Στη μεγάλη έρευνα της διαΝΕΟσις για το «τι πιστεύουν οι Ελληνες» (2017) αποτυπώνεται όλη η σύγχυση του καιρού αλλά και μια διαφορά κλίματος από τα πρώιμα μνημονιακά χρόνια. Για παράδειγμα, λέξεις που φαίνεται να προκαλούν αντιπάθεια όπως ο καπιταλισμός συνυπάρχουν στις απαντήσεις των ανθρώπων με μεγάλη αποδοχή των αγορών, του ιδιωτικού τομέα και της ανταγωνιστικότητας. Ενας συμπαθής σοσιαλισμός στα «σουηδικά» πρότυπα προχωράει αγκαλιά με το αίτημα για μείωση των φόρων και με τη βεβαιότητα πως το κράτος εξακολουθεί να είναι μεγάλο. Και εκεί που θα ‘λεγε κανείς πως θα είχε πάντα την ηγεμονία το μοτίβο της ενοχής του ξένου δυνάστη, έχουν αυξηθεί όσοι αναγνωρίζουν τις ενδογενείς παθογένειες σε σχέση με την κρίση και την αναπαραγωγή της.
Ρεαλισμός και παραίτηση, ατελής φιλελευθερισμός και λοξός συντηρητισμός, παραδοσιακές εμμονές και προοδευτικές εκπλήξεις δεν φτιάχνουν εδώ αντίπαλους πόλους αλλά συγχρωτίζονται εναλλάσσοντας ρόλους στη συνείδηση των πολιτών. Στην ίδια απάντηση μπορεί πια να συγκατοικούν η αρνητική στάση για τον εθνικισμό και η πιο κολακευτική ιδέα για τον ελληνισμό μας, να συγχωνεύεται ο αντικρατισμός με τη νοσταλγία για μια πειθαρχία που έχει χαθεί εξαιτίας της… αδυναμίας του κράτους!
Μπορεί κανείς απλώς να συμπεράνει πως η κοινωνία δεν ξέρει τι θέλει καταναλώνοντας τις αντιφάσεις της και την τρελή ασυνέπεια των επιθυμιών της. Οι διαρκείς υλικές και ψυχολογικές ανατροπές των χρόνων αυτών καθρεφτίζονται στις ασταθείς και αλληλοαναιρούμενες «στρατηγικές» των πολιτών.
Από διάφορες πλευρές (όχι απλώς φιλοκυβερνητικές αλλά και μέσα στην Κεντροαριστερά) προβάλλει λοιπόν η ιδέα ότι μόνο μια ισχυρή αξιακή και πολιτική διαίρεση μπορεί να συμμαζέψει αυτό το χάος. Επειδή η πολιτική παραδοσιακά αποκτά νόημα στις καθαρές και σαφείς αντιθέσεις, επανέρχεται ο λόγος για την τομή Δεξιάς και Αριστεράς και ως διέξοδος από τους δύο κινδύνους του παρόντος: την ασθένεια της πολιτικής κόπωσης αλλά και το ενδεχόμενο μιας μαζικής στροφής στον πιο ακραίο κοινωνικό συντηρητισμό (ή σε έναν δεξιό αντιευρωπαϊσμό).
Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα με αυτή την καινούργια εξιδανίκευση της τομής Δεξιάς / Αριστεράς: το ότι η εμπειρία του αντιμνημονίου και φυσικά η ίδια η κυβερνητική θητεία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εδώ και δυόμισι χρόνια, έχουν καταφέρει συντριπτικά πλήγματα στους όρους της ιδεολογίας, της κλασικής πολιτικής και των συναισθημάτων της. Ακόμα και το λεκτικό ανάθεμα στον νεοφιλελευθερισμό ή τους μύδρους κατά των ολιγαρχιών μπορεί να τα συναντήσει κανείς παντού: δεν έχουν πλέον κάτι το διακριτά αριστερό ή προοδευτικό από τη στιγμή που μπορούμε να τα διαβάσουμε και σε πρωτοσέλιδα με λαϊκο-δεξιό ή και ακροδεξιό προσανατολισμό.
Με άλλα λόγια, είναι πολύ παράδοξο να αναζητάει κανείς να βαθύνει η τάφρος Δεξιάς / Αριστεράς ενώ έχει συμβάλει με πολλούς τρόπους στη νομιμοποίηση σημαντικών πλευρών του δεξιού «αντισυστημικού» λόγου, στην επιθετική κατασυκοφάντηση κάθε φιλελευθερισμού και στην υποκατάσταση της κριτικής ανάλυσης από τη συνωμοσιολογική θέαση του κόσμου.
Εχει όμως και μια δεύτερη αδυναμία η υπόθεση πως μόνο με την ανασύσταση μιας τομής ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστερά μπορεί να απαντηθεί ο κίνδυνος της αντιπολιτικής στροφής των απογοητευμένων. Φαίνεται να αδιαφορεί για την εγγενή πολυπλοκότητα των προβλημάτων, για το ότι ακόμα και το σύγχρονο κοινωνικό ζήτημα δεν είναι η καρικατούρα της μάχης των κάτω με τους πάνω, των πλουσίων και των φτωχών. Με τον ίδιο τρόπο που και η πραγματική περιβαλλοντική μέριμνα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την οικολογία του επιλεκτικού και θεαματικού ακτιβισμού –την απούσα από τις στιγμές της κρίσης όπως φάνηκε στην ιστορία με το ναυάγιο και τη μόλυνση του Σαρωνικού.
Αν λοιπόν η σύγχυση ως προς τις αξίες και τον ιδεολογικό χάρτη είναι πραγματική και ζητάει πολιτικές απαντήσεις, είναι εξαιρετικά αβέβαιο πως η λύση θα έρθει από παραπλανητικές απλουστεύσεις. Η εποχή προσφέρεται, ασφαλώς, για ποικίλες ασκήσεις παραδοσιαρχίας και συναισθηματικής εμψύχωσης. Ασκούν κάποια έλξη οι εκδρομές στους συμβολικούς ιερούς τόπους των πολιτικών οικογενειών –μια και στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής δεν ξέρει κανείς πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο μνημόνιο.
Με ποια υλικά όμως να φτιαχτεί ξανά η «άβυσσος» μεταξύ Αριστεράς / Δεξιάς; Με το να ανασύρονται από τα υπόγεια της δεκαετίας του ’80 το φως και το σκότος, οι ηθικοί και οι ανήθικοι, οι φίλοι του λαού και οι εχθροί των φτωχών; Ή με αυτή την αντινεοφιλελεύθερη γενικολογία όπου μπορεί να στεγαστούν πλέον παλαιοί πρόεδροι των ταξιτζήδων και δάσκαλοι που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί του συντηρητικού εθνικισμού τους;
Αυτή είναι ωστόσο η ειρωνεία της περιόδου την οποία διανύουμε: τη στιγμή που στην κοινωνία πολλαπλασιάζονται πραγματικά «οι δεξιοί» –ακόμα και οι εξαγριωμένοι οπαδοί του λιγότερου κράτους που απαιτούν μαζικές απολύσεις τζημερικού τύπου –κάποιοι φαντάζονται, πάλι, τις πολιτικές παρατάξεις ως στρατόπεδα και οχυρά. Σαν να αγνοούν πως συχνά είναι η Αριστερά που καταστρέφει τις ευκαιρίες των αριστερών ιδεών και η Δεξιά –η πραγματική όμως –που περιμένει απλώς να δρέψει τους καρπούς. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ