Το έχουμε δει να συμβαίνει δεκαετίες τώρα και πιθανότατα το φαινόμενο θα συνεχίσει να εξελίσσεται και στο μέλλον. Αλλωστε «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει». Μόνο που στην περίπτωση των δημιουργών της σύγχρονης μουσικής είναι σπάνιες οι περιπτώσεις αυτών των οποίων οι γόνοι κληρονομούν το ταλέντο τους και πολύ σπανιότερες εκείνες που καταφέρνουν να σημειώσουν μεγαλύτερη επιτυχία. Τα παραδείγματα των γιων του Τζον Λένον, του Μπομπ Μάρλεϊ και του Μπομπ Ντίλαν αρκούν για να αποδείξουν τα παραπάνω. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί διαφορετικά; Μόνο ο Τζεφ Μπάκλεϊ κατάφερε να ξεπεράσει σε επιτυχία τον πατέρα του Τιμ, κυκλοφορώντας ουσιαστικά ένα άλμπουμ προτού πνιγεί στα ατίθασα νερά του ποταμού Μισισιπή. Στην περίπτωση του μάστερ της ινδικής μουσικής Ραβί Σανκάρ τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι και οι δύο κόρες του έχουν καταφέρει να εντυπωσιάσουν, η μία λιγότερο και η άλλη πολύ περισσότερο, το σημερινό μουσικό γίγνεσθαι και να κερδίσουν τον σεβασμό του διεθνούς ακροατηρίου γιατί πολύ απλά κινήθηκαν αρκετά έξυπνα, αποφεύγοντας τη γειτνίαση με την ποπ κοινότητα όπου η αποτυχία δεν συγχωρείται. Αυτόν τον Μάρτιο η Ανούσκα Σανκάρ και η Νόρα Τζόουνς – η δεύτερη με το νέο συγκρότημά της, The Little Willies – κυκλοφορούν ταυτόχρονα τα νέα άλμπουμ τους αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πως η αγάπη τους για τη μουσική και όχι το κοινό τους αίμα με τον βιρτουόζο του σιτάρ ήταν εκείνη που τους ώθησε στον κόσμο της τέχνης.
Νόρα Τζόουνς
H περίπτωσή της είναι μοναδική χωρίς αμφιβολία στα μουσικά δρώμενα. Το αποπαίδι του Ραβί Σανκάρ κατάφερε όχι μόνο να ξεχωρίσει από την πρώτη μεγάλη δισκογραφική δουλειά της, αλλά και να εισαχθεί αμέσως στην ελίτ των πιο εμπορικών καλλιτεχνών στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Καρπός της σχέσης του Δάσκαλου με τη Σου Τζόουνς, η Νόρα γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, την οποία άφησε σε ηλικία τεσσάρων ετών με τη μητέρα της για να μετακομίσει στο προάστιο του Ντάλας, Γκρεϊπβάιν. Το ταλέντο της δεν άργησε να διαφανεί και μία η συμμετοχή της στις τοπικές χορωδίες των εκκλησιών, λίγο τα μαθήματα στο πιάνο και αργότερα στο σαξόφωνο και το παιδί-θαύμα άρχισε να σχηματίζει τα δυνατά χαρακτηριστικά του. Την πρώτη συναυλία της την έδωσε σε ηλικία 16 ετών, όπου παρουσίασε το κλασικό τραγούδι του ινδάλματός της Μπίλι Χόλιντεϊ «Ι’ ll Be Seeing You», στην εκτέλεση όμως της Ετα Τζέιμς. Τα συνεχόμενα σχολικά και φοιτητικά βραβεία φανέρωναν μια τάση προς την επιτυχία, με τίποτε όμως στον βαθμό που αυτή εξελίχθηκε τα επόμενα χρόνια. Στα 19 της, έχοντας δημιουργήσει μια σταθερή μπάντα με τους Τζέσι Χάρις, Λι Αλεξάντερ και Νταν Ράιζερ, ουσιαστικά συνθέτει το υλικό στο οποίο θα βασιστεί για το πρώτο άλμπουμ της. Εκεί την ανακαλύπτει η έγκυρη τζαζ ετικέτα Blue Note και υπό την υψηλή εποπτεία του Αριφ Μάρντεν, ενός εκ των σπουδαιότερων παραγωγών της «μαύρης» κυρίως μουσικής, ηχογραφεί στη Νέα Υόρκη το «Come Away With Me», με το οποίο κερδίζει οκτώ βραβεία Γκράμι, φτάνοντας παγκοσμίως σε πωλήσεις τα 18 εκατομμύρια αντίτυπα. H ποπ-τζαζ μουσική με τις φολκ και κάντρι αναφορές αλλά και την εύθραυστη φωνή της φαίνεται ότι έχει βρει καινούργια φλέβα και ένα ακροατήριο που δείχνει σαν να περίμενε χρόνια γι’ αυτήν. H συνέχεια το ίδιο ενδιαφέρουσα με το άλμπουμ «Feels Like Home», όπου καθιερώνεται πλέον ως μία από τις εκφραστικότερες περφόρμερ της γενιάς της. Σήμερα η 27χρονη δημιουργός επιστρέφει με έναν αρκετά έξυπνο τρόπο προτού παρουσιάσει το τρίτο άλμπουμ της, κάτω από την ασφάλεια και ανωνυμία που της παρέχει ένα συγκρότημα, οι Little Willies. Με τον Λι Αλεξάντερ στο μπάσο, τον Τζιμ Καμπιλόνγκο στην ηλεκτρική κιθάρα, τον Ρίτσαρντ Τζούλιαν στην κιθάρα και τα φωνητικά και τον Νταν Ράιζερ στα φωνητικά ηχογραφεί ένα άλμπουμ το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του περιέχει διασκευές, δύο μάλιστα του αγαπημένου της Γουίλι Νέλσον, του οποίου τα τραγούδια ταιριάζουν απόλυτα στο ποπ-κάντρι κλίμα του άλμπουμ. Και όπως λέει χαρακτηριστικά και η ίδια: «Είναι κάτι στη Νέα Υόρκη που σε κάνει να ξεχνάς τη μουσική με την οποία μεγάλωσες και στην περίπτωσή μας ήταν κάποια από αυτά τα τραγούδια».
Ανούσκα Σανκάρ
Εδώ τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, αφού η Ανούσκα είναι ίσως η μοναδική καλλιτέχνις που εκπαιδεύθηκε ολοκληρωτικά από τον πατέρα της και μία από τις 20 προσωπικότητες της Ασίας με διεθνή λάμψη που ξεχώρισε πρόσφατα το περιοδικό «Time». Σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις που δίνει ο πατέρας της είπε χαρακτηριστικά γι’ αυτήν: «Περιμένω να ζήσω την ημέρα που ο κόσμος θα με αποκαλεί “της Ανούσκας ο πατέρας”», κουβέντα που ίσως ακούγεται υπερβολική αν αναλογιστεί κανείς την προσφορά του πατέρα της, όμως φανερώνει τις δυνατότητες της 24χρονης μουσικού. H Ανούσκα Σανκάρ γεννήθηκε στο Λονδίνο όπου και έζησε μέχρι τα 11 χρόνια της. H επιμονή της μητέρας της Σουκάνια ήταν που έπεισε τον πατέρα της να επενδύσει στη μουσική μόρφωσή της. Ετσι από πολύ μικρή βρέθηκε να περιοδεύει με μια ομάδα μουσικών και να κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ της το 1998, με τίτλο το όνομά της. Το ελληνικό κοινό τη γνώρισε στην κοινή εμφάνισή της με τον πατέρα της στον Λυκαβηττό προ μερικών ετών, όμως πέραν της δεξιοτεχνίας της στο σιτάρ ελάχιστα γνωρίζαμε για την ικανότητά της στη σύνθεση. Με τα «Anourag» και «Live At Carnegie Hall» που ακολούθησαν – με το τελευταίο κέρδισε και μία υποψηφιότητα στα βραβεία Γκράμι – καθόρισε όμως το στίγμα της: δίχως να αρνείται την παράδοση της ινδικής μουσικής, εμπλέκει σε αυτήν στοιχεία από την τζαζ, την έθνικ και την ηλεκτρονική.
Με το «Rise», το οποίο επισήμως κυκλοφορεί την Τρίτη, αναμένεται όμως να θέσει νέες βάσεις όσον αφορά την απήχηση της μουσικής της. H πολυμορφία και η ποικιλία είναι λέξεις που ίσως δεν φανερώνουν τον πλούτο του άλμπουμ, όπου η βιρτουοζιτέ του ινδού κιθαρίστα Βίσουα Μοχάν Μπατ ταιριάζει μοναδικά με το φλαμένκο πιάνο του Ρικάρντο Μίνιο, το φλάουτο και το ντουντούκ του Πέδρο Εουστάτσε με το σιτάρ της Ανούσκα. Με το «Rise» η Ανούσκα Σανκάρ παρουσιάζει κάτι αρκετά πρωτότυπο, αφού η ινδική ράγκα για πρώτη φορά ακούγεται τόσο προσαρμοσμένη στις ανάγκες του σύγχρονου ακροατή. Δεν μιλούμε για τις εξαιρετικές συνθετικές κινήσεις που είχε επιχειρήσει στο παρελθόν ο πατέρας της με τον Γεχούντι Μενουχίν και πολύ αργότερα με τον Φίλιπ Γκλας αλλά για τη σύγχρονη ματιά μιας νέας κοπέλας η οποία απλώς είναι λάτρις της καλής μουσικής και το όποιο αποτέλεσμα είναι προϊόν εσωτερικής ζύμωσης.
