Χαρακτηριστικά μπανανίας αποκτά όλο και περισσότερο, όλο και πιο εμφατικά η προεκλογική πολιτική διαμάχη όσο πλησιάζουμε προς τις κάλπες.

Οι τόνοι ανεβαίνουν, αλλά ανεβαίνουν σε τόνους σκανδαλοθηρικούς και προσωπικούς, αγοραίους με την πιο φτηνή εκδοχή του όρου.

Ταυτόχρονα, η ουσιαστική συζήτηση καθίσταται είδος εν ανεπαρκεία: δεν την συναντάς περίπου πουθενά – κι αυτό, την ώρα που τα ζητήματα αιχμής σε πολλά πεδία και επίπεδα, είναι φλέγοντα όσο ποτέ για τον τόπο.

Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτή απουσία ουσίας έχει δώσει τεράστιο ζωτικό χώρο στην ανακρίβεια, αν όχι και στο συνειδητό ψέμα, στην πλήρη πολλές φορές διαστρεύλωση της αλήθειας, η οποία επιτυγχάνεται ρίχνοντας την μπάλα στην κερκίδα του φανατισμού, του εξυπνακισμού και της φτηνής ατάκας χωρίς περιεχόμενο και βάθος.

Ναι, λέγονται ψέματα όλη την ώρα κι από παντού. Και όπως λέγονται, έτσι και ακούγονται, έτσι πολλοί άνθρωποι τα αποδέχονται χωρίς κανείς να θέτει θέμα ηθικής και δημοκρατικής τάξεως γι αυτά, που, τελικά, σχεδόν μονοπωλούν πλέον ανεξέλεγκτα την πορεία ενημέρωσης της κοινής γνώμης.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν σήμερα το πολιτικό σκηνικό μιας χώρας πολύ πιο χρεοκοπημένης ηθικά και, εν τέλει, πολιτισμικά, παρά οικονομικά. Αλλωστε, η οικονομική χρεοκοπία είναι αναντίρρητα προιόν της ηθικής και της πνευματικής.

Κατόπιν όλων αυτών, είναι να απορεί κανείς για το πώς διάφοροι κατά δήλωσή τους «ειδικοί» της στρατηγικής και της επικοινωνίας εντυπωσιάζονται που μόνον 83.000 νέοι μετρήθηκε ότι είδαν το προχθεσινό ντιμπέιτ, από το οποίο ο διάλογος, άρα το γεννεσιουργό αίτιο, είχε εκ προοιμίου εξοριστεί, αφήνοντας στη θέση του ένα άδειο σκέλεθρο, ένα «πουκάμισο αδειανό…

Ε, όλοι αυτοί οι ειδικοί δεν έχουν καταλάβει το τι συμβαίνει: και πολλοί είναι αυτοί οι νέοι.

Μέσα σε τέτοια καθολική και πολυεπίπεδη απαξίωση, απορεί κανείς γιατί το είδαν, ακόμα κι αυτοί.

Κανονικά, δεν θα έπρεπε να το είχε δει κανένας,.

Ούτε αυτό, ούτε τις καθημερινές πολιτικές τηλεσυζητήσεις που δεν είναι ούτε πολιτικές, ούτε συζητήσεις…