Νέα σελίδα για τα δικαιώματα του ευρωπαίου πολίτη ανοίγει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Με απόφαση της Ολομελείας του η κοινοτική νομοθεσία δεν θα αποτελεί «άπιαστο όνειρο» για τους πολίτες, ούτε θα παραμένει «γράμμα κενό». Κάθε πολίτης θα μπορεί να επικαλείται τις διατάξεις της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και το σπουδαιότερο είναι ότι θα μπορεί να διεκδικεί αποζημίωση από το κράτος, που δεν φρόντισε να εναρμονίσει τη νομοθεσία του με τα κοινοτικώς ισχύοντα ή που διατήρησε σε ισχύ νόμους αντίθετους με το κοινοτικό δίκαιο.
Η απόφαση της Ολομέλειας, που εκδόθηκε πρόσφατα, δρομολογεί σε νέες βάσεις τις σχέσεις των πολιτών με το κράτος, παρέχει σημαντικές δυνατότητες στους πολίτες να διεκδικούν τα δικαιώματά τους, ανεξάρτητα από το τι ισχύει στην εθνική νομοθεσία και, για πρώτη φορά, επιβάλλεται η υποχρέωση στα κρατικά όργανα, που κωφεύουν και αρνούνται να συντονίσουν τα νομοθετικά τους βήματα, να πληρώνουν για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους.
Το μεγάλο βήμα που έκανε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με τη συγκεκριμένη απόφαση είναι ακριβώς αυτό: προέβλεψε κυρώσεις (υποχρέωση αποζημίωσης) για να διασφαλίσει την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, η οποία ως σήμερα στη χώρα μας, αλλά και σε άλλα κράτη – μέλη, παρέμενε ουσιαστικά στα «χαρτιά».
Οι έλληνες πολίτες, στο εξής, θα μπορούν να επικαλούνται οποιαδήποτε διάταξη του κοινοτικού δικαίου ενώπιον των δικαστηρίων για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους. Και αυτό θα το κάνουν ανεξάρτητα από το αν η κοινοτική νομοθεσία έχει κυρωθεί ή όχι με νόμο από την ελληνική Βουλή. Δηλαδή, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, η νομοθεσία της Κοινότητας θα ισχύει αυτόματα.
Αν όμως έχουν πάθει οποιαδήποτε ζημιά από τη μη εφαρμογή των κοινοτικών νόμων, τότε θα μπορούν να προσφύγουν στα ελληνικά δικαστήρια και να ζητήσουν αποζημίωση από το κράτος. Τα κρατικά όργανα που ευθύνονται θα είναι υποχρεωμένα να πληρώσουν αποζημίωση, η οποία θα «τρέχει» από την ημέρα που ο πολίτης ζημιώθηκε ή, σε άλλες περιπτώσεις, από την ημέρα έκδοσης της δικαστικής απόφασης. Το ύψος της αποζημίωσης θα καλύπτει όλη τη ζημιά (αν πρόκειται για δίκη με οικονομικό αντικείμενο). Αν όμως το αντικείμενο της δίκης αφορά δικαίωμα του πολίτη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά, η αποζημίωση θα υπολογίζεται και πάλι σε οικονομική απόδοση, με βάση τον ελληνικό νόμο.
Αξίζει εδώ να επισημανθεί πως, στη χώρα μας (μοναδική εξαίρεση σε όλη την Ευρώπη) ως σήμερα δεν υπάρχει νομοθεσία που να υποχρεώνει το κράτος να πληρώσει, όταν καταδικάζεται, ούτε νόμος που να επιβάλλει στη διοίκηση να εφαρμόζει όσα τα δικαστήρια αποφασίζουν. Σπανιότατα, άλλωστε, το Δημόσιο αποδέχεται την ευθύνη του και, ακόμη πιο σπάνια, το κράτος εκτελεί τις σε βάρος του δικαστικές αποφάσεις. Το παράδειγμα των χιλιάδων ανεκτέλεστων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Τώρα όμως, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, είμαστε υποχρεωμένοι να θεσπίσουμε νόμο και μάλιστα άμεσα με τον οποίο θα προβλέπεται λεπτομερώς πώς θα αποζημιώνεται ο πολίτης, ποιος θα τον αποζημιώνει και πότε για πράξεις ή παραλείψεις των κρατικών οργάνων (ακόμη και της νομοθετικής εξουσίας) που σχετίζονται με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
Τα κράτη – μέλη είναι υποχρεωμένα να αποκαθιστούν τις ζημιές που προκάλεσαν σε ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Στις παραβάσεις περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νομοθέτης παρέλειψε να εναρμονίσει την εσωτερική του νομοθεσία με τα κοινοτικώς ισχύοντα καθώς και διατήρησε σε ισχύ νόμους αντίθετους με τους κοινοτικούς.
Οι πολίτες, οι οποίοι υπέστησαν ζημιά από τη μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση και το κάθε κράτος υποχρεούται άμεσα να εκδώσει νόμο και να καθορίσει τις λεπτομέρειες για την έκτασή της αλλά και τον τρόπο παροχής της. Σύμφωνα όμως με την απόφαση της Ολομέλειας, οι κυρώσεις κατά των κρατικών οργάνων, η έκταση αλλά και η φύση της αποζημίωσης που μπορούν να αξιώνουν οι πολίτες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που ισχύουν για παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας.
Το κράτος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τους πολίτες σε περίπτωση που επικαλεσθεί πταίσμα ή αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του. Πληρώνει σε κάθε περίπτωση. Η αποζημίωση «τρέχει» από την ημέρα που προκλήθηκε η ζημιά. Δηλαδή από τότε που έγινε η παράβαση του κοινοτικού δικαίου και σε κάθε άλλη περίπτωση από την έκδοση προδικαστικής ή άλλης αποφάσεως από το Δικαστήριο. Οι πολίτες μπορούν να διεκδικούν αποζημίωση και όταν ο εθνικός νομοθέτης (η Βουλή) δεν ψήφισε νόμο για να ενσωματωθούν στο εσωτερικό δίκαιο μιας χώρας οι κοινοτικές διατάξεις αλλά και όταν θέσπισε νόμο, που είναι ασυμβίβαστος με την κοινοτική νομοθεσία.
