Πώς μπορεί να ορίσει ένας νέος δημιουργός την επιτυχία; Και, πολύ περισσότερο, πώς μπορεί άραγε να τη διαχειριστεί; Οταν, για παράδειγμα, το ένα σου βιντεοκλίπ, για το τραγούδι «Κούπες», μετρά από τον Φεβρουάριο του 2016 έως σήμερα σχεδόν 12.000.000 προβολές και το άλλο, για τη «Μάντισσα», αγγίζει μέσα σε διάστημα ενός μήνα τις 10.000.000 προβολές, τότε αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει κάτι. Και για εσένα αλλά και για το κοινό σου. Δεν χρειάζονται μαντικές ικανότητες!
Η Μαρίνα Σάττι, περί ης ο λόγος, κατάφερε αυτές τις περίπου 30 ημέρες να γίνει «talk of the town». Ποια είναι ακριβώς; Εχει σηκωμένη τη μύτη της ή παραμένει προσγειωμένη; Μόνο στο ΥouΤube θα ακούμε/βλέπουμε τα τραγούδια της; Δεν θα βγάλει άλμπουμ, δεν θα δώσει συναυλία; Τι βίντεο ήταν αυτό που τους έκανε όλους να ασχολούνται μαζί της; Σιγά, πιο απλό δεν γινόταν; Και η μουσική ποπ με πινελιές από παράδοση; Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είναι… μερικά μόνο από όσα συζητιούνται για τη νεαρή ερμηνεύτρια μετά τη «Μάντισσά» της.
Ενδεχομένως κάποια από αυτά να μην είναι και τόσο άστοχα. Τι έκανε; Πήρε την παρέα της, κατέβηκαν στην Κεντρική Αγορά της Αθήνας, και δη στη Σωκράτους και στην Αθηνάς, και έκαναν αυτό που κάνουν πολλοί νέοι. Χόρευαν στους δρόμους. Downtown. Περισσότερο downtown δεν γινόταν. Χωρίς μακιγιάζ, χωρίς ειδικό φωτισμό, χωρίς να έχουν απομακρύνει τους περαστικούς, χωρίς να έχουν πάρει άδεια για να κλείσουν οι δρόμοι. «Με μια απλή κάμερα έγιναν όλα. Και μάλιστα ο κόσμος που μας κοιτά δεν είναι στημένος. Είναι όλα αυθόρμητα και αληθινά. Οπως θα έβγαινα με την παρέα μου από ένα μπαρ ή κλαμπ και θα χορεύαμε στους δρόμους. Τι το παράξενο; Ολοι δεν το έχουν κάνει; Εσείς δεν το έχετε κάνει;» αναρωτιέται η Μαρίνα Σάττι στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ΒΗΜΑgazino εν όψει και της εμφάνισής της στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής στις 12 Ιουλίου.
Σημασία, φυσικά, δεν έχει τι κάνω εγώ αλλά εκείνη. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Δεκεμβρίου κάποιας χρονιάς από πατέρα Σουδανό και μητέρα Ελληνίδα, μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης, ασχολήθηκε με το πιάνο, σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ, κλασικό τραγούδι, θέατρο και χορό. Επιπλέον, κέρδισε υποτροφία για το περίφημο Μουσικό Κολέγιο Μπέρκλεϊ των ΗΠΑ, από όπου αποφοίτησε το 2011 με εξειδίκευση στη Σύγχρονη Σύνθεση – Παραγωγή και στη Μουσική για Κινηματογράφο. Ως τραγουδίστρια έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως οι Μπόμπι Μακ Φέριν, Γουέιν Σόρτερ, Ντανίλο Πέρες,Μάριος Φραγκούλης, Αλέκα Κανελλίδου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χρήστος Θηβαίος κ.ά. Το 2007 ερμήνευσε το τραγούδι «Sugartown» στην ομώνυμη ταινία του Κίμωνα Τσακίρη (Βραβείο κοινού στο Β’ Φεστιβάλ Κοινού Κύπρου), ενώ δύο χρόνια μετά, το 2009, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή περιοδεία της European Jazz Orchestra (EBU). Επιπλέον, το 2010 τραγούδησε στο Kennedy Center στην Ουάσιγκτον με το World Jazz Nonet. Δεν έχει πει όχι ούτε στο θέατρο ή στην τηλεόραση, ενώ προσφάτως εμφανίστηκε ως Αρετούσα στον «Ερωτόκριτο» του Δημήτρη Μαραμή, που παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο ΚΠΙΣΝ.
Δεν ξέρω αν είναι πολλά, αλλά λίγα σίγουρα δεν είναι, αν και η ίδια σημειώνει ότι «ακόμη παρατηρώ αλλά δεν έχω καταλήξει». Σε αυτό που έχει καταλήξει είναι ότι δουλεύει πολύ, όπως για παράδειγμα συνέβη με τη «Μάντισσα». Θέλει όλα να περνούν από τα χέρια της: «Είμαι συγκεντρωτική», θα σχολιάσει, «και θέλω να κάνω πράγματα που μου αρέσουν. Για παράδειγμα, έφτιαξα ένα τραγούδι που μου άρεσε. Ηχοι ποπ και παραδοσιακοί. Με αντιπροσωπεύουν. Είναι αυτό που είμαι. Είμαι από την Ελλάδα, είμαι από το Σουδάν. Μπορεί να μου αρέσει ο Μπέλα Μπάρτοκ, αλλά έχω μεγαλώσει με ποπ. Στο βίντεο δεν ήθελα ούτε ιδιαίτερα ρούχα, ούτε μακιγιάζ, ούτε φωτισμούς. Ηθελα να εστιάσω στους ανθρώπους. Μου αρέσει πολύ αυτό το σημείο της Αθήνας. Τις διαθέσεις μπορούμε εμείς να τις επιβάλουμε και όχι το περιβάλλον. Ισως ο χώρος είναι γκρίζος, αλλά ας τον μεταμορφώσουμε. Ζω σε αυτήν την Αθήνα. Την γκρι Αθήνα που στους δρόμους έχει σκουπίδια, ναρκωτικά, πόρνες. Και εγώ για αυτήν την πόλη θέλω να γράψω και να βγω με τις φίλες μου να το χορέψουμε στους δρόμους. Ακόμη και αν δεν γίνεται, να προσπαθήσουμε να γίνει».
Είτε το παραδέχεται είτε όχι, η Μαρίνα Σάττι, σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, της κουβέντας καλύτερα, έκανε σχέδια. Σχέδια όχι μόνο για τη δουλειά της αλλά και για τη ζωή της. «Με ρωτάς ποια είμαι… Τώρα τελευταία κάθε συνέντευξή μου είναι και ένα… ντιβάνι. Ξέρεις τι είμαι, λοιπόν, ένα κορίτσι που κάθε ημέρα μαθαίνω πολλά πράγματα για μένα. Μου αρέσει να αλληλεπιδρώ με το περιβάλλον. Αυτό που με έχει τρελάνει τον τελευταίο καιρό σαν σκέψη
–και πράξη –είναι ότι μπορώ να φτιάξω εγώ τη ζωή μου».
Αυτό που αφήνει να εννοηθεί η Μαρίνα Σάττι είναι ότι από την εφηβεία της έπιανε τον εαυτό της να είναι politically correct. «Ηθελα να μην κάνω λάθος, να είναι όλα σωστά, να μην «ενοχλήσω» κανέναν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην περνώ ποτέ από τη θεωρία στην πράξη για να μη με κρίνουν άσχημα. Και αυτό με πήγαινε πίσω. Δεν έκανα ποτέ κάτι. Απλώς έφτιαχνα μια… ταινία στο μυαλό μου, όπου το σενάριο ήταν η ιδέα που είχα. Και έμενε εκεί. Παλιά απαντούσα με ένα ναι ή ένα όχι. Ερχόταν, για παράδειγμα, ένα αγόρι και έπρεπε να απαντήσω εγώ στην πρόταση. Τώρα πλέον μπορώ να φτιάξω εγώ την πρόταση».
Ολα αυτά, όμως, ανήκουν στο παρελθόν. Σήμερα απολαμβάνει αυτό που κάνει: «Μου αρέσει να μαθαίνω πράγματα, να παρατηρώ». Της αρέσει να ζει, να παίρνει τη ζωή στα χέρια της. «Ναι, κάνω αυτά που νιώθω. Αλλά κάνω και λάθη. Δεν με νοιάζει όμως… Με ενδιαφέρει να δρω. Νιώθω ότι έχω κάνει μεγάλες αλλαγές στη ζωή μου. Μικρότερη ήμουν φοβισμένη και δεν είχα το θάρρος της γνώμης μου. Με ένοιαζε πολύ τι θα έλεγαν οι άλλοι. Μην προκαλέσω, μην ενοχλήσω. Το αν θα ζήσω δεν μπορεί να εξαρτάται από κάποιον άλλο. Ο,τι γίνεται γίνεται τώρα. Το αύριο είναι το άθροισμα των πολλών τώρα».
Την περυσινή Πρωτοχρονιά κάθισε σπίτι της με τη μητέρα της, δεν γιόρτασε όπως συνηθίζουμε όλοι μας, έβαλε τον εαυτό της απέναντί της και πολύ απλά τον ρώτησε: «Τι θέλεις, κουκλίτσα μου; Ποιος σε εμποδίζει να κάνεις αυτό που θέλεις;». Και η απάντηση από την… κουκλίτσα ήρθε αυθόρμητα: «Εκεί που κωλώνω θέλω να βρω τον τρόπο να μην κωλώνω πια».
Η αλήθεια είναι ότι και πιτσιρίκα, όταν ήταν μαθήτρια, στο δημοτικό σχολείο, δεν κώλωσε σε ό,τι αφορούσε/αφορά την καταγωγή της. «Κοιτάξτε να δείτε. Τα παιδιά του δημοτικού είναι κάπως σκληρά. Και αυτό που δεν γνωρίζουμε το θεωρούμε απειλή. Δηλαδή, αν κάποιο παιδάκι δεν έχει ξαναδεί κάποιον μαύρο –όπως κάποιοι συμμαθητές μου στην Κρήτη. Ο μπαμπάς μου είναι μαύρος –τους φαινόταν περίεργο. Εγώ ντρεπόμουν όταν ερχόταν να με πάρει από το σχολείο. Ομως δεν ξέρω αν προέκυπτε από τους γύρω μου αυτή η ντροπή ή μόνο από τη δική μου ενοχή. Ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει, αλλά το πόσο χώρο θα δώσουμε σε αυτό εμείς μέσα μας έχει να κάνει με εμάς. Παλιά, για παράδειγμα, όταν κάποιος με έλεγε παχουλούλα, με πείραζε. Σήμερα, αν πάρω κάποια κιλά και μου το πει κάποιος, δεν θα με πειράξει. Ο ρατσισμός έχει να κάνει με οτιδήποτε το διαφορετικό. Επειδή με λένε Σάττι και τον αδελφό μου Σαρίφ, κάποιος στέκεται σε αυτό… Επειδή είναι το πιο προφανές».
Εξίσου προφανές είναι πως η Μαρίνα Σάττι θέλει πλέον να ζήσει τη ζωή της όπως εκείνη επιθυμεί. Με τους δικούς της κανόνες και τις δικές της αξίες. «Δεν είμαι γνώστης των πολιτικών πραγμάτων, αλλά αν, για παράδειγμα, πρέπει να βοηθήσουμε τον ξάδελφό μας σε ένα πρόβλημά του, τότε πρέπει να βοηθήσουμε όλους όσοι έχουν προβλήματα. Πάντα υπάρχουν στη ζωή τα συν και τα πλην. Δεν μπορούν να είναι όλα εύκολα. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι η κοινωνική χύτρα κάπως πρέπει να εκτονώνεται. Να ανοίγει η βαλβίδα. Διαφορετικά, θα γίνει η έκρηξη». Γιατί, όμως, να μην είναι εύκολα τα πράγματα στη ζωή; «Κοιτάξτε. Πηγαίνεις στο σχολείο, αρχίζεις από το «α» για να φθάσεις κάποια στιγμή στα 30 σου να συντάξεις ένα κείμενο, μια θέση, αν σου δοθεί η ευκαιρία. Ποιος είπε λοιπόν ότι η ζωή δεν έχει πόνο; Ξέρετε γιατί πονάμε όταν μαθαίνουμε πράγματα; Επειδή δεν τα έχουμε μάθει λίγο λίγο… Δεν χρειάζεται να ζούμε για το αποτέλεσμα. Πρέπει να μάθουμε να διαβάζουμε τις ανάγκες μας».
Σε μια συζήτηση δύο ωρών δεν μπορείς να καταλάβεις ακριβώς ποιον άνθρωπο έχεις απέναντί σου και πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για μια συνέντευξη η οποία θα τυπωθεί, θα κυκλοφορήσει και ό,τι πεις θα μείνει. Η Μαρίνα Σάττι δεν μπορώ να γνωρίζω με τι διάθεση ξύπνησε και ήρθε στο ραντεβού μας, αλλά το σίγουρο είναι ότι ήθελε να μιλήσει, να επικοινωνήσει. Η επιτυχία της «Μάντισσας» δεν την έχει κάνει ψώνιο. Ή μάλλον την έχει κάνει σύμφωνα με τους δικούς της κώδικες: «Είναι φορές που νιώθω ότι μπορώ να επηρεάσω κάποιους ανθρώπους μέσα από τη δουλειά μου. Ψωνάρα; Ναι, είμαι ψωνάρα. Προτιμώ να είμαι για αυτό παρά για κάτι άλλο».
Στις δύο αυτές ώρες δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της για τη ζωή και τους ανθρώπους. «Πιστεύω σε όλα, στη δύναμη του κάθε ανθρώπου, σε εμένα, στους άλλους γύρω μου. Στο ότι μπορεί να υπάρχει εμπιστοσύνη… Αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει αγάπη, πού πάμε, πού ζούμε…». Οσο για τα μελλοντικά της σχέδια, δεν δείχνει να βιάζεται. Υπάρχουν πολλά τραγούδια στο συρτάρι και πολλές άλλες ιδέες. «Θα γίνουν όταν έρθει ο καιρός τους». Μια πρώτη γεύση θα πάρουμε στις 12 Ιουλίου. l
Μαρίνα Σάττι + Fonέs: Κήπος Μεγάρου Μουσικής, στις 12 Ιουλίου.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 18 Ιουνίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ