Ο Απολινέρ είπε κάποτε για τον Μότσαρτ ότι είναι «ένα άγριο γέλιο μέσα στην καθαρότητα του φωτός». Αν αυτό ισχύει για τον Μότσαρτ, ισχύει πολύ περισσότερο για τον ίδιο τον Απολινέρ, με τη διαφορά πως στην ποίηση του τελευταίου το γέλιο καταλήγει σε κλαυσίγελω. Γιατί ο μεγαλοφυής εκείνος πιερότος της εποχής του ήξερε πώς να μετατρέψει σε γέλιο το ατομικό του δράμα και να μεταφράσει τα πιο βαθιά του αισθήματα σε προφητείες του νέου και του παράδοξου, χωρίς να χρειαστεί να οικοδομήσει κανένα θεωρητικό σύστημα γύρω από την ποίησή του. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο που ο Απολινέρ υπήρξε πρόδρομος των υπερρεαλιστών. Ο ίδιος άλλωστε εισήγαγε τον όρο υπερρεαλισμός, όταν στο θεατρικό του έργο «Τα στήθη του Τειρεσία» έδινε τον υπότιτλο υπερρεαλιστικό δράμα. Ο όρος κυβισμός επίσης είναι δικό του δημιούργημα.


Τα καλύτερα ποιήματα του Αραγκόν οφείλονται στην άτυπη παράδοση που δημιούργησε το απολινερικό έργο. Ο ευρωπαϊκός φουτουρισμός μένει αισθητικά και ιστορικά ανεξήγητος αν δεν λάβει κανείς υπόψη του τον Απολινέρ. (Ο Μαγιακόφσκι, κατά μία έννοια, είναι συνέχεια και προέκτασή του.) Χάρη στη δική του επίδραση ο Πικάσο περνάει από τη γαλάζια στη ροζ περίοδο και εξαιτίας της ίδιας αυτής επίδρασης οι γοητευτικοί αρλεκίνοι, σαλτιμπάγκοι και πιερότοι του Απολινέρ μορφοποιούνται στους πίνακες του μεγαλύτερου ζωγράφου που γνώρισε ο 20ός αιώνας.


Τα παραπάνω δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουμε σπουδαίο έναν ποιητή που αναμφισβήτητα υπήρξε μεγάλος πρωτοπόρος. Αλλά και μόνο μια ματιά να ρίξει κανείς στο έργο του Απολινέρ αρκεί για να καταλήξει στη διαπίστωση πως αυτός ο χαρούμενος νόθος, ο αρλεκίνος της πρωτοπορίας, ο ποιητής του αιώνα του, ο βαθύτατα Ευρωπαίος, το «υιοθετημένο» τέκνο της γαλλικής λογοτεχνίας, ανήκει στους κορυφαίους της εποχής του. Ποιήματα όπως η «Ζώνη», οι «Λόφοι», η «Κοκκινομαλλούσα» ή η «Λορελάη» παραμένουν ανεπανάληπτα. Ποιος άλλος, π.χ., χωρίς να είναι οραματιστής αλλά απλός τροβαδούρος της πόλης και των δρόμων, κατάφερε να δει, όπως αυτός, στην αρχή του 20ού αιώνα, δύο αεροπλάνα να μονομαχούν στον ουρανό του Παρισιού μέσα στο εκτυφλωτικό φως του «προαιώνιου αεροπλάνου-ήλιου»; Και ποιος άλλος αναπαράστησε το τσίρκο, την κατ’ εξοχήν λαϊκή έκφραση της μεσαιωνικής Ευρώπης, ανασύροντας τα εκθαμβωτικά φορέματα, τα χρώματα και τα δάκρυα της έκπληξης και του μυστηρίου, με τη δική του ικανότητα οικειοποίησης; Ζώντας όλη τη δημιουργική του περίοδο ανάμεσα σε ζωγράφους επένδυσε τη μουσική των στίχων του με τα χρώματα μιας εποχής που όχι μόνο την έζησε αλλά και σε μεγάλο βαθμό τη δημιούργησε.


Ο Απολινέρ είναι από την αρχή ως το τέλος προσωπικός, χωρίς ούτε στιγμή να παρουσιάζεται εξομολογητικός. Διαβάζοντάς τον κανείς ζει, όπως ζούσε και ο ίδιος, ανάμεσα στην ατομική θλίψη και στο θάμπωμα που προκαλεί η θέα και το βίωμα του κόσμου. Εχοντας την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του φαντεζίστα αλλά ταυτοχρόνως αποτελώντας τη συνέχεια του Μποντλέρ και τον φωτεινό ίσκιο του Ρεμπό, ο Απολινέρ δεν σείει την αλυσίδα του καταραμένου γιατί είναι σημαδεμένος. Η χάρις τον ευφραίνει μέχρι δακρύων. Η χαρμολύπη τον ανεβάζει στο ύψος τού εγώ. Απογειώνεται και δεν αναχωρεί. Είναι Μεσογειακός και την ίδια στιγμή Κεντροευρωπαίος, είναι η Πυθία του εαυτού του που πρώτα βεβηλώνει τον χρόνο και στη συνέχεια τον σταματά με μια απλή κίνηση του χεριού. Αυτή η χειρονομία, η κατακλείδα του μεγάλου παιχνιδιού που λέγεται τέχνη, ορίζει και την παρακαταθήκη του – μια παρασημαντική των ουρανών, δοσμένη ωστόσο με ήχους και χρώματα της γης, όπου όλα παραμένουν κοντινά και οικεία, όπως η αναπαλλοτρίωτη αλήθεια των αισθημάτων.


Γκιγιόμ Απολινέρ «Ποιήματα»