Felix culpa

Felix culpa Ο Ζιλ ντε Ρε, ο σκοτεινός ήρωας του οποίου η θανάτωση αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του Μεσαίωνα, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μέσα από ένα κείμενο του Ούγκο Κλάους. ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ «Από τη στιγμή που η ανάμνηση ενός ανθρώπου παραμένει ζωντανή και μετά τον θάνατό του, ο άνθρωπος αυτός αλλάζει καθημερινά χάρη στους ζωντανούς και μαζί τους» σημειώνει ο R. Desnos στο

Felix culpa

«Από τη στιγμή που η ανάμνηση ενός ανθρώπου παραμένει ζωντανή και μετά τον θάνατό του, ο άνθρωπος αυτός αλλάζει καθημερινά χάρη στους ζωντανούς και μαζί τους» σημειώνει ο R. Desnos στο έργο του Περί ερωτισμού σχετικά με τον Ζιλ ντε Ρε (Gilles de Rais), την παράδοξη υστεροφημία του και τον μύθο που τον περιβάλλει. Πράγματι η ζωή και το τέλος του πανίσχυρου φεουδάρχη και στρατάρχη της Γαλλίας Ζιλ ντε Ρε, ο οποίος 550 χρόνια μετά τον θάνατό του κάνει την εμφάνισή του σε 480 ιστοσελίδες στο Internet, σχολιάστηκαν ποικιλοτρόπως σε όλες τις εποχές. Ο ίδιος, μορφή του ευρωπαϊκού συλλογικού ασυνείδητου πλέον, έχει ταυτιστεί με το τρομακτικό λυκόφως της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, είναι το αρχέτυπο του μπαμπούλα που στοιχειώνει τα όνειρα των παιδιών και δίνει πρόσωπο στους φόβους τους. Η αινιγματική ζωή και ο εντυπωσιακός θάνατός του στα 36 του χρόνια φωτίζουν αποκαλυπτικά την περίοδο του Εκατονταετούς Πολέμου, την ηθική της και την ιδεολογία της. Κατά έναν παράδοξο τρόπο όμως φωτίζουν εξίσου την ηθική και την ιδεολογία της εποχής που κάθε φορά προσπαθεί να τον προσεγγίσει. Αγνωστος σχετικά στην Ελλάδα ο σκοτεινός αυτός ήρωας, του οποίου η θανάτωση αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του δυτικού Μεσαίωνα, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μέσα από ένα αξιόλογο κείμενο και μία καθ’ όλα άρτια έκδοση.


Ενας από τους σημαντικότερους σύγχρονους φλαμανδούς συγγραφείς, ο Hugo Claus, δίνει με τον θεατρικό του μονόλογο Gilles μια νέα, ψυχαναλυτικών αποχρώσεων, τραγική διάσταση στο φαινόμενο Ζιλ ντε Ρε. Και η Μαρία Ευσταθιάδη μεταφέρει το έργο με ευαισθησία και άποψη στη νέα ελληνική και δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πρόσληψής του με τα κείμενα που το περιβάλλουν.


Ενσάρκωση της προκλητικότητας, ο Ζιλ ντε Ρε έχει επί έξι σχεδόν αιώνες αναγκάσει κυριολεκτικά την Ιστορία και την τέχνη να ασχολούνται μαζί του. Ο J. Κ. Huysmans στο έργο του La-bas τον θεωρεί πρόδρομο του μαρκησίου Ντε Σαντ, κατά πολύ ανώτερό του, ο R. Desnos τον θεωρεί τον πρώτο σαδιστή ήρωα της σύγχρονης εποχής, ο G. Bataille τον αντιμετωπίζει ως έναν αφελέστατο Φάουστ, ο R. Vaneigem τον αναφέρει ως έναν από τους μεγαλύτερους αρνητές της ανθρώπινης μοίρας, της Ιστορίας και του ίδιου του Θεού. Παντοδύναμος άρχοντας με αμύθητη περιουσία, σύντροφος-προστάτης της Παρθένου της Ορλεάνης, την οποία όμως δεν κατάφερε να διασώσει από την πυρά, ατρόμητος και ανηλεής χριστιανός στρατιώτης, στρατάρχης της Γαλλίας στα 23 του χρόνια, ο Ζιλ ντε Ρε αποσύρεται μετά τον θάνατο της Ιωάννας της Λωρραίνης στους πύργους του. Ασχολείται με τα γράμματα και τις τέχνες, αναζητεί από την αλχημεία το χρυσάφι αλλά και την αθανασία που θα τον σώσει, διασπαθίζει την τεράστια περιουσία του και επιδίδεται, τέλος, στα φρικιαστικά εγκλήματα ­ βιασμοί και σφαγές παιδιών ­ εξαιτίας των οποίων πέρασε στην Ιστορία.


Στο δικαστήριο του Η. Claus, στη μέση του φωτεινού κύκλου τον οποίο μετράει με τα βήματά του, ο Ζιλ ντε Ρε συνομιλεί κατά κύριο λόγο με τον εαυτό του και δευτερευόντως με τους δικαστές. Για την ακρίβεια, οι αόρατοι δικαστές, των οποίων ο λόγος ανασυντίθεται μόνο μέσα από τις απαντήσεις του κατηγορουμένου, αποτελούν το πρόσχημα για την άκρως θεατρική έξοδο του Ζιλ από την κοινωνία των ανθρώπων. Διχασμένος ανάμεσα στην αλαζονεία και στον φόβο, ανάμεσα στον Θεό και στον Δαίμονα, στον στρατιώτη και στον αλχημιστή, παιδί και παιδοκτόνος την ίδια στιγμή, ο Ζιλ προσπαθεί μέχρις εσχάτων να προστατεύσει το εξωπραγματικό, ανατριχιαστικό σύμπαν στο οποίο έχει περιχαρακωθεί. Ο συγγραφέας αντιπαραθέτει τη χαρισματικά ­ και επικίνδυνα ­ πληθωρική προσωπικότητα του Ζιλ στις εξαχρειωμένες δομές της εξουσίας, της οποίας de jure αποτελεί οργανικό κομμάτι αλλά και την οποία καταγγέλλει. Μέσα από τη σύγκρουσή του με τις ποικίλες εκφάνσεις αυτής της εξουσίας, με τον άπληστο και έκλυτο παππού, με τον ανίκανο και ζηλόφθονο βασιλιά, με τη διεφθαρμένη Εκκλησία και τον αδιάφορο Θεό, ο Ζιλ ορίζεται και μαζί αυτοαναιρείται. «Είμαι οι πράξεις μου», δηλώνει ο Ζιλ ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, και «είμαι το λάθος». Ο Ζιλ είναι το λάθος στον βαθμό που ενσαρκώνει εξαρχής το πάθος της υπέρβασης σε μια φαύλη κοινωνία που εξαγνίζει στην πυρά τα απωθημένα της. Το έγκλημα αποτελεί την τελευταία δοκιμασία στη δική του αναζήτηση του άγιου δισκοπότηρου, η οποία όμως, εκτός τόπου, εκτός χρόνου και άνευ νοήματος, δεν οδηγεί στον Θεό, διότι πολύ απλά ο Θεός δεν υπάρχει. Χωρίς καμία πρόθεση να αθωώσει τον ήρωά του, ο συγγραφέας αναπαράγει πιστά τη δίκη όσον αφορά τις κατηγορίες, την απολογία και την κατάρρευση του Ζιλ, την καταδίκη του. Μέσα από τις ρωγμές των παραδεδομένων γεγονότων και τις σιωπές των πρακτικών όμως σκιαγραφεί έναν ψυχισμό για τον ήρωά του ο οποίος εξέφρασε καθ’ υπερβολήν τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής.


Ο κατά Claus μονόλογος του Ζιλ είναι στην ουσία ένας διπλός διάλογος. Μεγαλοφώνως ο Ζιλ συνομιλεί με τους αφέντες και τους δούλους μιας κοινωνίας τόσο σαθρής που αδυνατεί ­ ή αδιαφορεί ­ να προστατεύσει ακόμη και το μέλλον της, τα παιδιά. Υπογείως συνομιλεί με μια πρωταρχική εκδοχή της ύπαρξής του, το κατατρομαγμένο παιδί που υπήρξε, και το οποίο επιβιώνει μέσα από το επαναλαμβανόμενο αιματοκύλισμα της αγνότητας. Διότι ο Ζιλ, αναζητώντας απελπισμένα συνοχή και λύτρωση, σκορπίζει τον τρόμο, λεπτοτομεί την αθωότητα, κατακρεουργεί την παιδική του ηλικία και μαζί κάθε πίστη που θα μπορούσε να τον λυτρώσει, για να έρθει τελικά αντιμέτωπος με τον χειρότερο φόβο του, με την απόλυτη ερημία του σύμπαντος και της ύπαρξης.


Ο Η. Claus αποδίδει στον «πιο ειδεχθή εγκληματία όλων των εποχών» δικαιοσύνη χωρίς να τον αθωώνει. Καλύτερα, του αποδίδει ένα πρόσωπο: λίγο πριν από τη θανάτωσή του, όταν πεθαίνει οριστικά το παιδί μέσα του, ο Ζιλ έχει νικήσει τον φόβο και την προσδοκία, άρα τον ίδιο τον Θεό. Πεθαίνοντας χωρίς απελπισία, καθημαγμένος ο ίδιος όπως ο κόσμος που τον περιβάλλει, συνθέτει την ατομικότητά του, γίνεται ο ίδιος Θεός και δραπετεύει οριστικά από τον Μεσαίωνα, ο οποίος καίγεται στην πυρά μαζί με το πιο άξιο, στη φρίκη, τέκνο του. Η Μαρία Ευσταθιάδη, εν είδει ερμηνευτικής πρότασης, προσέθεσε στην οικειότητα του Gilles του Η. Claus την ανησυχητική πανσπερμία της Νύχτας. Είναι η νύχτα μιας εποχής και μιας ψυχής που συνέθεσαν τα αντίθετα σε μορφές τραγικά τερατώδεις.


Η κυρία Τιτίκα Δημητρούλια είναι φιλόλογος-μεταφράστρια.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version