• Αναζήτηση
  • Ενας αυθόρμητος και προσωπικός Σεφέρης στα γράμματα που αντάλλαξε με τον εύπορο Αλεξανδρινό Νάνη Παναγιωτόπουλο, έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μη ασκούντα συγκεκριμένο επάγγελμα αλλά ποτέ άεργο

    Πιστός στον Ασσο Παπαστράτου

    τεκμήρια Πιστός στον Ασσο Παπαστράτου Ενας αυθόρμητος και προσωπικός Σεφέρης στα γράμματα που αντάλλαξε με τον εύπορο Αλεξανδρινό Νάνη Παναγιωτόπουλο, έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μη ασκούντα συγκεκριμένο επάγγελμα αλλά ποτέ άεργο ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ «Το πρόβλημα για τον Ελληνα λογοτέχνη δεν είναι να μιλά για τον Καβάφη ή για τον "Ερωτόκριτο"· είναι να μιλά για τον "Ερωτόκριτο" και για τον Καβάφη μαζί,

    «Το πρόβλημα για τον Ελληνα λογοτέχνη δεν είναι να μιλά για τον Καβάφη ή για τον «Ερωτόκριτο»· είναι να μιλά για τον «Ερωτόκριτο» και για τον Καβάφη μαζί, όπως τους αισθάνεται» κατά τον Σεφέρη, που μίλησε και για τους δύο. Για τον «Ερωτόκριτο», που τον γοήτευε παιδιόθεν, και για τον Καβάφη, που τον ανακάλυψε διά της αντιγραφής σαν διανοούμενος και αντιγραφέας του Μεσαίωνα, όπως σχολίαζε αυτοσαρκαζόμενος. Πόσοι το έκαναν μετά από αυτόν. Και σήμερα θα ήταν άραγε κατορθωτό ένα παρόμοιο άνοιγμα, όχι αναμασώντας έτοιμα λόγια, αλλά διά της αμέσου επαφής με τα ποιητικά σώματα. Μετά τον Καβάφη, ο Σεφέρης αντέγραψε Κάλβο, αφήνοντας ενδιαμέσως μέρες αργίας για να αλλάξει ατμόσφαιρα. Μακριοί χρόνοι της ίδιας κλίμακας με τον χρόνο της περισυλλογής ή και με τον χρόνο των ταξιδιών, που γίνονται με πλοία και τρένα και ουδέποτε με αεροπλάνο, όπως ταξίδευε ο αλεξανδρινός φίλος του Σεφέρη, ο Νάνης Παναγιωτόπουλος, που έφευγε από έναν τόπο μόνο όταν οι άνεμοι ήταν καλοί και δικοί του. Οι δυο τους μοιράζονταν την ίδια πολυτέλεια στην αίσθηση του χρόνου, που μπορεί να εκληφθεί και ως νωθρότητα από κάποιον δραστήριο, με πρακτικό πνεύμα, καθώς η Μαρώ Σεφέρη, παρέμβλητη και ως αντίστιξη στην αλληλογραφία τους.


    Αγοντας την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, τα άπαντα Σεφέρη συμπληρώνονται με τους τελευταίους τόμους της αλληλογραφίας του. Πέραν της αλληλογραφίας μετά της συζύγου του, οι αλληλογραφίες με φίλους ιδιαίτερης καλλιέργειας αλλά όχι συγγραφείς ούτε καλλιτέχνες. Μετά την αλληλογραφία με τον ομήλικό του δικηγόρο, αθηναίο φίλο, Γιώργο Αποστολίδη, η αλληλογραφία με τον εύπορο αλεξανδρινό, πηλιορείτικης καταγωγής, Νάνη Παναγιωτόπουλο, έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μη ασκούντα συγκεκριμένο επάγγελμα αλλά ποτέ άεργο. Αυτή τη φορά ένα μεγαλύτερο επιστολικό σώμα, το σύνολο 175 επιστολικά ντοκουμέντα, συμπεριλαμβανομένων καρτών και αχρονολόγητων γραμμάτων, με άνοιγμα περίπου μιας εικοσαετίας και αισθητή πύκνωση στα κατοχικά χρόνια της Πρετόριας και του Καΐρου. Η πρώτη επιστολή του Σεφέρη, πλην της ευχετήριας κάρτας του για την Πρωτοχρονιά του 1939, καλοκαίρι 1941, η τελευταία του Παναγιωτόπουλου καλοκαίρι 1963, μέχρι τον Ιανουάριο 1964 που πέθανε τίποτα άλλο, κατά την απονομή του Νομπέλ, εκείνο το φθινόπωρο, βρισκόταν άρρωστος από την επάρατο στην Αθήνα. Τελικά οι Θεοί, που αρέσκεται ο Σεφέρης να μνημονεύει, έδωσαν και στους δύο γύρω στα εβδομήντα χρόνια ζωής. Οι επιστολές παρατάσσονται βάσει της ημερομηνίας αποστολής, αν και η συνομιλία ανταποκρίνεται στους χρόνους παραλαβής, εμφανίζοντας πηδήματα, στα εμπόλεμα χρόνια, και στα κατοπινά, χάσματα, που ίσως να σημαίνουν απολεσθέντα γράμματα, το πιθανότερο όμως παραμέληση της αλληλογραφίας.


    Τα κύρια πρόσωπα της αλληλογραφίας ο Τίμος Μαλάνος, με τον οποίον και αλληλογραφεί ο Σεφέρης παραλλήλως, και οι λοιποί Νεοαλεξανδρινοί, ακόμη ο Χένρυ Μίλλερ και οι άγγλοι φίλοι, με πανταχού παρόντα τον αλληλογράφο των αλληλογράφων και κουμπάρο σε πλείστες όσες φιλίες του Σεφέρη, Γιώργο Κατσίμπαλη. Τα βασικά φαντάσματα της αλληλογραφίας οι γηγενείς λογοτεχνικοί πρόγονοι, με κυρίαρχο τον Καβάφη αλλά και τον Μακρυγιάννη, που ο Σεφέρης ήθελε να αντιγράψει αλλά δεν βρέθηκαν οι τόμοι του Βλαχογιάννη, και ακόμη οι ξένοι από τον Ελιοτ μέχρι τον γερό, κατά Σεφέρη, ποιητή Ντύλαν Τόμας. Μπούσουλας της ανάγνωσης ο υπομνηματισμός, καθώς ο επιμελητής αποσαφηνίζει επιλεκτικά φράσεις, παραθέτοντας αντίστοιχες καταγραφές από τα ημερολόγια και τις αλληλογραφίες Σεφέρη, ενώ συμπληρώνει το πλαίσιο με διεξοδικές ιστορικές σημειώσεις και ελαφρώς χωλαίνουσες φιλολογικές, στηριζόμενος σε αυτές κυρίως στη βιογραφία Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον. Ανεπαρκής πηγή σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η σχέση Σεφέρη – Ντάρρελ· μια φιλία που κατέληξε σε προδοσία, όπως το θέτει επιγραμματικά η Β. Παπασταύρου-Κορωνιωτάκη.


    Ο Σεφέρης της συγκεκριμένης αλληλογραφίας δείχνει, περισσότερο του συνήθους, αυθόρμητος και προσωπικός. Καπνιστής, πιστός στον Ασσο Παπαστράτου, φροντίζει για απόθεμα μηνών. Ανθρωπος της πένας σε κάθε εξοικονομημένη ώρα, γράφει σε ένα άβολο σεκρετέρ, επί έτη χωρίς δικό του χώρο, επιμένοντας ωστόσο σε χαρτί ειδικής ποιότητας και μολύβι ορισμένου τύπου. Και τι γράφει. Ελάχιστα ποιήματα, σχεδόν κατ’ εξαίρεση, επί μακρόν τις «Δοκιμές», δίνοντας χρόνο για να «στεγνώσουν», ενώ κυοφορεί όλα τα χρόνια της αλληλογραφίας το «βιβλιαράκι» του για τον Καβάφη, που άρχισε να παίρνει μορφή μέσα από τις επιστολικές κουβέντες με τους Αλεξανδρινούς, αλλά εν τέλει έμεινε «ασυμπλήρωτο». Πάντως στα δύσκολα συνθέτει «λίμρικς», χαρούμενα και σατυρικά και ως ποίκιλμα των επιστολών. Ακόμη τον απασχολούν οι δυσκολίες έκδοσης στα αλεξανδρινά τυπογραφεία και η έκδοση του περιοδικού «Εύνοστος», όνομα δικής του εμπνεύσεως, που τελικά ναυάγησε.


    Η αλληλογραφία αποκαλύπτει συγγενείς ιδιοσυγκρασίες σε αντίθεση με την αλληλογραφία Σεφέρη – Μαλάνου που αναδεικνύει διιστάμενα ταμπεραμέντα. Υπόδειγμα επαρκούς αναγνώστη ο Παναγιωτόπουλος, κατά τον Σεφέρη, που σκόπευε να γράψει κάποτε σχετικό δοκίμιο, κάνει απρόβλεπτες παρατηρήσεις για την ποίηση Καβάφη και Σεφέρη, ενώ έχει πρωτότυπες συλλήψεις, όπως η παραβολή της Guernica του Πικάσσο με τη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Οσο για τον Σεφέρη, γνώριμος στα«οιστρήλατα» ή και τα αποθαρρημένα γράμματά του, έχει ωστόσο τον τρόπο του να μας αιφνιδιάζει με τις παρατηρήσεις του και τη μετωνυμική στόφα της γλώσσας του.

    Βιβλία