«ΤΡΟΦΟ του Εθνους», «σωτήρα της πατρίδας», «θεματοφύλακα της ελληνικής παράδοσης» αποκαλούν την Εκκλησία οι νυν ιεροί πρόμαχοί της. Σε προηγούμενα άρθρα, είχα επισημάνει πόσο νερό σηκώνουν αυτοί οι ισχυρισμοί ­ πόσο λ.χ. η βυζαντινή Εκκλησία καταδίωξε ανελέητα κάθε τι το ελληνικό, πόσο λυσσαλέος πολέμιος της διαφώτισης των Ελλήνων και της απελευθέρωσής τους στάθηκε, ακόμα και στις παραμονές της Επανάστασης του 1821, η επίσημη Ιεραρχία1. Επειδή, όμως, μερικοί (λιγοστοί, είν’ αλήθεια) αναγνώστες με κάκισαν γι’ αυτές τις υπομνήσεις (χωρίς ν’ αμφισβητούν, βέβαια, τα κείμενα), θα παραθέσω δύο ακόμα, το ίδιο εύγλωττα.


ΕΙΧΕ φτάσει ο Μάρτιος του 1821, ο ελληνισμός κόχλαζε για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, η εκστρατεία του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία είχε ξεκινήσει. Εφ’ ω και ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’, ανησυχώντας για τις αυθάδειες των «ραγιάδων», ζήτησε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο Ε’ να καταδικάσει και να σωφρονίσει τους απείθαρχους υπηκόους του Πατισάχ.


Και τότε, στις 23 Μαρτίου (την ημέρα, ίσα-ίσα, που κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Καλαμάτα), διαβάστηκε στην εκκλησία του Πατριαρχείου ο φοβερός αφορισμός κατά των εξεγερμένων Ελλήνων!


Εν αρχή, στηλιτεύεται «η αχαριστία» των Γραικών και το «κακοποιόν και αποστατικόν πνεύμα εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού κραταιάς και αηττήτου βασιλείας (όπου αποκαλύπτεται ότι τροφός του έθνους δεν είναι μόνο η Εκκλησία αλλά και ο Σουλτάνος!)… «Αλαζόνες, δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες» χαρακτηρίζονται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο πατέρας του Μιχαήλ ­ και οι συνεργοί τους, «κακοήθεις και ανόητοι», που προσπαθούν «να εξαπατήσωσι και εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας».


Ολοι αυτοί ­ συνεχίζει ­ είναι «μισελεύθεροι» και επιχείρησαν «έργον θεοστυγές (θεομίσητο) και ασύνετον»: την απελευθέρωση της Ελλάδας από την οθωμανική βασιλεία, που παρέχει στους Ελληνες «τόσα ελευθερίας προνόμια όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον». Αλλά οι «αγνώμονες» επαναστάτες «εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι» (πάντα ο Θεός στη μέση!) για «να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν όλεθρον εναντίον παντός του γένους».


Για να σωθεί, λοιπόν, το γένος, «συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν» σε όλους τους ορθοδόξους κληρικούς και πιστούς, «να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων… και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας (μολυσματικούς καταστροφείς) και ματαιόφρονας».


Και πρακτικότερα: καλεί τους ραγιάδες να γίνουν καταδότες των αγωνιστών: «Να εμφανίζωσιν (στις εκκλησιαστικές και τουρκικές Αρχές) όσα γράμματα λάβωσι περί αυτής της υποθέσεως… και να παραδίδωσιν όσους ήθελον φωραθή ενεργούντες ανοίκεια (αντίθετα) του ραγιαδικού χαρακτήρος». Και, φυσικά, «να διαφυλάττωσι την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην και αήττητον βασιλείαν» (Δεύτερη αποκάλυψη: ο Θεός έστειλε τους μωαμεθανούς να σώσουν τους χριστιανούς από το χριστιανικό βυζαντινό κράτος!).


Κατακεραυνώνεται, έπειτα, η Φιλική Εταιρεία, που την διαπνέει «το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα», που απεργάζεται «την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους» και είναι ολοφάνερα «ολεθρία και θεομίσητος» (τριτώνει ο Θεός…).


Ολους αυτούς τους αποστάτες και επαναστάτες «η Εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας (τιμωρούς = φονικές, με την παλάμη, με το χέρι) και φρικωδεστάτας αράς (κατάρες) ως μέλη σεσηπότα και τους έχει αποκεκομένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας».


Και, καταλήγοντας, τους αφορίζει «να είναι κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον άλυτοι (άλειωτοι) και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι».


Το εθνοσωτήριο αυτό κείμενο υπογράφτηκε «επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου» (Αγ. Τράπεζα) από τους Πατριάρχες Κων/πόλεως Γρηγόριο Ε’ και Ιεροσολύμων Πολύκαρπο και 21 συνοδικούς αρχιερείς. Και διαβάστηκε από τον άμβωνα (πάντα), «φρικιώντων των ακροατών και αυτών αναμφιβόλως των υπογραψάντων», όπως λέει ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων, προσθέτοντας: «Αποστρέφει το πρόσωπον αυτής (από το κείμενο τούτο) η θεία και ανθρωπίνη δικαιοσύνη»2.


Ο αφορισμός δεν αναχαίτισε την ορμή των αγωνιστών ούτε την αγριότητα των τυράννων. Για να τρομοκρατήσουν και αποθαρρύνουν τους επαναστάτες, τα ξημερώματα του Πάσχα (10.4), οι Τούρκοι απαγχόνισαν τον Γρηγόριο στην Ωραία Πύλη του Πατριαρχείου ­ που, απότε, μένει κλειστή. Ωστόσο, η θανάτωση του πατριάρχη ήταν άδικη, «αφού ουδόλως ήτο ένοχος επί επαναστάσει», κατά τον Φιλήμονα. Ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης προσθέτει πως ο Γρηγόριος «όχι μόνον ουδόλως εθάρρυνε την ελληνικήν εθνεγερσίαν, αλλά και πάντοτε απέτρεπε τους προς ους διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών εθνοφθόρον το τοιούτον τόλμημα και το προς ον έτεινε σκοπόν ανεπίτευκτον»3. Και την ίδια κρίση διατύπωσε και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος4…


ΕΝΕΝΗΝΤΑ πέντε χρόνια αργότερα, στις 12/25.12.1916, η Εκκλησία ­ που «δεν αναμιγνύεται ποτέ στην πολιτική» ­ οργάνωσε στο εδώ Πεδίον του Αρεως το διαβόητο ανάθεμα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αιτία: η διαφωνία του νόμιμου πρωθυπουργού με τον γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο, η παραίτησή του και ο σχηματισμός στη Θεσσαλονίκη Προσωρινής Κυβέρνησης (26.9/9.10.1916), που τάχθηκε στο πλευρό των Συμμάχων και κήρυξε έκπτωτο τον Κωνσταντίνο.


Στο ανάθεμα κατά του «τρισκατάρατου» Βενιζέλου, πρωτοστάτησε και χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, πλαισιωμένος από συνοδικούς, εκατοντάδες παπάδες, υπουργούς, βουλευτές, και «δεκάδας χιλιάδες λαού» (δεν είχε, τότε, γεννηθεί η λέξη «λαοσύναξη»), με σημαίες και λάβαρα (όχι της Αγίας Λαύρας, ωστόσο), υπό τους ήχους κωδωνοκρουσιών, ασμάτων και εμβατηρίων (δεν είχε, τότε γεννηθεί ο Μίκης και η τηλεόραση).


Τα μαινόμενα πλήθη κουβαλούσαν πέτρες και «έρριψαν τον λίθον του αναθέματος κατά του μυσαρού προδότου και δολοφόνου της Πατρίδος και του Βασιλέως μας».


(Κατά μία εκδοχή του αναθέματος, «αφορίζεται ο Βενιζέλος όπως ενσκήψωσιν αυτώ τα εξανθήματα του Ιώβ, η λέπρα του Ιεχωβά, ο μαρασμός των νεκρών, το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων, οι κεραυνοί της Κολάσεως και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων». Δεν παραλείπονται ούτε όσοι «κατά τας προσεχείς εκλογάς» ψηφίσουν τον Βενιζέλο, και αφορίζονται να «μαραθώσιν αυτών αι χείρες, τυφλωθώσιν αυτών οι οφθαλμοί και κωφαθώσιν τα ώτα»5. Τόσο πολύ!).


Και, ο θεόπνευστος Θεόκλητος έκλεινε την σεμνή τελετή με την αναφώνηση προς τους πιστούς: «Τοιούτος Βασιλεύς δεν εκθρονίζεται. Τον αναμένει το αυτοκρατορικόν διάδημα των Κωνσταντίνων. Καίσαρ Αύγουστε, συ νικάς!»6.


Και ο λόγος του «προφήτη» εκείνου, αλήθης απεδείχθη…


ΠΟΛΛΕΣ έχει πτυχές η «ελληνοχριστιανική παράδοση», η αμέριστη στοργή και μεγαθυμία των ποιμένων για το ποίμνιό τους, η αποχή τους από κάθε πολιτική ανάμιξη και ο σωστικός αγώνας τους για την ύπαρξη, την ελευθερία και την ομόνοια των Ελλήνων…


1. «Περί ελληνοχριστιανισμού» (11.6) και «Θεοκρατίας διδασκαλίες» (25.6). Βλ. και τη μελέτη του κ. Δημ. Γ. Αποστολόπουλου, Η Γαλλική Επανάσταση στην τουρκοκρατούμενη ελληνική κοινωνία, Αθήνα, 1989.- 2. Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (1834-61), τόμ. Β’, σελ. 112 και 309-321.- 3. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1853), Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1971, τόμ. Α’, σελ. 85.- 4. Σε Δ. Φωτιάδη, Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Μέλισσα, 1971, τόμ. Α’, σελ. 401-412. 5. Εφημ. «Βατικιώτης», Οκτ. 1995. 6. Αλ. Κοτζιά, Ο Εθνικός Διχασμός, Φοβερά Ντοκουμέντα, Φυτράκης, χ.χ., σελ. 91-93.