδώσει ένταλμα σύλληψης.

· Ο συλληφθείς οδηγείται στον Εισαγγελέα το αργότερο μέσα σε 24 ώρες από τη σύλληψή του.
· Αν κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πιθανώς να διαπράξει και άλλα εγκλήματα μπορεί να διαταχθεί η προσωρινή του κράτηση (προφυλάκιση).

· Ακολούθως, διατάσσεται τακτική ανάκριση. Κατά τα λοιπά, ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπει ο ΚΠΔ προκειμένου περί κακουργημάτων.

· Αν έχει παρέλθει η 5ετία του αυτοφώρου, ακολουθείται η ίδια διαδικασία πλην του εντάλματος σύλληψης από τον Εισαγγελέα.

Μη καταβολή – απόκρυψη ΦΠΑ
Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α., Φ.Μ.Υ. και λοιπών παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών.

· Από 1 – 3.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 10 ημερών.

· Από 3.000 – 75.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους.

· Από 75.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται από 5 ως 20 χρόνια κάθειρξη.

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, δηλαδή στα πλημμελήματα 20 μήνες και στα κακουργήματα 5 χρόνια από τότε που δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς Φ.Π.Α., Φ.Μ.Υ. κ.λπ.
Πώς ασκείται η ποινική δίωξη:
· Στα κακουργήματα η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από το όργανο που έκανε τον έλεγχο αμέσως, χωρίς να παρέχεται προθεσμία για συμβιβασμό και ανεξάρτητα αν αυτός ασκήσει προσφυγή στα διοικητικά (φορολογικά) δικαστήρια. Κατά τα λοιπά, ακολουθείται η ίδια διαδικασία (ανάλογα με το εάν έχει παρέλθει ή όχι ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος ως αυτοφώρου), που ακολουθείται και στα κακουργήματα του εισοδήματος.
· Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως και στα πλημμελήματα των αδικημάτων αυτών, όταν ο έλεγχος με βάση τον οποίο διαπιστώθηκαν είχε διαταχθεί για την ημερομηνία που διενεργήθηκε, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

· Στις άλλες περιπτώσεις των πλημμελημάτων δηλ. όταν το αδίκημα διαπιστώθηκε με τους κοινούς ελέγχους που διενεργούνται, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα μήνα αφού περάσουν οι 60 ημέρες για το διοικητικό συμβιβασμό της διαφοράς.

· Στα πλημμελήματα, αν η ποινική δίωξη ασκηθεί μέσα στο χρόνο του αυτοφώρου (20 μήνες), ο εισαγγελέας κρίνει κατά πόσο θα τον παραπέμψει να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία δηλαδή χωρίς καμμία προδικασία στο ακροατήριο του μονομελούς ή του τριμελούς πλημμελειοδικείου, ανάλογα, συνήθως σε δικάσιμο μετά από 15 ημέρες.

· Αν έχει παρέλθει το 20μηνο του αυτοφώρου, τότε ο εισαγγελέας εάν δεν διατάξει προανάκριση, μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο.

Εικονικά και πλαστά τιμολόγια

Ο χαρακτήρας του αδικήματος παραμένει στιγμιαίος.
· Από 1 – 3.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών.
· Από 3.000 – 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους.
· Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται από 5 ως 20 χρόνια κάθειρξη.

· Στα πλημμελήματα, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε 1 μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικού συμβιβασμού, ανεξάρτητα αν ασκήθηκε προσφυγή στα διοικητικά (φορολογικά) δικαστήρια.
· Στα κακουργήματα, η ποινική δίωξη ασκείται αμέσως, χωρίς να του παρέχεται προθεσμία για συμβιβασμό και ανεξάρτητα από το αν έχει ασκήσει προσφυγή στα διοικητικά (φορολογικά) δικαστήρια.
· Κατά τα λοιπά ακολουθείται η διαδικασία για τα μη αυτόφωρα πλημμελήματα και κακουργήματα.

Ειδικές ποινικές διατάξεις
Στα αδικήματα των παρακρατούμενων (Φ.Π.Α., Φ.Μ.Υ. κ.λπ.), αν η κατακράτηση των οφειλόμενων φόρων δεν υπερβαίνει το ένα έτος και καταβληθούν οι οφειλόμενοι φόροι, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται. Επίσης, αν αυτός καταβάλει μετά τη συμπλήρωση έτους, αλλά προτού λήξει η διαδικασία του ποινικού δικαστηρίου στον πρώτο βαθμό, του επιβάλλεται ποινή μειωμένη.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk