Σάββατο 26 Ιουλίου 2014
 
 
Πώς η νεωτερικότητα, παρά τις αμφισβητήσεις της, κατόρθωσε ως ιδέα να κυριαρχήσει στον εικοστό αιώνα, δεδομένου ότι η λατρεία του μοντέρνου εξακολουθεί αμείωτη; Πόσο ριζοσπαστική είναι εν τέλει και πόσο αποφασιστικά αποκόπτει τις ρίζες με το παρελθόν;

Η κυριαρχία της νεωτερικότητας

Η κυριαρχία της νεωτερικότητας
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 



Σε όλες τις δημοσκοπήσεις για τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα οι μοντερνιστές τείνουν να κατέχουν τα σκήπτρα, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι ο εικοστός αιώνας ανέδειξε και καθιέρωσε τον μοντερνισμό ως αισθητικό φαινόμενο, κατέδειξε όμως και την προβληματικότητα του νεωτερικού εγχειρήματος, που είχε τις απαρχές του στον Διαφωτισμό. Τι απομένει σήμερα από αυτό το εγχείρημα, όπως το συνέλαβε ο Χάμπερμας, πώς ορίζονται τα ιστορικά του όρια, πώς συντελείται η υπέρβαση της νεωτερικότητας;

Ξεκινώντας προγραμματικά τον δέκατο όγδοο αιώνα με το Διαφωτιστικό όραμα του ορθολογικού εκσυγχρονισμού και την υπόσχεση της καθολικής χειραφέτησης, η νεωτερικότητα εγκαινιάζεται ελπιδοφόρα, καταλήγει όμως στον εικοστό αιώνα σε ζοφερή απαισιοδοξία μετά τις καταστροφές των παγκοσμίων πολέμων και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λογική της ανθρώπινης απελευθέρωσης μετεξελίσσεται βαθμιαία, όπως υποστηρίζουν ο Χορκχάιμερ και ο Αντόρνο, σε λογική του αυταρχισμού και της καταπίεσης καθώς ο εικοστός αιώνας αναδεικνύει τη σκοτεινή πλευρά του νεωτερικού εγχειρήματος.

Η ανάδειξη του έτερου

Η συνείδηση της νεωτερικότητας συμπίπτει επίσης με την εμφάνιση του ευρωκεντρισμού και της αποικιοκρατίας, με την αυτοαναγόρευση της Ευρώπης σε νεωτερική πολιτισμική οντότητα, ενώ καθετί μη ευρωπαϊκό υποτιμάται ως παραδοσιακό, στατικό ή προϊστορικό. Η ταύτιση της νεωτερικότητας με τη βία του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και την πολιτισμική του υπεροχή είχε ως συνέπεια και τον σκεπτικισμό γύρω από τα επιτεύγματά της, όταν κλιμακώθηκε η αμφισβήτηση της αποικιοκρατίας.

Η θεμελιώδης αρχή της νεωτερικότητας είναι η αυτονομία και η αυτοδιάθεση του υποκειμένου που ορίζει την ταυτότητά του μέσω της σχέσης αλλά και της καθυπόταξης της ετερότητας. Για τη νεωτερικότητα ο αυτο-προσδιορισμός συνεπάγεται τον προσδιορισμό και τον έλεγχο του ετέρου. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι η νεωτερικότητα άγγιξε τα όριά της με την παραδοχή ότι ο λόγος της θεμελιώθηκε πάνω στη βία έναντι του Αλλου. Αν το Ολοκαύτωμα εκφράζει την κορύφωση αλλά και τη χρεοκοπία του νεωτερικού εγχειρήματος για την κυριαρχία και τον έλεγχο του Αλλου, η μετα-νεωτερικότητα ως μετα-αποικιακός και μετα-ολοκαυτωματικός λόγος μάς ωθεί να δούμε τους εαυτούς μας μέσα από το πρίσμα των άλλων. Η μετα-νεωτερικότητα αντιπροσωπεύει κατά κάποιο τρόπο την αλλαγή προτεραιότητας και την πριμοδότηση του έτερου, γιατί αντιστρέφοντας την ιεραρχία εαυτού και άλλου ορίζει την υποκειμενικότητα λαμβάνοντας υπόψη την ετερότητα και αναγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, είτε πρόκειται για τους ανθρώπους, τη φύση ή την ιστορία. Αυτή η ανάδειξη του έτερου μέσα σε ένα πλαίσιο αξιακού πλουραλισμού και πολυ-πολιτισμού οδηγεί στον σκεπτικισμό για την αυτονομία ως νεωτερικό ιδεώδες και στην αμφισβήτηση της ευρωκεντρικής αυτοπεποίθησης.

Στα τέλη του εικοστού αιώνα η νεωτερικότητα αποσυνδέεται από τις Ευρωπαϊκές/Διαφωτιστικές απαρχές της αφού πια γίνεται λόγος για πολλαπλές νεωτερικότητες ενώ μη δυτικές κοινωνίας κάνουν άλματα προς τη μετα-νεωτερικότητα χωρίς να προϋποθέτουν τη δυτική αντίληψη της νεωτερικότητας. Σε ασιατικές και ισλαμικές κοινωνίες η νεωτερικότητα δεν συνδέεται με τη ρήξη με την παράδοση ή τη θρησκεία αλλά με την προσαρμοστική συνδιαλλαγή μαζί τους. Η μετα-νεωτερικότητα, σε κοινωνίες όπως η ιαπωνική, συναρτάται κυρίως με την παγκοσμιοποίηση και δεν βασίζεται στη δυτική αντίληψη περί νεωτερικότητας, εφόσον σε αυτές τις κοινωνίες δεν υπήρξαν τα αντίστοιχα του Διαφωτισμού και της Μεταρρύθμισης. Υπό αυτή την έννοια η μετα-νεωτερικότητα σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστά και τη συνθήκη της μετα-δυτικότητας.

Η νεωτερικότητα στον εικοστό αιώνα συνδέεται με το εξής παράδοξο: την άρνηση ή μάλλον την απώλεια της πίστης στην ιδέα της προόδου. Οι εξελικτικές θεωρίες του δέκατου ένατου αιώνα για την ιστορία, την κοινωνία ή τη βιολογία ατονούν και για πολλούς νεωτερικούς συγγραφείς ο χρόνος δεν ακολουθεί μια εξελικτική γραμμική πορεία αλλά αποτελεί κάτι το ελαστικό και αποκεντρωμένο, ένα είδος ταυτοχρονίας κατά την οποία παρελθόν, παρόν και μέλλον συμφύρονται. Η νεωτερικότητα δεν συνεπάγεται την πρόοδο αλλά τη διάχυση, δεν προϋποθέτει την εξέλιξη αλλά την αμφισβήτηση. Συνδέεται, δηλαδή, με την αίσθηση του εφήμερου και του αποσπασματικού, με αποτέλεσμα η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας να υπονομεύεται. Ως εκ τούτου η ιστορία παύει να νοείται ως προοδευτικό γίγνεσθαι και μοιάζει σαν άτακτη σειρά από κινήσεις χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η νεωτερικότητα, γράφει ο Μπωντλαίρ εισάγοντας τον όρο το 1845, είναι κάτι παροδικό, φευγαλέο και τυχαίο. Αντιπροσωπεύει το ήμισυ της τέχνης καθώς το άλλο ήμισυ παραμένει αιώνιο και αναλλοίωτο.

Μια αυτο-καταστροφική ένωση

Παρά την έμφαση στο εφήμερο και στο φευγαλέο, η νεωτερικότητα επεδίωξε να συνομιλήσει με το αιώνιο μέσα από την αφαίρεση του χρόνου ή την αχρονία του μύθου. Η αναζήτηση, λοιπόν, μυθολογίας εκ μέρους του μοντερνισμού αποσκοπούσε στην ανάκτηση ενός σταθερού ερείσματος και πήρε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη ανήγαγε την τεχνολογία σε ηρωικό μύθο, ανακαλύπτοντας μια ιδιότυπη λογική στη μηχανή, στο εργοστάσιο ή την πόλη ως «ζωντανή μηχανή», και η άλλη στράφηκε προς την αναζήτηση οικουμενικού μύθου με αρκετές δόσεις μυστικισμού και επιστροφή στο «προ-νεωτερικό» παρελθόν ως αντίβαρο στο χάος του εικοστού αιώνα. Ετσι μέσα από το ιστορικά ρευστό και το μυθικά άχρονο, η νεωτερικότητα προσπάθησε να συμβιβάσει την αποσπασματικότητα με την καθολικότητα.

Πόσο όμως ριζοσπαστική είναι εν τέλει η νεωτερικότητα, πόσο αποφασιστικά αποκόπτει τις ρίζες με το παρελθόν; Η νεωτερικότητα και η ιστορία συναρτώνται μεταξύ τους κατά έναν περίεργα αντιφατικό τρόπο, υποστηρίζει ο Πωλ ντε Μαν, που υπερβαίνει την αντίθεση ή τη ριζική αντιπαράθεση. Η ιστορία, για να μην καταντήσει απλή αναδρομή ή παράλυση, εξαρτάται από τη νεωτερικότητα για τη διάρκεια και την ανανέωσή της αλλά και η νεωτερικότητα δεν μπορεί να αναδειχθεί δίχως κάποια αναφορά στις αναστολές του ιστορικού γίγνεσθαι. Οσο πιο έντονη είναι η απόρριψη του παρελθόντος τόσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από αυτό. Νεωτερικότητα και ιστορία φαίνονται καταδικασμένες να συνυπάρχουν σε μια αυτο-καταστροφική ένωση που απειλεί και τις δύο.

Η κρίση της νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα είναι η κρίση της αισθητικής αυτονομίας και της ουτοπικότητας που κληροδοτείται από τον Διαφωτισμό στον μοντερνισμό, χωρίς απαραίτητα τούτο να σημαίνει την υιοθέτηση των εύκολων διακρίσεων περί μοντερνιστικού ελιτισμού και λαϊκιστικού μεταμοντερνισμού. Είναι η κρίση των ορίων, των διαχωρισμών και των ιεραρχιών χωρίς η αναπόφευκτη κατάληξη να είναι ο νιχιλισμός και η σχετικότητα. Είναι, τέλος, η κρίση θεσμών, όπως του έθνους-κράτους, που κατ' εξοχήν παρήγαγε χωρίς να διαφαίνονται σαφώς οι διάδοχοί τους. Πώς όμως με μια τέτοια κρίση της νεωτερικότητας και την αμφισβήτηση της ιστορίας ως προοδευτικής διαδικασίας εξακολουθούμε να επιζητούμε το νεωτερικά ρηξικέλευθο; Εισερχόμαστε άραγε σε μια μετα-νεωτερική φάση ή απλώς βιώνουμε τις συνέπειες της νεωτερικότητας καθώς γίνονται καθολικές και πιο έντονες από πριν;

Η μάχη με την παράδοση

Αν η αποσπασματικότητα είναι το κυρίαρχο γνώρισμα της τέχνης του εικοστού αιώνα, άλλο τόσο και η νοσταλγία για την οργανικότητα του παρελθόντος ή η απαισιοδοξία για την αναρχία της σύγχρονης ζωής εκδηλώνονται έντονα σε αρκετά μοντερνιστικά έργα. Η υπέρβαση της νεωτερικής αυτής αθυμίας για τη χαμένη ολότητα οδηγεί σε μια μετα-νεωτερική αντίληψη για την αποσύνθεση της ιστορίας, της αναπαράστασης ή της αφήγησης ως απελευθερωτικής και ανανεωτικής πράξης. Η νεωτερικότητα μπορεί να θρηνεί για την αποσπασματικότητα αλλά η μετα-νεωτερικότητα την επευφημεί. Η καθιέρωση της ιδέας της νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα έγκειται ακριβώς στην κρίση της και στην εξακολουθητική της υπέρβαση.

Η νεωτερικότητα θεσμοποιεί την αμφιβολία και επιμένει ότι όλη η γνώση αποκτά τη μορφή υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Αντονι Γκίντενς είναι η κουλτούρα του ρίσκου και του lifestyle, ενός όρου που δεν συναντάται σε παραδοσιακές κοινωνίες γιατί προϋποθέτει πολλαπλότητα επιλογής και όχι απαράβατη αποδοχή. Η νεωτερικότητα ως ιδέα οφείλει τη διάρκειά της στην παιγνιώδη αυτο-αμφισβήτησή της, στη διαρκή εφεύρεση του παρελθόντος και της ιστορίας. Κατάφερε να κερδίσει τη μάχη από την παράδοση από τη στιγμή που έγινε ευρύτερα αποδεκτή η ιδέα ότι το παρελθόν δεν μας προσφέρεται μνημειακά και τελεσίδικα αλλά πάντοτε υπόκειται σε ανακατασκευή, αναθεώρηση και επινόηση. Η νεωτερικότητα ως ιδέα επικράτησε γιατί ενσωμάτωσε το παρελθόν στη δικαιοδοσία της και νεωτερικοποίησε την παράδοση υποβάλλοντάς την σε διαρκή ανασυγκρότηση. Ανακατασκευάζοντας το παρελθόν έχουμε την αίσθηση ότι προεξοφλούμε το μέλλον και ενδεχομένως αυτή η ιδέα συνοψίζει τη σχέση της νεωτερικότητας με την ταυτότητά μας. *

* Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας και διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του ιδίου πανεπιστημίου.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.