Η συμφορά της λογοτεχνίας

Δεν είναι κανείς πιο αυστηρός απέναντι σε μια πλάνη παρά μόνον όταν την έχει εγκαταλείψει. Γκαίτε Χρημάτισα, όπως είθισται να αναφέρουν στους επικηδείους, πρόεδρος επιτροπών Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων και… ξέρω τη «δουλειά». Αντλησα τη νομιμοποίησή μου όχι ως καθηγητής πανεπιστημίου αλλά ως συγγραφέας. (Ο νόμος προϋποθέτει για τον διορισμό μέλους της επιτροπής ή την ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου φιλολογικού τμήματος ή την ιδιότητα του συγγραφέα- κριτικού- μεταφραστή).

Δεν είναι κανείς πιο αυστηρός απέναντι σε μια πλάνη παρά μόνον όταν την έχει εγκαταλείψει. Γκαίτε Χρημάτισα, όπως είθισται να αναφέρουν στους επικηδείους, πρόεδρος επιτροπών Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων και… ξέρω τη «δουλειά». Αντλησα τη νομιμοποίησή μου όχι ως καθηγητής πανεπιστημίου αλλά ως συγγραφέας. (Ο νόμος προϋποθέτει για τον διορισμό μέλους της επιτροπής ή την ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου φιλολογικού τμήματος ή την ιδιότητα του συγγραφέα- κριτικού- μεταφραστή). Ως καθηγητής της Θεωρίας της Επικοινωνίας στο Πάντειο δεν διέθετα την πρώτη τυπική προϋπόθεση. Καταγγέλθηκα, «δικάστηκα», αλλά διασώθηκα με την άλλη ιδιότητά μου ως συγγραφέα, χωρίς να χρειαστεί οι «θιγόμενοι» από τον διορισμό μου να προσφύγουν, όπως υπαινίχθηκαν ότι θα έκαναν, στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Δεν υπήρχε άλλωστε λόγος ανησυχίας. Με την αποχώρησή μου, μετά την ολοκλήρωση της «δουλειάς» μου, θα έκαναν και εκείνοι τη δική τους «δουλειά».

Ξέρω λοιπόν καλά:

– Πρώτον, ότι ο υπουργός Πολιτισμού, επικαλούμενος έναν νόμο που προτάθηκε από προηγούμενο υπουργό και ψηφίστηκε για όλους τους επερχόμενους, διορίζει «κατά το δοκούν» τους καθ΄ ύλην αρμοδίους και πάντοτε σύμφωνα με το δικαίωμα που του παρέχει η «αρχή της αντιπροσώπευσης», δηλαδή η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνησή του, μόνη ικανή και αναγκαία δικαιολογία για τα εκάστοτε «δοκούντα» των υπουργών.

– Δεύτερον, ότι οι επιτροπές αυτές, όποια μέλη τους και αν επιλέξει ο προϊστάμενος υπουργός (ημέτερους ή υμέτερους), ανακυκλώνονται από το λογοτεχνικό κατεστημένο κυκλώνοντας ασφυκτικά τη λογοτεχνία. Και τούτο βάσει μιας άλλης- εξίσου ισχυρής- αρχής της «αμοιβαιότητας»: «Ψήφισέ με, να σε ψηφίσω».

Η επικίνδυνη θέση
Σημειώνω για την ιστορία ότι η απόφασή μου να θητεύσω στην επικίνδυνη θέση του προέδρου ελήφθη εν γνώσει των συνεπειών του νόμου: με τις επιλογές μου θα διηύρυνα το χάσμα που χωρίζει τους φρόνιμους από το ακραίο «πολιτιστικό φαινόμενο» (sic) που μου καταλόγισαν ότι προσωποποιώ.

Είναι προφανές ότι «η έρημος επεκτείνεται»: ο χθεσινός βραβευθείς (εκτός επιτροπής οικεία βουλήσει, ούτως ώστε να μπορεί να είναι υποψήφιος), όταν την επαύριο εισέλθει με τη σειρά του στην επιτροπή, βραβεύει τον εξερχόμενο. Και ο φαύλος κύκλος φαυλώνεται επ΄ άπειρον. Πλην σπανιότατων εξαιρέσεων, αποκλείεται να βραβευθεί το καλύτερο λογοτέχνημα ή μετάφρασμα, διότι περισσότερο από το έργο κρίνεται το πρόσωπο, οι επιρροές και οι συμμαχίες του· τουτέστιν, πλην σπανιότατων εξαιρέσεων, αποκλείεται να υπάρξει πράγματι «αισθητική κρίση», δηλαδή να «αρέσει κάτι τι χωρίς συμφέρον», οπότε βραβεύεται και το έργο. Τι και αν ο συγγραφέας είναι «αποσυνάγωγος» (περίπτωση Δ. Δημητριάδη) ή αν είναι ο μεγάλος ποιητής που η πολιτεία τον θυμήθηκε λίγο προ της τελευτής (περίπτωση Μ. Αναγνωστάκη). Εννοείται ότι ανάλογα με την κυβέρνηση στην εξουσία οι εκάστοτε επιτροπές αποπνέουν άρωμα «συντηρητικό» ή «προοδευτικό». Αλλά και πάλι ένας τέτοιος οσφρητικός τροπισμός εξαφανίζεται από τον εγγενή συντηρητισμό των περισσότερων «προοδευτικών» μας. Οπότε αυτό που αναδίδεται είναι το πατσουλί.

Η μεταστροφή
Κάνοντας εκ των υστέρων την αυτοκριτική μου και μη προσδοκώντας πλέον άλλη τιμή από αυτήν που μου περιποιεί η ποίηση, έχοντας επιτέλους το δικαίωμα της μεταστροφής – παρ΄ ότι διόλου δεν μετανοώ αλλά ούτε και πιστεύω ότι η μαχητική πρόθεση κειμένων «πολιτιστικά αν-ορθόδοξων», όπως το παρόν, κλονίζει το status quo των φόνων και αντιφόνων-, είμαι σε θέση να βεβαιώσω πως οι επιτροπές γενικά είναι η συμφορά της λογοτεχνίας. (Συμφοριασμένοι, δηλαδή αποκλεισμένοι από τη δημιουργία, κρίνουν τη δημιουργία με κριτήρια της συμφοράς.) Αν σπανίως υπάρξουν αυθεντικοί κριτές- έχω κατά νου την κυρία Τζίνα Πολίτη και την κυρία Οντέτ Βαρών-, κάτι «μπορεί να περάσει», αλλά αυτό συνιστά συμβάν: θεμελιωτικό παράγοντα αλήθειας σε έναν ψεύτικο κόσμο. Σωστά σημείωνε τις προάλλες ο Γ. Κοροπούλης στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας (26.09.08), γράφοντας για την «παραδοσιακή βιβλιοκριτική», ότι το σημερινό της κακέκτυπο «καλλιεργήθηκε και προέκυψε κατ΄ αρχήν ως ευτελές ομοίωμά της- ομοίωμα που θα το ονόμαζα “εύθρυπτη κριτική”, μια και ανά πάσα στιγμή κονιορτοποιείται ώστε να πασπαλιστεί η επιφάνεια του λογοτεχνικού προϊόντος με τα αναγκαία λαμπερά αποσπάσματα».

Αλλά είναι δυνατόν να θέλει κανείς τη σκόνη, ακόμη και όταν σύρεται με τις αλυσίδες της ψευδαίσθησης σε διαλέξεις ή βιβλιοπαρουσιάσεις και, το χειρότερο, σε επαινετικές δημοσιεύσεις για τις οποίες μετανόησε προτού τις γράψει; Είναι δυνατόν!

Η αισθητική κρίση
Μutatis mutandis, τα ίδια ισχύουν και για τις επιτροπές των ιδρυμάτων, των κέντρων και των λογοτεχνικών περιοδικών. Και δεν μπορώ να μην επισημάνω την πρόσφατη καταψήφιση από την Επιτροπή του ΕΚΕΜΕΛ (με ψήφους τέσσερις έναντι μιας!), αποτελούμενη από τους Τ. Θεοδωρόπουλο, Ε. Ζέρβα, Ε. Λυχναρά, Σ. Πασχάλη και Λ. Τσιριμώκου, της μετάφρασης στα ελληνικά του Ταξιδιού στην άκρη της νύχτας του Λ.-Φ. Σελίν από τη Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες περιμένοντας τη δημοσίευση του «σκεπτικού» αυτού του αποκλεισμού. Και δεν θα επικαλεστώ άλλα επιχειρήματα πλην αυτού που- φευ – οι φρόνιμοι πρωτίστως θα επικαλούνταν: του ότι, δηλαδή, το αποτέλεσμα αυτής της ψηφοφορίας προσβάλλει το sensus communis, με την έννοια του Καντ: «Με τον όρο sensus communis πρέπει να εννοήσουμε την Ιδέα μιας κοινής αίσθησης, δηλαδή μιας ικανότητας κρίσης, η οποία κατά τον αναστοχασμό της λαμβάνει υπ΄ όψιν νοερώς (a priori) τον παραστατικό τρόπο καθενός άλλου ώστε να στηρίζει, τρόπον τινά, την κρίση της στον συνολικό ανθρώπινο Λόγο και έτσι να αποφεύγει την ψευδαίσθηση, η οποία θα είχε δυσμενή επίδραση στην κρίση λόγω υποκειμενικών ιδιωτικών όρων που θα μπορούσαν εύκολα να θεωρηθούν ως αντικειμενικοί» (Ι. Κant, Κριτική της κριτικής δύναμης, μτφρ. Κ. Ανδρουλιδάκης, Ιδεόγραμμα, 2002, σ. 223)· απλούστερα, το αποτέλεσμα αυτής της ψηφοφορίας στερεί την αισθητική κρίση από την κοινωνικότητα η οποία θα έπρεπε να συνιστά τον ορίζοντα πρόσληψής της και επί της οποίας υποτίθεται ότι θεμελιώνονται τέτοιου τύπου θεσμοί. Και επειδή ο υποψιασμένος αναγνώστης τούτων των γραμμών- και αναγνώστης του Ταξιδιού – καλείται να μαρτυρήσει, τον περιμένω να εκδηλωθεί. Και θα του απαντήσω. Διότι, ενώ το Ταξίδι«a d but comme a», δηλαδή θριαμβευτικά, όπως και του άξιζε, μια και επαινέθηκε αθρόα (πλην ανώδυνα!) από τους παροικούντες, «κατέληξε αλλιώς» κατά την πρώτη θεσμική αντιμετώπισή του από την Επιτροπή του ΕΚΕΜΕΛ. Μιλώντας ο Ντεκάρτ για τον πατέρα Μπουρντέν σημειώνει: «Αναφορικά με το γεγονός ότι μόνο τα σοφά πρόσωπα μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στη σαφή αντίληψη και στην πλασματική, δεν με ξαφνιάζει ότι αυτός ο βλάκας βάζει τη μια στη θέση της άλλης».

Ο κ. Γιώργος Βέλτσος έχει διατελέσει πρόεδρος της Επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Μετάφρασης και πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Archive
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk