Είναι το μεγαλύτερο όργανο του σώματός μας, υπεύθυνο για την προστασία του οργανισμού από τους εξωτερικούς «εχθρούς» που καραδοκούν, και για τον λόγο αυτόν πρέπει να το προσέχουμε από μικρή ηλικία. Το δέρμα μας αποτελεί το «σύνορο» που μας διαχωρίζει αλλά και μας ενώνει με τον έξω κόσμο, και αυτές οι λεπτές ισορροπίες πρέπει να τηρούνται ώστε να αποτελεί τη χρήσιμη «πανοπλία» μας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Οπως είναι επόμενο, ως ζωντανός οργανισμός αντιλαμβάνεται και αντιδρά στις αλλαγές του περιβάλλοντός του. Μια νέα μελέτη ειδικών του Πανεπιστημίου Αθηνών η οποία «χαρτογραφεί» τις νόσους που πλήττουν το ανθρώπινο δέρμα κατά την παιδική ηλικία μετατρέπεται ουσιαστικώς σε βαρόμετρο που καταγράφει τις αλλαγές του ίδιου του τρόπου ζωής μας οι οποίες «χαράζονται» στο… πετσί μας. Οπως φαίνεται και από τα καινούργια ευρήματα, είναι σημαντικό οι σύγχρονες κοινωνίες να μην αφήσουν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο παιδικό δέρμα, αφού εκείνο έχει μπροστά του μεγάλο και δύσκολο δρόμο να διανύσει προκειμένου να λειτουργεί ως απρόσβλητη «ασπίδα» του σώματος ως τα βαθιά γεράματα.


Η μελέτη

Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε online στις 17 Ιανουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό «International Journal of Dermatology», διεξήχθη από ειδικούς του Τμήματος Δερματολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με επικεφαλής την αναπληρώτρια καθηγήτρια Δερματολογίας και υπεύθυνη του Παιδοδερματολογικού Τμήματος και του Τμήματος Αλλεργιών Δέρματος στο νοσοκομείο «Aνδρέας Συγγρός» κυρία Αλεξάνδρα Κατσαρού και υπό την επίβλεψη του καθηγητή Δερματολογίας κ. Ανδρέα Κατσάμπα (συμμετείχαν επίσης οι κυρίες Μελίνα Αρμενάκα, Μαρία Κοσμαδάκη, Ειρήνη Λαγογιάννη, Βασιλική Βοσυνιώτη, Αννα Τάγκα και Χριστίνα Στεφανάκη).

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία που αφορούσαν 4.071 παιδιά ηλικίας μέχρι 12 ετών (το 79,1% αφορούσε ελληνόπουλα, ενώ το 20,9% παιδιά μεταναστών) τα οποία κατέφυγαν στο νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός», όπου τους έγινε εξέταση και διάγνωση μεταξύ Δεκεμβρίου 2005 και Αυγούστου 2007. Οι ειδικοί δεν αρκέστηκαν όμως μόνο στην καταγραφή αυτών των περιπτώσεων αλλά προχώρησαν ένα βήμα πιο πέρα συγκρίνοντας τα πρόσφατα στοιχεία με εκείνα που αφορούσαν 12.700 παιδιά που είχαν διαγνωσθεί με δερματικές νόσους και πάλι στο ίδιο νοσοκομείο δύο ως τρεις δεκαετίες νωρίτερα (συγκεκριμένα το 1977, το 1980 και το 1983).


Τα παιδιά μας σήμερα

Οπως προέκυψε, τα πρωτεία των παιδικών δερματοπαθειών κατείχε η δερματίτιδα / έκζεμα (34,7%) – με την ατοπική δερματίτιδα να εμφανίζεται σε ένα στα πέντε παιδιά (συγκεκριμένα σε ποσοστό 20,7% των μικρών συμμετεχόντων). Ο επιβλέπων της νέας μελέτης κ. Κατσάμπας μιλώντας στο «Βήμα» εξηγεί: «Ορισμένα παιδιά έχουν την ιδιότητα της ατοπίας, της υπερευαισθησίας δηλαδή του οργανισμού σε διάφορους ερεθιστικούς παράγοντες, η οποία εκφράζεται με τρεις μορφές: είτε με ατοπικό έκζεμα είτε με αλλεργική ρινίτιδα είτε με βρογχικό άσθμα. Η πιο συνηθισμένη εκδήλωση είναι το ατοπικό έκζεμα: τα παιδιά μετά την ηλικία των έξι μηνών ως και τα επτά-οκτώ έτη τους εμφανίζουν έκζεμα στο δέρμα που συνήθως παρουσιάζεται στο πρόσωπο και στις καμπτικές επιφάνειες των άκρων – αγκώνες, γόνατα – και το οποίο συνοδεύεται από πολύ μεγάλη ξηρότητα και κνησμό. Πρόκειται για μια κληρονομική κατάσταση, η οποία όμως ενεργοποιείται από αλλεργιογόνα, όπως τα ακάρεα της οικιακής σκόνης και η γύρη».

Σεβαστό, σύμφωνα με τα στοιχεία, ήταν επίσης το ποσοστό παιδικών δερματικών λοιμώξεων (19,3%), ενώ ακολουθούσαν σε συχνότητα εμφάνισης οι σπίλοι (5,6%), η ψώρα – μεταδοτική πάθηση του δέρματος, η οποία οφείλεται στο άκαρι Sarcoptes scabiei και χαρακτηρίζεται από βασανιστικό κνησμό (4,8%) – και τα τσιμπήματα εντόμων (4,3%). Σε ό,τι αφορά τις λοιμώξεις, κατεγράφησαν κυρίως ιογενείς (12%) σε σύγκριση με βακτηριακές (3,7%) και μυκητιακές (3,6%) – πάντως οι ιογενείς λοιμώξεις φάνηκε να έχουν «προτίμηση» στα ελληνόπουλα, ενώ στους μετανάστες παρουσιαζόταν αυξημένος κίνδυνος κυρίως βακτηριακών λοιμώξεων. Η αύξηση των ιογενών λοιμώξεων αποδίδεται κυρίως στον μεγαλύτερο συγχρωτισμό των παιδιών σε κλειστούς χώρους, όπως είναι οι παιδότοποι.

Αύξηση σε έκζεμα και σπίλους

Ιδού όμως τι έδειξε η σύγκριση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος: Πριν από τρεις δεκαετίες τα παιδιά ζώντας πιθανώς σε ένα πιο ταιριαστό για αυτά «αθώο» περιβάλλον εμφάνιζαν έκζεμα, ιογενείς λοιμώξεις και σπίλους σε μικρότερη συχνότητα. Αντιθέτως, σε υψηλότερη συχνότητα παρουσίαζαν βακτηριακές και μυκητιακές λοιμώξεις (πιθανότατα λόγω χειρότερων συνθηκών διαβίωσης) ενώ γίνονταν και πιο εύκολα «θύματα» των εντόμων (πιθανώς εξαιτίας ανεπαρκούς χρήσης εντομοαπωθητικών προϊόντων).

Συγκεκριμένα τα ποσοστά εκζέματος ήταν 32,5% 25-30 χρόνια νωρίτερα ενώ έφθαναν το 34,7% το 2005-2007. Διπλασιασμός κατεγράφη στις ιογενείς λοιμώξεις μέσα στα τελευταία περίπου 30 έτη (από 5,8% σε 12%), ενώ σχεδόν τριπλάσια ήταν τα ποσοστά των σπίλων (από 2% σε 5,6% μέσα στις τελευταίες τρεις δεκαετίες).

Μείωση σε τσιμπήματα και βακτηριακές λοιμώξεις

Στον αντίποδα, η ψώρα, τα τσιμπήματα εντόμων καθώς και οι βακτηριακές και μυκητιακές λοιμώξεις παρουσίασαν μείωση τις τελευταίες δεκαετίες σύμφωνα με τα νέα ευρήματα (μείωση στα ποσοστά ψώρας κατά 0,6%, κατά 1% σε ό,τι αφορά τα τσιμπήματα, κατά 6,8% σε ό,τι αφορά τις βακτηριακές λοιμώξεις και κατά 3,7% σε ό,τι αφορά τις λοιμώξεις εξαιτίας μυκήτων).

Τι μαρτυρούν αυτές οι διαφορές των ποσοστών από το χθες στο σήμερα; Είναι ουσιαστικώς σαν να μιλάει το παιδικό δέρμα για τον κόσμο όπου ζούσαμε και ζούμε… Οπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» η επικεφαλής της νέας μελέτης κυρία Κατσαρού, η αύξηση της ατοπικής δερματίτιδας αποτελεί ένα σύγχρονο φαινόμενο που δεν γνωρίζει σύνορα – τουλάχιστον στον ανεπτυγμένο κόσμο. «Εμφανίζεται όπου επικρατεί το δυτικό μοντέλο του τρόπου ζωής». Η ειδικός σημειώνει ότι υπάρχουν πολλές και διαφορετικές θεωρίες σχετικά με τα αίτια του φαινομένου, εκ των οποίων δεν έχει αποδειχθεί καμία πέραν πάσης αμφιβολίας. «Μια από τις επικρατούσες θεωρίες αφορά την αποκαλούμενη “υπόθεση της υγιεινής”, σύμφωνα με την οποία στα σύγχρονα παιδιά, τα οποία είναι κλεισμένα σε ένα “αποστειρωμένο” περιβάλλον, εμφανίζεται μια ανοσολογική τροπή, με αποτέλεσμα να γίνονται πιο ευάλωτα απέναντι στους “εχθρούς” του ανοσοποιητικού. Τα τελευταία χρόνια κατηγορείται και το στρες, αλλά και η ρύπανση της ατμόσφαιρας, για αυτή τη φαινοτυπική αύξηση του εκζέματος».

Το «χημικό» περιβάλλον μας κοστίζει

{{{ moto }}}Από την πλευρά του ο κ. Κατσάμπας τονίζει ότι όλοι οι δρόμοι της σύγχρονης εποχής μας φαίνεται να οδηγούν στο παιδικό έκζεμα. Οπως λέει, τα τελευταία χρόνια στις ανεπτυγμένες, βιομηχανοποιημένες χώρες παρουσιάζεται αύξηση των περιπτώσεων ατοπικής δερματίτιδας, γεγονός που μαρτυρεί ότι το ολοένα και πιο «χημικό» περιβάλλον στο οποίο καλούμαστε να ζήσουμε κοστίζει ακριβά στο δέρμα (και όχι μόνο) των παιδιών μας. «Στην Ελλάδα τα ποσοστά παιδικού εκζέματος ήταν χαμηλότερα από εκείνα των βιομηχανοποιημένων χωρών της Βόρειας Ευρώπης, ωστόσο έχουν εμφανίσει σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια, γεγονός που μαρτυρεί ότι και το δικό μας περιβάλλον τείνει να γίνει… εχθρικό προς το παιδικό δέρμα».

Σε ό,τι αφορά τις βακτηριακές λοιμώξεις και τις παρασιτώσεις, η κυρία Κατσαρού σημειώνει ότι αυτές σχετίζονται συχνά με τις συνθήκες του τρόπου διαβίωσης. «Με δεδομένο ότι οι συνθήκες ζωής σε σχέση με το παρελθόν έχουν βελτιωθεί, είναι λογικό να παρατηρείται μείωση στις βακτηριακές λοιμώξεις. Και μπορεί, σύμφωνα με τα στοιχεία, να υπήρχε μεγαλύτερη αύξηση των βακτηριακών λοιμώξεων στα παιδιά μεταναστών, ωστόσο από την κλινική εμπειρία μας μπορούμε να πούμε ότι οι μετανάστες είναι γενικώς προσεκτικοί και περιποιητικοί με την υγεία των παιδιών τους».

Πού οφείλονται οι σπίλοι;

Από τη μελέτη, όπως προαναφέρθηκε, προέκυψε επίσης σημαντική αύξηση στα ποσοστά εμφάνισης σπίλων στα παιδιά του σήμερα σε σύγκριση με εκείνα πριν από μερικές δεκαετίες. Ισως όμως τα πράγματα να μην είναι τόσο ανησυχητικά, κατά την κυρία Κατσαρού. «Υπάρχει περίπτωση η καταγραφόμενη αυτή αύξηση στα πρόσφατα στοιχεία να αποδίδεται σε μεγαλύτερη εγρήγορση και αφύπνιση των γονέων, οι οποίοι έχοντας ενημερωθεί για τη σημασία της υγείας του δέρματος καταφεύγουν πιο εύκολα με τα τέκνα τους στον δερματολόγο». Στη μελέτη βέβαια μένει ανοιχτό και το ενδεχόμενο η αύξηση των σπίλων να αποτελεί (δυστυχώς) ρεαλιστική πραγματικότητα και να οφείλεται στο ότι τα παιδιά γίνονται σε μεγάλο βαθμό «έρμαια» στα απειλητικά… δόντια του ήλιου. «Υπάρχει ένα μικρό ενδεχόμενο στη βάση της αύξησης των ποσοστών των σπίλων στα παιδιά να βρίσκεται η κακή εφαρμογή ή η μη επαρκής εφαρμογή του αντηλιακού, σε συνδυασμό με την υπέρ το δέον έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί» υπογραμμίζει η καθηγήτρια.

Σε περίπτωση που αυτό το ενδεχόμενο αποτελεί απτή πραγματικότητα, κρούεται (ηχηρός) κώδων κινδύνου για τις μελλοντικές γενιές, επισημαίνει ο κ. Κατσάμπας. «Πρέπει όλοι οι γονείς να αντιληφθούν ότι οι πολλοί σπίλοι και κυρίως τα ηλιακά εγκαύματα σε μικρή ηλικία – ως τα 10-12 χρόνια της ζωής – αυξάνουν τον κίνδυνο για εμφάνιση μελανώματος, της πιο επιθετικής μορφής καρκίνου του δέρματος, στα χρόνια που έρχονται».

Σε κάθε περίπτωση, το résumé αυτής της μελέτης που «χαρτογραφεί» το δέρμα των παιδιών της πρωτεύουσας είναι, σύμφωνα με την επικεφαλής της, ότι η επίπτωση των δερματικών νόσων στα παιδιά εμφανίζει διακυμάνσεις με την πάροδο των ετών. «Οπως αλλάζουν οι συνθήκες του τρόπου ζωής από τη μια εποχή στην άλλη, έτσι αλλάζουν και τα δερματικά νοσήματα» καταλήγει η κυρία Κατσαρού. Το δέρμα μας αποτελεί ως φαίνεται τον «καθρέφτη» του κόσμου όπου ζούμε και είναι σημαντικό να μην προκαλεί… φόβο το είδωλο που αντικατοπτρίζεται σε αυτόν (ιδίως όταν το είδωλο αυτό έχει παιδικό πρόσωπο).


ΠΙΝΑΚΑΣ

Το τοπ 10 των δερματικών νόσων στα παιδιά της Αθήνας

*δείγματα 4.071 παιδιών την περίοδο 2005-2007 και 12.700 παιδιών κατά τα έτη 1977, 1980, 1983

Δερματοπάθεια Περίοδος Περίοδος
(1977, 1980, 1983) 2005-2007

Δερματίτιδα/ 32,5% 34,7%
έκζεμα

Ιογενείς
λοιμώξεις 5,8% 12%

Σπίλοι 2% 5,6%

Ψώρα 5,4% 4,8%

Τσιμπήματα
εντόμων 5,3% 4,3%

Βακτηριακές 10,5% 3,7%
λοιμώξεις

Μυκητιακές
λοιμώξεις 7,3% 3,6%

Γυροειδής 4,6% 2,4%
αλωπεκία

Ψωρίαση 2,6% 1,8%

Λεύκη 1,6% 1,4%

Πηγή: «International Journal of Dermatology»