• Αναζήτηση
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

    ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ«Κλείστηκα στη συγγραφική μου κουζίνα»

    ευγενία φακίνου Για να δει τη θάλασσα Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008, σελ. 251 (στα βιβλιοπωλεία από τις 15 Οκτωβρίου)

    Μια γυναίκα που δεν θυμάται ούτε ποια είναι ούτε πώς τη λένε, μαζί με μια παρέα «γνώριμων» και αγνώστων που συνδράμουν συνειδητά ή ασύνειδα στην ιχνηλασία του παρελθόντος της καθώς γεύονται τα φαγητά της σε λαϊκή ταβέρνα του Κολωνού, είναι η υπόθεση του νέου μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου που θα κυκλοφορήσει στις 15 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Πυκνός λόγος, ποιητικά πετάγματα, πεζότητα και χιούμορ και μια μεγάλη έκπληξη για τον αναγνώστη στην αφιέρωση του βιβλίου: «Στους γιατρούς μου Γιώργο Ναούμ, Παναγιώτη Βλαχόπουλο, Γιώργο Παυλίδη». Συναντήσαμε την κυρία Φακίνου στο σπίτι της στο Χαλάνδρι: – Η γυναίκα που έχασε τη μνήμη της στο μυθιστόρημα είστε εσείς;

    «Και ναι και όχι. Εγώ δεν είχα αμνησία έπειτα από μια επέμβαση, είχα ανεύρυσμα στον εγκέφαλο και έκανα εμβολισμό. Επειτα από αυτή την επέμβαση ο οργανισμός συνήλθε πιο γρήγορα αλλά η ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ ασταθής. Εδώ μιλάμε για άλλου είδους απώλεια μνήμης. Δεν αναγνώριζα πια τον εαυτό μου. Κοιταζόμουν στον καθρέφτη, έλεγα “δεν είμαι εγώ”, με τη μνήμη μου εκατό τοις εκατό παρούσα. Βγήκα τόσο αλλαγμένη από αυτή την ιστορία, τους πρώτους μήνες τουλάχιστον, που έλεγα: “Δεν μπορεί να είμαι εγώ”. Οταν κάποιος έχει περάσει τέτοια δραματικά γεγονότα και έχει φθάσει στο σημείο να ξέρει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του, μετά δεν μπορεί να είναι ο ίδιος ποτέ. Αυτό είναι βέβαιο. Και πραγματικά προσπαθεί έπειτα από ένα χρονικό διάστημα να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Είναι πάρα πολύ κοπιαστικό. Και απογοητεύεται γιατί δεν το πετυχαίνει αυτό κάθε ημέρα. Ολη η περιγραφή που έκανα, λίγαβήματα στην πιλοτή και πιανόμουν από τις νεραντζιές, είναι πραγματική». – Το προηγούμενο βιβλίο σας «Η μέθοδος της Ορλεάνης» κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια.Πότε συνέβησαν όλα αυτά;

    «Πριν από δύο χρόνια ακριβώς είχα την ιστορία με το ανεύρυσμα. Εντελώς ξαφνικά. Εψαχνα να βρω τι έχω, με δύο πονοκεφάλους μόνο σε διάρκεια 15 ημερών που δεν έμοιαζαν με κανέναν πονοκέφαλο που είχα ως τότε. Οι δικοί μου γιατροί δεν το αξιολόγησαν και έψαχνα να βρω και κάποιον άλλον. Αυτός ο κάποιος άλλος ήταν ο Γιώργος Ναούμ, του είπα τα συμπτώματα και μου είπε: “Μέσα αύριο”. Βρέθηκε το ανεύρυσμα και οι άλλοι δύο ήταν αυτοί που έκαναν τον εμβολισμό».

    – Που είναι κι αυτό επικίνδυνο… «Μου είπαν ότι πάω για ένα 50%, στην πραγματικότητα πας για 30%. Η αγωνία μου ήταν μήπως βγω φυτό».

    – Θα ήταν τρομερό να μη θυμάται ένας άνθρωπος ότι είναι συγγραφέας και έγραψε 20 βιβλία που έγιναν μπεστ σέλερ… «Στην πραγματικότητα, πίστευα ότι δεν θα μπορούσα να ξαναγράψω. Για να είμαι ειλικρινής, όταν κάθησα να γράψω ήταν σαν να μην είχα γράψει ποτέ. Τις πρώτες 40 σελίδες του βιβλίου τις έγραψα δύο και τρεις φορές, γιατί στο πρώτο χέρι δεν ήταν καθόλου καλές. Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη στον Μιχάλη, τον άντρα μου, ο οποίος με στήριξε πάρα πολύ τόσο στη διάρκεια της περιπέτειας της υγείας μου όσο και κυρίως στη διάρκεια του γραψίματος». – Είπαν και για εσάς οι γιατροί να σας αφήνουν ελεύθερη στις αναζητήσεις σας στους δρόμους,όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα;

    «Οχι, αυτό είναι στοιχείο φανταστικό του μυθιστορήματος. Αλλά είναι φανερό ότι η γυναίκα αυτή ως ένα μεγάλο σημείο της είμαι εγώ, αφού τα βιβλία της όπως αποκαλύπτεται στο τέλος είναι τα δικά μου. Ασφαλώς πιστεύω ότι δεν θα έφθανα στο σημείο να πάω σε ένα ταβερνείο στον Κολωνό και να κλειστώ. Κλείστηκα σε μια άλλου είδους κουζίνα, τη συγγραφική μου κουζίνα».

    – Και απ΄ ό,τι φαίνεται,ξαναβρήκατε τη συγγραφική σας δεξιοτεχνία.Ή μήπως δεν τη χάσατε ποτέ;

    «Προφανώς. Αλλά φοβόμουν να βουτήξω».

    – Γιατί θέλει να δει τη θάλασσα η ηρωίδα σας; Η θάλασσα είναι το ταξίδι;

    «Ναι, πάντα. Σ΄ εμένα συμβολικά από τη “Μεγάλη Πράσινη” η θάλασσα είναι το στοιχείο της ελευθερίας, της απελευθέρωσης και του ονείρου. Είναι ένας ανοιχτός ορίζοντας».

    – Μαζί με τους μάστορες,τις γνώριμες φιγούρες,τα φαντάσματα και τις ιστορίες τους,έχουμε το παιχνίδι των γεύσεων τώρα.Είναι αυτό ένα καινούργιο χαρακτηριστικό στη γραφή σας;

    «Ναι, διότι είναι βασικό στοιχείο. Για την ανάκτηση της μνήμης η γεύση και η όσφρηση είναι οι αισθήσεις που βοηθούν πολύ περισσότερο. Διάβασα πάρα πολλά θεωρητικά βιβλία γύρω από τη βιωματική μνήμη και το πώς ανακαλούνται οι μνήμες μέσα από τις γεύσεις. Επρεπε να βρω ποια φαγητά θα με εξυπηρετούσαν, δεν ήθελα να βάλω εξεζητημένες γεύσεις, δεν ήθελα να κάνω μια επίδειξη μαγειρικής και γνώσεων. Είναι απλά τα φαγητά που μαγειρεύω στο βιβλίο. Και θα ήταν επικίνδυνο αλλιώς, δεν ήθελα να κάνω έναν οδηγό μαγειρικής. Απλώς η γυναίκα πατάει στα φαγητά, στις γεύσεις, και πηγαίνει πίσω όχι στη δική της μνήμη αλλά των άλλων πρώτα. Και εκείνη διαπιστώνει ότι όντως από τη γεύση μπορείς να οδηγηθείς στη μνήμη».

    – Το μυθιστόρημα που γράψατε είναι πολύ εύθυμο τελικά,σαν να γιορτάζετε την ανάκτηση της χαμένης ταυτότητας.Και αυτή τη φορά δεν προτιμήσατε την επαρχία ή τον Θεσσαλικό κάμπο αλλά το κέντρο της Αθήνας…

    «Είναι υπαρκτό το μέρος». – Υπάρχει η ταβέρνα «Ο κήπος της Εδέμ»;

    «Δεν είναι ταβέρνα, είναι σπίτι κλειστό. Εχει τα βουλκανιζατέρ, τα μηχανουργεία, ακριβώς κάτω από τον σταθμό Λαρίσης. Αν πάει κανείς, θα δει ένα διώροφο, έτσι όπως περιγράφεται, μόνο που είναι θεόκλειστο από χρόνια. Πάντα κάνω αυτοψία στους τόπους όπου εκτυλίσσονται τα βιβλία μου».

    – Στη συνέχεια όμως σχεδιάζετε άφθονες ανατροπές στην αφήγηση και το πραγματικό μπερδεύεται με το φανταστικό.Σας αρέσει να ξεγελάτε τον αναγνώστη;

    «Δεν ξέρω αν είναι τόσο πολύ συνειδητό. Ειδικά σε αυτό το βιβλίο, επειδή δεν έχει ένα στόρι, δεν έχει μια φοβερή πλοκή ώστε να το προετοιμάσεις από πριν και να ξέρεις πού θα πάει, και επειδή δεν ήμουν σε θέση και να το κάνω, αφέθηκα στη ροή του πράγματος».

    – Οι απαντήσεις δεν δίνονται από εσάς ούτε κατά λάθος.Αφήνετε πάντα να αποφασίσει ο αναγνώστης;

    «Μα τον θεωρώ- αν και δεν είναι δόκιμο- συν-συγγραφέα. Ο αναγνώστης συμμετέχει. Εγώ περιγράφω έναν τόπο και αυτός μπορεί να φανταστεί έναν άλλον. Δεν περιγράφω ποτέ πώς είναι οι ήρωες και οι ηρωίδες μου, χαρακτηριστικά και τέτοια, δεν το έχω κάνει ποτέ, δεν ξέρω πώς είναι. Ακόμη και εδώ που αυτή είναι κατά ένα μέρος της εγώ, πάλι δεν την έχω στο μυαλό μου, πέρα από το ότι έχει χάσει τα μαλλιά της. Και εγώ τα είχα χάσει, από το στρες και την κορτιζόνη».

    – Και όλο αυτό το χιούμορ πού το αντλήσατε έπειτα από τέτοια περιπέτεια; Ειδικά οι περιγραφές με τη γάτα…

    «Μα η γάτα είναι ηρωίδα. Μπορώ να σε ρωτήσω αν κατάλαβες ποιος είναι ο Μιχαήλ;».

    – Οχι,ποιος είναι; Ο Μιχαήλ Αγγελος; «Ακριβώς. Εμείς στη Σύμη είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με τον αρχάγγελο του θανάτου. Τον τιμάμε πολύ αλλά τον θεωρούμε και πολύ “δικό μας” άνθρωπο. Καταφεύγουμε σε αυτόν εύκολα. Ακόμη και οι πιο δύσπιστοι. Στη Σύμη ο αρχάγγελος Μιχαήλ είναι χειροπιαστός, είναι ένας από μας. Και εδώ φαντάστηκα έναν αρχάγγελο ο οποίος στενοχωριέται γι΄ αυτό που κάνει. Γι΄ αυτό και όταν επιστρέφει κάνει πάντα φασαρία, σπάει πιατικά ή πετάει παιδικά παιχνίδια. Δεν ήθελα όμως αυτό να είναι βάρβαρα φανερό».

    – Αναγνωρίζετε ότι υπάρχει ένα ύφος Φακίνου;

    «Το έχει πει- και το θεωρώ μεγάλο παράσημο- ο Κώστας Σταματίου. Με τρία βιβλία, την “Αστραδενή”, το “Εβδομο ρούχο” και τη “Μεγάλη Πράσινη”. Εντάξει. Σε άλλους αρέσει, σε άλλους μπορεί να μην αρέσει».

    Archive
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk