Διοικητικά πρόστιμα από 50.000 ευρώ μέχρι και 5 εκατομμύρια ευρώ, που θα βαρύνουν νομικά πρόσωπα σε βάρος των οποίων έχει προηγουμένως ασκηθεί ποινική δίωξη, προτίθεται να επιβάλει το υπουργείο Δικαιοσύνης σε συνεργασία με τις εισαγγελικές αρχές, και δη την Εισαγγελία Διαφθοράς.
Οι Αρχές φέρονται αποφασισμένες να συστηματοποιήσουν την επιβολή κυρώσεων, αξιοποιώντας άρθρο που εμπεριέχεται ήδη στον νόμο για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος αλλά εν πολλοίς παρέμενε ανενεργό (πρόκειται για προσθήκη του 2014 σε παλαιότερο νόμο του 2008). Αρκεί ένα αίτημα των Εισαγγελέων Διαφθοράς προς τον αρμόδιο υπουργό μετά την άσκηση ποινικής δίωξης.
Η πρακτική φέρεται ως διαδεδομένη σε άλλες χώρες, αποτελώντας χρήσιμο εργαλείο για την εισροή εσόδων στο δημόσιο ταμείο από υποθέσεις που κυνηγά η Δικαιοσύνη.
Φέρεται μάλιστα να συζητήθηκε στις επαφές που είχαν προ ολίγων εβδομάδων οι εισαγγελείς Διαφθοράς, υπό την κυρία Ελένη Τουλουπάκη, και εκπρόσωποι του υπουργείου Δικαιοσύνης με στελέχη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στο Παρίσι, για την αξιολόγηση της χώρας σε ζητήματα Διαφθοράς.
Γεγονός είναι, πάντως, ότι η χρονική στιγμή κατά την οποία εκδηλώνεται η συγκεκριμένη πρόθεση είναι κομβική, κάνοντας την τελευταία να μοιάζει με «αντίβαρο» μετά τις εξελίξεις της περασμένης Τρίτης. Γιατί στις 27 Ιουνίου δημοσιοποιήθηκε η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με την οποία κρίνονται αντισυνταγματικές οι συνεχείς παρατάσεις παραγραφής φορολογικών υποθέσεων, ορίζεται η πενταετία ως εύρος παραγραφής, και ως εκ τούτου δυναμιτίζεται το «οικοδόμημα» της κυβέρνησης για λαβράκια φοροδιαφυγής, στις περίφημες λίστες (Λαγκάρντ, Μπόργιανς κ.τ.λ.), με ελέγχους που ξεκινούσαν από το 2000 και εκτείνονταν ως σήμερα.
Η απόφαση του ΣτΕ συζητήθηκε πολύ, καθώς μεταξύ άλλων βάλθηκε να τη σχολιάσει εμμέτρως ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας κ. Παύλος Πολάκης, πλην όμως με αμετροέπεια.
Τέτοια που προκάλεσε την έκδοση ανακοίνωσης από την Ενωση Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ, με βάση την οποία του καταλογίζεται «αστοιχείωτη κριτική», που «προσφέρει κακή υπηρεσία στον τόπο και στους πολίτες». «Κρατικοί λειτουργοί και δημόσια πρόσωπα που ασκούν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις επιβάλλεται να έχουν υποτυπώδη, έστω, γνώση των εξελίξεων στον νομικό πολιτισμό διότι η αστοιχείωτη κριτική προσφέρει κακή υπηρεσία στον τόπο και τους πολίτες» υπογραμμίζουν συγκεκριμένα οι δικαστικοί λειτουργοί. Και συμπληρώνουν: «Το Δικαστήριο, συνεπές προς την προγενέστερη νομολογία του και ομοφώνως, ακολούθησε τις γενικές αρχές και τους κανόνες οι οποίοι ισχύουν σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο θέμα αυτό και αποτυπώνονται στη νομολογία τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Οι αρχές αυτές αποτελούν δικαιοκρατικές εγγυήσεις, που ισχύουν σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο, και αφορούν όλους, ανεξαιρέτως, τους πολίτες».
Η συζήτηση εντάθηκε με αφορμή και τα στοιχεία που κοινοποίησε η υφυπουργός Οικονομικών κυρία Κατερίνα Παπανάτσιου απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή της ΝΔ κ. Κώστα Σταϊκούρα, αποδεικνύοντας ότι οι προσδοκίες της κυβέρνησης για έσοδα από τις λίστες απέχουν έτη φωτός από την πραγματικότητα.

Τι λέει η απόφαση του ΣτΕ

Στο σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η ταχύτητα των εξελίξεων σε όλους τους τομείς, μεταξύ των οποίων και ο οικονομικός και ο επιχειρηματικός, επιβάλλει προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος την ταχύτητα κατά το δυνατόν εκκαθάρισης των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, προκειμένου να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, να γνωρίζουν τις οφειλές τους επικαίρως και κατά τακτά και σχετικώς μικρά χρονικά διαστήματα διότι η συσσώρευση των οφειλών πολλών ετών, λόγω της μη παρόδου μακρού χρόνου διενέργειας ελέγχου για περισσότερα έτη και εκδόσεως των σχετικών καταλογιστικών πράξεων και η αξίωση συγχρόνου καταβολής αυτών, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ