” Δεν θέλω να ξαναγίνω νέα ”
Ενας «Φάουστ» διαφορετικός από τους άλλους μοιάζει να είναι αυτός της παράστασης του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Για δύο κυρίως λόγους. Κατ’ αρχάς τον ρόλο του Μεφιστοφελή τον ερμηνεύει γυναίκα: η Μάγια Λυμπεροπούλου, η οποία κατέβηκε ξανά στην αχαϊκή πρωτεύουσα για να παίξει, με τον Μηνά Χατζησάββα που υποδύεται τον επώνυμο ρόλο, χωρίς να σκηνοθετήσει. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας Θέμης Μουμουλίδης. Ο δεύτερος λόγος που διαφοροποιεί τον «Φάουστ» είναι ότι η παράσταση δεν αρκείται στο κείμενο του Γκαίτε. Κείμενα των Πεσόα, Πούσκιν, Λουβέ και το ποίημα του Στρατή Πασχάλη ήρθαν να προστεθούν.
«Τα κείμενα αυτά, ως μεταγενέστερα, συνηγορούν όχι μόνο στη διαχρονικότητα του μύθου του Φάουστ αλλά και στον σύγχρονο “τρόπο” που ανέβηκε η παράσταση» λέει η Μάγια Λυμπεροπούλου. Η δική της παρουσία συμβάλλει σε αυτό. «Στον μύθο του Φάουστ και στον Γκαίτε ο Μεφιστοφελής συμβολίζει βέβαια τον Διάβολο, τον Εωσφόρο, το Κακό σε αντίστιξη με το Θείο, τον Θεό. Στις μεταγενέστερες εκδοχές αλλά και στην παράσταση ο Μεφίστο αντιμετωπίζεται ως η “σκοτεινή” πλευρά, το “άλλον” του Φάουστ αλλά και κάθε ανθρώπου. Είναι ντυμένος αντρικά αλλά δεν παριστάνει τον “άνδρα”. Θα έλεγα ότι συνιστά και τη “θηλυκή” εκδοχή του καθενός». Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ανδρικοί ρόλοι ερμηνεύονται από γυναίκες. Η Μάγια Λυμπεροπούλου στέκεται στην πρόσφατη εμπειρία της από την παράσταση «Ο Ζιλ και η νύχτα»: «Είδα τη Δήμητρα Χατούπη σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία του Ζιλ ντε Ραί. Υπάρχουν ρόλοι αλλά και σκηνοθετικές προσεγγίσεις που υπερβαίνουν τον νατουραλισμό του φύλου. Λόγω “βάθους” και “μεγέθους” συνήθως…». Ομολογεί ότι «θα ήταν ενδιαφέρον, χάριν “παιδιάς” βέβαια, να έπαιζα τον Φάουστ, με τον Μηνά Χατζησάββα Μεφίστο… Στο παγκόσμιο θέατρο ωστόσο “οικουμενικοί” ρόλοι και διαχρονικοί μύθοι (Οιδίποδας, Αμλετ, Δον Ζουάν, Φάουστ) είναι πάντα… άρρενες. Εχει συμβεί βέβαια στο ευρωπαϊκό θέατρο να ερμηνευτεί ο Αμλετ, για παράδειγμα, ή ο Βασιλιάς Λιρ από γυναίκες. Μη έχοντας δει αυτές τις παραστάσεις δεν ξέρω τι πρόσθεσαν ή τι αφαίρεσαν από το μέγεθός τους».
Διανύοντας μια καλλιτεχνική ωριμότητα, η Μάγια Λυμπεροπούλου εκπέμπει σιγουριά για τις επιλογές της. Και ο Μεφίστο τής προκάλεσε το ενδιαφέρον. Μήπως γιατί το Κακό έχει μεγαλύτερο ερμηνευτικό ενδιαφέρον από το Καλό; «Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειονότητα των ηθοποιών θεωρούσε πάντα ενδιαφέροντες, αβανταδόρικους ή “πιασάρικους”, αν θέλετε, τους ρόλους των κακών. Επί της ουσίας όμως, σε μια σύγχρονη, σύνθετη και αντιφατική δηλαδή υποκριτική προσέγγιση, δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχει σκηνικά μια “μονομερής”, “τυπίστικη” εκδοχή και του μικρότερου ακόμη ρόλου. Πλην της επιθεώρησης βέβαια, όπου σε χρόνο μηδέν (ενός νούμερου) αποθεώνεται από έναν ηθοποιό το καίριον του “τύπου”». Το έργο στο οποίο παίζει μοιραία οδηγεί στο ερώτημα αν θα πουλούσε την ψυχή της στον Διάβολο για να κερδίσει χρόνια: «Να ξαναγίνω νέα, δεν θα με ενδιέφερε. Να παρέμενα νέα, θα μου άρεσε… φευ όμως: “Πουλάω την ψυχή μου” σημαίνει χάνω την ανθρώπινη υπόστασή μου, γίνομαι “πράγμα” ή και ζώον. Μπορεί ο άνθρωπος να μην αντέχει τη γνώση ότι θα πεθάνει αλλά το θνητό είναι απόλυτα συνυφασμένο με το ανθρώπινο. “Γεννιόμαστε καβάλα στον τάφο” λέει ο Μπέκετ».
Τόσο την παράσταση όσο και την παραμονή της στην Πάτρα δείχνει να την απολαμβάνει ιδιαίτερα. «Ο εχθρός του ποιητή» του Γιώργου Χειμωνά της έδωσε την ευκαιρία να επιστρέψει πέρυσι σε έναν τόπο που έχει αγαπήσει και όπου έχει δουλέψει. Τώρα με τον «Φάουστ» δίνεται συνέχεια. Και η ίδια μπορεί πια να κάνει τις συγκρίσεις: «Το θέατρο άλλαξε ή μάλλον εξελίχθηκε ως προς το έμψυχο υλικό του. Διαθέτει μια μεγάλη “οικογένεια” από υπαλλήλους και ικανότατους τεχνικούς που πιστεύουν στη δουλειά και στον Θέμη Μουμουλίδη, δύο στέγες (Απόλλων, Επίκεντρο), οι οποίες μπορεί να γίνουν και τρεις στο άμεσο μέλλον, και μια συνέπεια λόγου και πράξεων. Και σχεδόν… διπλάσιο προϋπολογισμό από ό,τι στο ξεκίνημά του». Οσο για το κοινό, η εντύπωσή της είναι ότι διαφέρει από εκείνο της Αθήνας. Το χαρακτηρίζει περισσότερο «ομοιογενές» και «σαφέστερα “αγνότερο”», μια που, όπως επισημαίνει, «δεν υφίσταται επί των πραγμάτων την επιζήμια παρέμβαση “μεσολαβητών”… Τόσο στον “Εχθρό του ποιητή” του Χειμωνά όσο και στον “Φάουστ” ένιωσα και πάλι την αλλοτινή απόλαυση της άμεσης επαφής με τους θεατές που είναι σε θέση να συνεπαρθούν από αυτό που κάνεις εκείνη τη στιγμή στη σκηνή και όχι από αυτό που λένε οι άλλοι ότι κάνεις ή ότι είσαι… Συμβαίνει να αγνοούν το όνομά σου, πώς σε λένε… Σπάνια ευκαιρία να διαπιστώνει ο ηθοποιός ποιος πράγματι είναι…» καταλήγει.
Ο «Φάουστ» τον οποίο σκηνοθετεί ο Θέμης Μουμουλίδης παρουσιάζεται στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας σε μετάφραση Σπύρου Ευαγγελάτου, Μάγιας Λυμπεροπούλου, Θ. Μουμουλίδη, Παναγιώτας Πανταζή, σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Πάτσα, φωτισμούς Φίλιππου Κουτσαφτή, μουσική επεξεργασία Θύμιου Παπαδόπουλου. Παίζουν: Μηνάς Χατζησάββας, Μάγια Λυμπεροπούλου, Δημήτρης Ντάσκας, Αργύρης Καβίδας και Φένια Παπαδόδημα. Στο θέατρο Απόλλων (πλατεία Γεωργίου Α´ 17, τηλ. 0610 273.613), ως την Κυριακή 28 Απριλίου.
