Το δεύτερο μεταθανάτιο βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη, η συλλογή «Εκ του Πλησίον», είναι πέρα και πάνω απ'' όλα ποίηση, καμωμένη από έναν μάστορα της γλώσσας και της ποιητικής.

Ανθ» ημών η αγάπη

Ανθ» ημών η αγάπη Της μνήμης τ» ατημέλητα Το δεύτερο μεταθανάτιο βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη, η συλλογή «Εκ του Πλησίον», είναι πέρα και πάνω απ» όλα ποίηση, καμωμένη από έναν μάστορα της γλώσσας και της ποιητικής. ΜΑΝΟΛΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ Η υστάτη (όπως μας διαβεβαιώνουν οι αρμόδιοι) ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη κυκλοφόρησε την ημέρα της ογδοηκοστής εβδόμης επετείου της γεννήσεώς του, δύο και πλέον χρόνια

Της μνήμης τ’ ατημέλητα


Η υστάτη (όπως μας διαβεβαιώνουν οι αρμόδιοι) ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη κυκλοφόρησε την ημέρα της ογδοηκοστής εβδόμης επετείου της γεννήσεώς του, δύο και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του. Αυτή η ιδιάζουσα σημειολογική φόρτιση της συλλογής αλλά και η απουσία του δημιουργού της δυσχεραίνουν την όποια προσπάθεια δημόσιας προσέγγισης του βιβλίου.


Ο Ελύτης ήδη από την εποχή της «Ιδιωτικής Οδού» (1990) κατέγραφε εμμέσως την απογοήτευσή του από την τρέχουσα κριτική και την αποδοχή του έργου του. «Οι διανοούμενοι μειδιούν και οι ποιητές διανοούνται» έγραφε σε μια στιγμή, και λίγο αργότερα αναφωνούσε: «Α, είναι σκληρό πράγμα να ζεις με το αίσθημα ότι συνεχώς γυρίζεις στην πατρίδα σου και δεν σε αναγνωρίζει κανένας. Μιλάς και τίποτα. Μιλάν και τίποτα. Βαβίζουν. Υλακούν. Μια συνεννόηση σκύλων μείον τη νοημοσύνη τους. Δεν ξέρω. Ισως να ‘ναι από Θεού να μην έχει θέση ο ποιητής πουθενά. Συνεχώς να βρίσκεται με αναμμένες τις μηχανές και ανεβασμένη την άγκυρα. Οπως, χωρίς να το ξέρω, έκανα κι εγώ που από λιμάνι σε λιμάνι έφτασα ως εδώ», για να καταλήξει λίγο αργότερα: «κανένα λιμάνι δεν μας δέχεται πια. Είναι γεγονός. Η παλιά αδιαφορία έφτασε να γίνει εχθρότητα. Μόλις κάνουμε ότι πλησιάζουμε, βλέπεις να συνάζεται στο μουράγιο ένα πλήθος αλλοπρόσαλλο, γύναια κουμπωμένα ως τον λαιμό, γέροντες χαιρέκακοι, νέοι με μακρύ μαύρο επανωφόρι και σκουλαρίκι στ’ αυτί». Αυτά από τον άνθρωπο που έδρεψε τις λαμπρότερες ποιητικές δάφνες στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή (με εξαίρεση ίσως τον βαθμό του πλωτάρχη ΛΣ). Ανάλογες σκέψεις μεταφορικής arte marinaresca βρίσκουμε διατυπωμένες στο «Εκ του πλησίον»: αρχικά «Καθ’ οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου, και πάλι ζήτημα είναι. Θέλει να κοιμάσαι μ’ ανοιχτά πανιά και μ’ ανεβασμένη την άγκυρά σου», και κατόπιν «Αποτελώ ένα εύδρομον που συγκρούεται συνεχώς με το κοινό αίσθημα των μελετητών. Ποιος υποβαθμίζει τον άλλον θα φανεί κάποτε. Για την ώρα χάνω πάντα από την έλλειψη στις μέρες μας καταλλήλων οργάνων ναυσιπλοΐας».


Το εύδρομον



Ενας σχολαστικός θα μπορούσε να παραβλέψει την επαναφορά της υπέροχης λέξης «εύδρομον» (και ως ουσιαστικό και ως επίθετο) στο προσκήνιο και να παρατηρήσει ότι στην πραγματικότητα το σκάφος «Οδυσσέας Ελύτης» ουδέποτε υπήρξε εύδρομον, αλλά κρουαζιερόπλοιον. Και τώρα που ο ποιητής σαλπάρισε για άλλες θάλασσες, μείναμε μόνοι εμείς (τριήρεις και χελάνδια, σκούνες και μπρίκια, δρόμωνες και μυοδρόμωνες, βρατσέραι και βομβάρδαι, τσερνίκια και μπελλούδες) να πελαγοδρομούμε στον μάταιο τούτο κόσμο. «Αμέτε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας», μας προτρέπει.


Σύμφωνοι, αλλά με δεδομένο ότι κάθε κριτική έχει ως παραλήπτη και τον δημιουργό, τι μπορεί να πει κανείς για το βιβλίο ενός ανθρώπου που δεν είναι σε θέση να το υπερασπιστεί; Που το έγραψε (ή το υπαγόρευσε) γνωρίζοντας ότι αυτό θα είναι το τελευταίο του βιβλίο, για να εκδοθεί μετά θάνατον; Και πόσο ανεξάρτητα από τα άλλα «τελευταία» του βιβλία μπορεί να μιλήσει κανείς για το «Εκ του Πλησίον», λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι είναι το δεύτερο μεταθανάτιο βιβλίο του Ελύτη που κυκλοφορεί;


Υπάρχουν πολλά και δοκιμασμένα κόλπα που μπορούν να ανακουφίσουν, έστω και πλασματικά, αυτό το αδιέξοδο. Κατ’ αρχήν μια περιγραφή των πραγματικών στοιχείων: πρόκειται για μια συλλογή επτά ποιημάτων, τα οποία διαχωρίζονται με παράθεση συντόμων ρήσεων, αποφθεγμάτων, στίχων ή πεζών (υπάρχουν και τρία εκτενέστερα πεζά, με ξεχωριστούς τίτλους), ένας σύντομος πεζός πρόλογος που δίνει τον τίτλο του στο βιβλίο, και ένας σύντομος επίλογος. Μπορεί να ακολουθήσει μια στατιστική καταγραφή στοιχείων και λέξεων (Πλήρης Πινδάρου· συχνή αναφορά στις μέλισσες, στον Εμπεδοκλή, και στο χρώμα μωβ· να ένας δεκαπεντασύλλαβος!) η οποία από μόνη της δεν οδηγεί πουθενά, ακόμη και αν διανθισθεί με παραλληλισμούς και αναφορές σε παλαιότερα έργα του Ελύτη ή άλλων ομοτέχνων του.


Οντως, αυτή είναι έλλειψη καταλλήλων οργάνων ναυσιπλοΐας: είναι στείρες, τεχνοκρατικές πρακτικές, κι εδώ έχουμε να κάνουμε με ποίηση. Η καλύτερη προσέγγιση είναι να ανοίξει κανείς το βιβλίο και να το διαβάσει, στο μέτρο του δυνατού, έντιμα και απροκατάληπτα.


«Η προσωπική μου ιδέα είναι ότι από μια ορισμένη στιγμή και πέρα […] το καβαφικό έργο πρέπει να διαβάζεται και να κρίνεται όχι σαν μια σειρά από χωριστά ποιήματα, αλλά σαν ένα και μόνο ποίημα εν προόδω ­ ένα «work in progress», όπως θα ‘λεγε ο James Joyce ­ που τερματίζει ο θάνατος» έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης στο δοκίμιό του «Κ.Π. Καβάφης, Θ.Σ. Ελιοτ· παράλληλοι». Η συμβολή του Σεφέρη στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κριτικού λόγου δεν έχει εκτιμηθεί επαρκώς, αλλά αυτή τη φράση την έχω διαβάσει να μνημονεύεται πλείστες όσες φορές (με πολλές παραλλαγές) επί ματαίω. Στην περίπτωση του Ελύτη όμως νομίζω ότι έχει εφαρμογή.


Η προσωπική μου ιδέα είναι ότι από μια ορισμένη στιγμή και πέρα ­ τη στιγμή αυτή την τοποθετώ στα 1990 περίπου ­ το έργο του Ελύτη πρέπει να διαβάζεται και να κρίνεται όχι σαν μια σειρά από χωριστά ποιήματα, αλλά σαν ένα και μόνο ποίημα εν προόδω που τερματίζει ο θάνατος. Η αρχή γίνεται στα 1991 με την έκδοση των «Ελεγείων της Οξώπετρας», και συνεχίζεται το 1995 με το «Δυτικά της Λύπης» (και εν μέρει το 1996 με το « 2×7ε»), για να τελειωθεί με το εφετεινό «Εκ του Πλησίον».


Σε αυτή την ιδέα δεν οδηγούμαι μόνο από την πληροφορία ότι τα ποιήματα του «Εκ του Πλησίον» συνετέθησαν την ίδια εποχή με τα ποιήματα του «Δυτικά της Λύπης» (ο τίτλος και το επίγραμμα αυτής της συλλογής προέρχονται από το τέταρτο ποίημα της παρούσης)· αν διαβάσει κανείς μόνον τα ποιήματα των τριών τελευταίων συλλογών του Ελύτη θα διαπιστώσει ότι υπάρχει μια συνέχεια, ένα βαθύτερο νόημα που πασχίζει να φανερωθεί, αλλά χάνεται από τον κατακερματισμό των ποιημάτων σε διακριτές συλλογές ή (στο «Εκ του Πλησίον») επισκιάζεται από το πλήθος και τις φαντασμαγορικές λάμψεις των εμβόλιμων ρητών. Τα ρητά είναι ενδεικτικά ψήγματα ποιητικής τέχνης, τα ποιήματα όμως έχουν υψηλότερους στόχους.


Το καταπίστευμα


Αν λοιπόν τα «Ελεγεία της Οξώπετρας» αποτελούσαν τη «ζωτική διαθήκη ενός μείζονος λυρικού», τα επόμενα βιβλία ήσαν κωδίκελλοι που τη συμπλήρωναν ή την τροποποιούσαν, και το «Εκ του Πλησίον» ένα καταπίστευμα (κατά την τρέχουσα λαϊκή ερμηνεία του όρου) που εμπιστεύθηκε ο ποιητής στην κληρονόμο του για λογαριασμό μας. Το πώς θα το αξιοποιήσουμε είναι θέμα δικό μας.


Αυτό το τελευταίο, αποσπασματικό πέρασμα του Ελύτη από την ποίηση είναι πολλαπλά πολύτιμο: πλην της συναισθηματικής ή λογοτεχνικής του αξίας, μας βάζει από την πίσω πόρτα στον ταρσανά του ποιητή. Είναι ένας συμφυρμός χειρογράφων, γεμάτος μνήμες άλλων εποχών, και συνάμα μια καταγραφή των θεμάτων που τον απασχολούσαν στο τέλος της ζωής του. Ενδεικτικά είναι τα αποσπάσματα από το πρώτο ποίημα της συλλογής: «Συλλαμβάνεις εδώ ή εκεί ψίχα βασιλικού ή πυρκαγιάς το απόσπιθο / Που μέλλει ν’ αποκαλυφθεί χρόνους πολλούς μετά το πρώτο σου άγγιγμα […] Παράπονο ήχος άναξ από ρικνή βάρβιτο / Της μνήμης τ’ ατημέλητα διευθετεί».


Η λειτουργία αυτής της διευθέτησης, της μνήμης και του συνειρμού, της έμπνευσης και της σύνθεσης, ξεδιπλώνεται μπροστά μας σε στίχους που άλλοι είναι τελειωμένοι και άλλοι μετέωροι. Τα δεσμά που κρατούν τις συλλαβές και τις έννοιες χαλαρώνουν, και αυτές ενίοτε αναπαράγονται και παίζουν, όπως στον στίχο «και ας φιλεί το κύμα κι ας ευνοοιωνοεί ο άν άνεμος». Και ο ποιητής το χαίρεται: «Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη όταν τα μπλε βγαίνουν περίπατο!».


Τα εμβόλιμα ρητά της συλλογής είναι άνισα ­ άλλα είναι εκθαμβωτικής στιλβηδόνος και άλλα πάλι όχι. Κάποια από αυτά πηγαίνουν ζευγαρωτά: το «Γιατί και ο έρως μια θαυματουργία είναι» από μόνο του δεν φωτίζει ιδιαίτερα ούτε τον έρωτα ούτε την ποίηση, πλην όμως ακολουθεί και συμπληρώνει το «Σε όλα τα δέντρα θα πρέπει να υπάρχει το όνομα εκείνο που σε ένα μόνον άπαξ χάραξες». Και κάποια μπορεί να αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όπως ίσως τα «Επειδή απ’ τα είκοσι στα τριάντα σου ο δρόμος είναι πολύ πιο μακρύς απ’ ό,τι απ’ τα τριάντα σου στα ενενήντα σου» (σ. 25, από το πεζό «Oil Sardinen!»), «Η απόσταση ανάμεσα στο τίποτε και στο ελάχιστο είναι κατά πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι ανάμεσα στο ελάχιστο και το πολύ» (σ. 61) και «Κουράγιο χρειάζεται. Ανάμεσα στον δείκτη του χεριού σου και την άκρη του τετραδίου σου απλώνεται τεραστίου μήκους έκταση που έχεις να διανύσεις» (σ. 44). Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα ­ ο κάθε αναγνώστης θα μπορέσει να κάνει τις δικές του κρίσεις και επιλογές.


Το μυαλό τού αναγνώστη τού «Εκ του Πλησίον» δουλεύει αναγκαστικά (εδώ έχουμε συχνά την αντιστροφή του σολωμικού «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κ’ έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε»). Τα κείμενα είναι γεμάτα από λέξεις ασυνήθεις ή φαινομενικά σκοτεινές που θα κάνουν τον καλοπροαίρετο αναγνώστη να κατεβάσει τα λεξικά του για να διαπιστώσει αν αυτές είναι παλαιόθεν υπαρκτές ή προσφάτου κοπής (έστω και σε επίπεδο λεξιλογίου, τα κείμενα έχουν και ένα διδακτικό σκοπό). Ετσι κι εγώ έμαθα, για παράδειγμα, ότι «κύτισος» είναι φυτόν εκ των κεδροπών, κοιν. σύννεφο, «όκιο» είναι οπή επί της πλευράς πλοίου δι’ ής διέρχεται η άλυσις της αγκύρας, ή βρήκα την αρχαία ποιητική λέξη «κέλευθος», την οποία χρησιμοποιούμε καθημερινά ως ρηξικέλευθοι έλληνες αλλά ως στούρνοι αγνοούμε την ετυμολογία της.


«Τριάντα αιώνες και πλέον ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τη μια λέξη κοντά στην άλλη με τέτοιον τρόπο που η σκέψη να εξαναγκάζεται να παίρνει καινούργιες, αδοκίμαστες στροφές» έγραφε ο Ελύτης στην «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο». Αυτή τη θεμελιώδη λειτουργία της ποίησης την υπηρετεί ευσυνείδητα και στο «Εκ του Πλησίον», με φράσεις όπως «Να φωτογραφίζεις αν γίνεται την στεναχώρια σου την ώρα που περνάει το τρένο κι αστραποβολούν τα παραθυράκια της» (στο τέλος του βίου του ο ποιητής εμφανίζεται ενστερνιζόμενος κάποιους ορθογραφικούς νεωτερισμούς, αλλά για αυτούς, όπως και για τον έλεγχο της ακρίβειας των παραθεμάτων του Πινδάρου ή των ονομάτων των ιστορικών προσώπων που αναφέρονται, η ευθύνη βαρύνει μάλλον τους επιμελητές του).


Για να μην ξεχνιόμαστε όμως: το «Εκ του Πλησίον» είναι πέρα και πάνω απ’ όλα ποίηση, καμωμένη από έναν μάστορα της γλώσσας και της ποιητικής που όμοιόν του θ’ αργήσουμε πολύ να ξαναδούμε (κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να γράψει ένα τόσο σύντομο και περιεκτικό πεζό ποίημα σαν τη «Συνταγή για Συκιά στη Σκύρο ή στη Σίκινο»). Τα εμβόλιμα αποσπάσματα του Πινδάρου που παρατίθενται δεν φαντάζουν διόλου παράταιρα δίπλα στις ρήσεις του νεότερου συναδέλφου του. Και η σύμφυτη αίσθηση του εσωτερικού ρυθμού της γλώσσας παραμένει σταθερή: το στερνό κείμενο του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί είτε ως πεζό είτε στιχηδόν.


Ο πολυσυζητημένος τελευταίος στίχος του τελευταίου κειμένου του τελευταίου βιβλίου του Ελύτη («Ανθ’ ημών η αγάπη») παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα (εκτός από τη συνειρμική γουλιμοποίηση της αγάπης): είναι στοιχειοθετημένος διαφορετικά και χωριστά από το σώμα του υπολοίπου κειμένου, που τελειώνει με τον αποχαιρετισμό «Φιλιά που δόθηκαν και άλλα που δεν. Χαιρέτωσαν». Δεν είναι σαφές αν τον έγραψε (ή τον υπαγόρευσε) ο ποιητής ως κορωνίδα του έργου και του βίου του ή ως μεταφορά.


Η όλη στοιχειοθεσία του βιβλίου φέρνει στον νου τη σεφερική ρήση για την εφεύρεση της κατάργησης της τυπογραφίας: είναι καμωμένη σε υπολογιστή, χρησιμοποιώντας μια πολύ μέτρια εκδοχή των «Τάιμς», ωσάν να επρόκειτο για το πρώτο βιβλίο ενός τελευταίου ποιητή και όχι το αντίστροφο. Αλλά αν εξετάσει κανείς τα τελευταία βιβλία του Ελύτη, τα οποία επιμελήθηκε εμφανέστερα ή αφανέστερα η σύντροφος και κληρονόμος του, θα διαπιστώσει ότι μοιάζουν με παρδαλό δειγματολόγιο τυπογραφικών στοιχείων και χαρτιών. Ο ποιητής, ένοικος τώρα του παντοτινού, δεν είναι σε θέση να τα υπερασπιστεί ούτε από τους κριτικούς του αλλά ούτε και από τους φίλους του.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk