ΠΑΡΩΔΙΑ

Σούπες, αβγά και κέικ

Μπορεί ένα φαγητό να έχει, εκτός από καλή γεύση, και κάποια λογοτεχνική νοστιμιά; Να τέρπει όχι μόνο τον ουρανίσκο αλλά και τον νου; Να ετοιμάζεις αρνί με σάλτσα άνηθου και να αισθάνεσαι σαν άλλος Ρέιμοντ Τσάντλερ; Αρκεί να έχεις διαβάσει λίγο νωρίτερα το εξής: «Αυτό που χρειάζεται, σκεφτόμουνα, είναι ένα τραπέζι στου Μαξίμ, καμιά εκατοστή δολάρια και μια ξανθιά γυναικάρα. Αυτό που έχω είναι ένα αρνίσιο μπούτι και κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πιάνω το κρέας. Το νιώθω κρύο και υγρό στο χέρι μου, σαν τη χειραψία του ιατροδικαστή.

Μπορεί ένα φαγητό να έχει, εκτός από καλή γεύση, και κάποια λογοτεχνική νοστιμιά; Να τέρπει όχι μόνο τον ουρανίσκο αλλά και τον νου; Να ετοιμάζεις αρνί με σάλτσα άνηθου και να αισθάνεσαι σαν άλλος Ρέιμοντ Τσάντλερ; Αρκεί να έχεις διαβάσει λίγο νωρίτερα το εξής: «Αυτό που χρειάζεται, σκεφτόμουνα, είναι ένα τραπέζι στου Μαξίμ, καμιά εκατοστή δολάρια και μια ξανθιά γυναικάρα. Αυτό που έχω είναι ένα αρνίσιο μπούτι και κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πιάνω το κρέας. Το νιώθω κρύο και υγρό στο χέρι μου, σαν τη χειραψία του ιατροδικαστή. Βγάζω το μαχαίρι, κόβω το αρνί κομμάτια. Δοκιμάζω την κόψη στην παλάμη μου, κόβω το κρεμμύδι και, προτού συνειδητοποιήσω τι κάνω, βλέπω το καρότο κομμάτια στο μάρμαρο. Ακίνητα και τα δύο. (…) Ηρθε η ώρα τους, τους ρίχνω το κοτόζουμο και δυναμώνω τη φωτιά. Θέλω να σιγοβράσουν, όσο μπορεί να σιγοβράσει κάτι…». Εγραψε ο Τσάντλερ τέτοια συνταγή; Οχι ακριβώς. Την «απάτη» συνέλαβε ο βρετανός φωτογράφος και καλλιτέχνης Μαρκ Κρικ, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο/παστίς λογοτεχνικών παρωδιών, όπου μας παρουσιάζουν την τέχνη τους στο τραπέζι 17+1 μεγάλοι συγγραφείς. Το τέλος είναι ενίοτε απρόβλεπτο, όπως στην περίπτωση του Τσάντλερ: «Ηρθε η ώρα να περιχύσω το κρέας με τη σάλτσα και να σερβίρω αλλά δεν πεινάω. Η ξανθιά δεν φάνηκε. Αποδείχτηκε πιο έξυπνη απ΄ όσο τη νόμιζα. Οπότε βγαίνω κι εγώ, πάω να δηλητηριαστώ με τσιγάρα και ουίσκι».

Το στοίχημα για τον βρετανό πρωτάρη στα γράμματα ήταν να πετύχει όχι μόνο τις αναλογίες στα υλικά αλλά και το λογοτεχνικό ύφος του κάθε συγγραφέα. Διόλου δύσκολο, αφού στη διάρκεια των παιδικών του χρόνων είχε περάσει ατελείωτες ημέρες στο σπίτι διαβάζοντας τους μεγάλους κλασικούς κάθε φορά που έλειπε από το σχολείο γιατί υπέφερε από άσθμα. Οταν με την ενηλικίωση ξεπέρασε το άσθμα, βρέθηκε στο Παρίσι, όπου βυθίστηκε στο σύμπαν μεγάλων γάλλων συγγραφέων, σαν τους Φουρνιέ, Καμύ, Κολέτ και Κοκτώ. Μετά σπούδασε λογοτεχνία στα πανεπιστήμια του Γουόρικ και του Λονδίνου, έγινε ξυλουργός, δάσκαλος, νοσοκόμος, γραφιάς, δεν ξέχασε το πάθος του όμως για τη λογοτεχνία. Ηταν το 2005 όταν του ήρθε η έμπνευση για τηΣούπα του Κάφκα,μια ιστορία της λογοτεχνίας μέσα από 17 συνταγές, γραμμένη και εικονογραφημένη από τον ίδιο.

Το πείραμα τώρα έπρεπε να επαναληφθεί σε κάθε γλώσσα όπου θα μεταφραζόταν το βιβλίο. Στην Ελλάδα πήρε τη σκυτάλη η Αθηνά Δημητριάδου, η οποία έχει λάβει βραβείο το 2007 για τη μετάφραση του Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ. του Τζ. Μ. Κούτσι και έχει ακόμη μεταφράσει Απντάικ, Μόρισον, Μέλβιλ, Τουέιν, Μπέκετ, Τσόμσκι, Ντανιελέφσκι, Μιλ, Φλάναγκαν και άλλους πολλούς. Μοιάζει να ήταν παιχνίδι για εκείνη να αποδώσει στα ελληνικά τις λογοτεχνικές παρωδίες του Μπρικ και προσέθεσε μια δική της: Γλυκό του κουταλιού βύσσινο α λα Κ. Π. Καβάφη. Το στοίχημα κερδήθηκε για δεύτερη φορά και το αποτέλεσμα προέκυψε και στα ελληνικά απολαυστικό.

Για την εύκολη σούπα μίσο α λα Φραντς Κάφκα, λ.χ., πρώτα μπαίνουμε στην ατμόσφαιρα του Κάφκα: «Ο Κ. παραδέχτηκε ότι, αν δεν είναι κανείς διαρκώς σε επιφυλακή, τέτοια πράγματα συμβαίνουν. Ρίχνοντας μια ματιά στο ψυγείο διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν άδειο, με εξαίρεση κάτι λίγα μανιτάρια, τα οποία έσπευσε να τεμαχίσει. Οι καλεσμένοι του περίμεναν ήδη καθισμένοι στο τραπέζι, κατά τα φαινόμενα όμως ελάχιστα είχε να τους προσφέρει. Δεν ήταν σαφές εάν τους είχε προσκαλέσει ο ίδιος ή εάν είχαν έρθει απρόσκλητοι. (…) Ο Κ. δεν πίστευε στα μάτια του· προς μεγάλη του αμηχανία διαπίστωσε ότι πράγματι ήταν μόνο με το πουκάμισο και το εσώβρακο. Οταν η σούπα άρχισε να σιγοβράζει, ο Κ. έκοψε το τόφου σε κύβους του εκατοστού και τους έριξε στο τηγάνι που άχνιζε μαζί με τα μανιτάρια και το γουάκαμε. Σε μια στιγμή έριξε μια ματιά από το παράθυρο και είδε ένα κορίτσι να τον παρακολουθεί από το γειτονικό σπίτι. Η σοβαρή της έκφραση δεν του ήταν ασυμπαθής…». Για κάτι καθόλου μνημειώδες, Κέικ σοκολάτα α λα Ιρβιν Γουέλς: «Κατεβάζω το κατσαρόλι απ΄ τη φωτιά, σπάω δυο αυγά σ΄ ένα μπολ. Τα μάτια μου καρφώνονται στα τσόφλια ίσαμε να διαβάσω την ημερομηνία εκεί που σπάσανε: οι κερατάδες, θένε να τα πετάξω και να πάρω άλλα. (…) Το κατσαρόλι είναι τίγκα στο καφετί πράμα, βουτάω δύο φόρμες, τις λαδώνω και το ρίχνω μέσα. Δε βαστάω να περιμένω, μου΄ ρχεται να το φάω έτσι, αλλά μου λείπει το τριπάκι με σοκολάτα. Χώνω τις φόρμες στο φούρνο, στο διακόσια. Ολα σ΄ αυτή τη θερμοκρασία τα κάνω· δεν τα γουστάρω αυτά τα τσογλάνια, τους γιάπηδες, μ΄ αυτή τη μαλακία τον αέρα και τις θερμοκρασίες. ΄Η μαγειρεύεις ή δε μαγειρεύεις, τελεία και παύλα».

Και η συνεισφορά της Αθηνάς Δημητριάδου στο βιβλίο, Γλυκό του κουταλιού βύσσινο α λα Κ. Π. Καβάφη:

«… Απόγευμα, η ώρα τέσσερες, / ο ήλιος του απογεύματος έφθανεν ως το τραπέζι·/ μια ελαφρά ευωδία ανθέων έρχονταν από τον κήπο/ κι ενώνονταν με τα μυρωδικά απ΄ την κουζίνα./ (…) Σ΄ ένα βιβλίο του παληό- περίπου εκατό ετών/ ανάμεσα στα φύλλα λησμονημένη / ηύρα τη συνταγή γραμμένη από χέρι γυναικείο./ “Καθαρίζομεν το βύσσινον από μίσχους και κουκούτσια/ προσέχοντες να μη χαθεί ο χυμός./ Βάζομεν εις την κατσαρόλα τον καρπόν, την ζάχαριν / και τον χυμό και ελάχιστο νερό σε δυνατή φωτιά,/ διότι η σιγανή χαλά την διαύγεια και το χρώμα του καρπού το πορφυρό. Ενόσω βράζει, ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα/ διά να μην κολλήσει και αφαιρούμε τον πρώτο αφρό. Οταν δέσει, προσθέτομε και το ανάλογο ξινό,/ διά να αποφύγομε το κάνδιωμα, και αποσύρομε”».

Κατά παρόμοιο δραματικό τρόποεκτυλίσσονται οι ιστορίες Αυγά με εστραγκόν α λα Τζέιν Οστιν, Κέικ σοκολάτα α λα Ιρβιν Γουέλς, Τιραμισού α λα Μαρσέλ Προυστ, Κόκορας κρασάτος α λα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ρυζότο με μανιτάρια α λα Τζον Στάιμπεργκ, Κοτοπουλάκια γεμιστά α λα Μαρκήσιο ντε Σαντ, Κλαφούτι της γιαγιάς α λα Βιρτζίνια Γουλφ, Κοτόπουλο βιετναμέζε α λα Γκρέιαμ Γκριν, Γλώσσα α λα ντιεπουάζ α λα Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Τοστ με τυρί α λα Χάρολντ Πίντερ, Τάρτα με κρεμμύδια α λα Τζέφρι Τσόσερ, Ρέσι α λα Τόμας Μαν, Μύδια με λευκό κρασί α λα Ιταλο Καλβίνο και Πουτίγκα Χριστουγέννων α λα Τσαρλς Ντίκενς. Οι συνταγές, κατά τον συγγραφέα, είναι πραγματοποιήσιμες. Το βιβλίο απέσπασε τόσο ευνοϊκές κριτικές ώστε ήταν θέμα χρόνου να ακολουθήσει ένα δεύτερο βιβλίοΟ νεροχύτης του Σαρτρ.Κάν΄ το μόνος σου κατά τους μεγάλους συγγραφείς (Sartre΄s Sink: Τhe Great Writers΄ Complete Βook of DΙΥ, το οποίο ανακηρύχθηκε από τους Sunday Τimes «Χιουμοριστικό βιβλίο της χρονιάς 2008»).

Κουνέλι στιφάδο α λα Ομηρο
«Σαν φάνηκε η ροδοδάχτυλη Αυγή, από τον ύπνο του πετάχτηκε ο συνετός Οδυσσέας/ κάτω από τα λαμπερά του πόδια έδεσε όμορφα πέδιλα,/ από τον ώμο πέρασε το τόξο και πήρε τον δρόμο κατά τους αμμόλοφους.

Σε λίγο είδε γοργοπόδαρο κουνέλι να βόσκει παραπέρα,/ και τότε ο θεϊκός Οδυσσέας,με το τόξο στο χέρι/ και τη φαρέτρα γεμάτη,τέντωσε τη χορδή κι άφησε μια σαΐτα να πετάξει/ (…)

Σαν ο Μενέλαος είδε πως χολιασμένος πια δεν ήτανε ο θεϊκός Αχιλλέας,/ επήρε θάρρος και πλησίασε με μυρωδικά και καρυκεύματα/ και τα ΄ριξε κι αυτά στη χύτρα.

Τότε ο πολυμήχανος Οδυσσέας γλυκό κρασί ανακάτεψε στο αμφορίδιο,/ περίχυσε το κρέας και τράβηξε τη χύτρα απ΄ τη φωτιά,να μείνει μισή ώρα.

Ο γενναίος Ατρείδης, ο Αγαμέμνονας με τη μεγάλη εξουσία, / ψιλόκοψε τα κρόμμυδα χύνοντας μαύρο δάκρυ…».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk