Δημιουργός μεγάλης ζωγραφικής





Στη μεταπολεμική ελληνική τέχνη ο Τσαρούχης και ο Μόραλης είναι οι δικαιωμένοι κλασικοί, φυσιογνωμίες με μυθικές διαστάσεις για τους νεότερους ομοτέχνους τους. Παίρνω αφορμή την έκθεση ζωγραφικής για το θέατρο των Τσαρούχη Γκίκα Μόραλη στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος – Απρίλιος 1999) για να εστιάσω την προσοχή μου στο φαινόμενο Μόραλη.


Από τότε που ήταν ο πιο νεαρός από τους τρομερούς νεαρούς του ’30 ως την έκθεση του 1992, στην οποία σε καθήλωνε η ώριμη νεανικότητά του, δεν άφησε ούτε μία σταγόνα από τους χυμούς της να φύγει. Υπάρχει κάποια ενδορφίνη που στερεύει στους περισσότερους, γι’ αυτό και συνηθισμένο είναι το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο ­ ο καλλιτέχνης να γερνάει και μαζί με αυτόν να γερνούν και τα έργα που εξακολουθεί να φτιάχνει. Είναι ατελείωτη η σειρά των μεγάλων που μίκρυναν, καθώς μεγάλωσαν στην ηλικία.


Εχει τύχει αρκετές φορές να ξεναγήσω ξένους ιστορικούς της τέχνης. Κάθε φορά που σταματάμε μπροστά σε ένα έργο του Μόραλη κάνουν κάτι που στην αρχή μού προκαλούσε έκπληξη, προερχόμενο από μη συμπατριώτες μου αλλά που αργότερα το συνήθισα: με διακόπτουν. Λέξεις και επιφωνήματα συνοψίζονται στο ότι «είναι μεγάλος ζωγράφος, με κάθε κριτήριο, στην πρώτη γραμμή των διεθνώς γνωστών ομοτέχνων του».


Ελληνοκεντρικός μοντερνιστής


Αυτονόητο ήταν για μένα ότι ο Μόραλης είναι για τη μεταπολεμική ελληνική τέχνη ό,τι ο Παρθένης για την προπολεμική. Το έργο τους δεν αποτιμάται από το γεγονός ότι εκπαίδευσαν γενιές μαθητών, άλλωστε οι καλύτεροι ακολούθησαν δικούς τους δρόμους. Αλλά από το ότι αυτό το έργο ενέσκηψε με την ορμή ανεμοστρόβιλου και σάρωσε ό,τι υπήρχε πριν από αυτό, διαστέλλοντας την προοπτική της τέχνης σε αυτόν τον τόπο. Περισσότερο από όλα εντυπωσιάζει ότι ενώ έκαναν ελάχιστες αριθμητικά ατομικές εκθέσεις (μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού για τον καθένα τους), το έργο αυτό είχε κύρος κανόνα για τους ομοτέχνους τους και επηρέαζε όχι μόνο τους νεότερους αλλά και τους ομήλικους και τους παλαιότερους. Ο Μόραλης στοίχισε στον βηματισμό του το έργο των άλλων, λειτουργώντας ως συνειδητό ή υποσυνείδητο κριτήριο για κάθε επίτευγμά τους. Ως εξέχων ελληνοκεντρικός μοντερνιστής, ο βενιαμίν της γενιάς του ’30 (γεννήθηκε στην Αρτα το 1916) υπήρξε υψιπετής τότε και τώρα, πάντα δημιουργός μεγάλης ζωγραφικής, πάντοτε με μια σέρτικη γραφή που ελκύει την ακτινοβολία του διακριτώς ελληνικού χωρίς ίχνος ρεμβώδους αισθηματολογίας, όπως εκείνη τόσων και τόσων ομοτέχνων του που κινήθηκαν πλανητικά γύρω του. Περίμενα όμως ότι άνθρωποι που δεν είναι εξοικειωμένοι, όπως εμείς, με το ιδεολόγημα της ελληνικότητας και τις εικαστικές προβολές του θα είχαν δυσκολία να διακρίνουν ακαριαία μέσα από τα πρόδηλα θεματικά στοιχεία του τον μεγάλο καλλιτέχνη.


Εύκολα λοιπόν αντιλαμβάνεται κανείς τον σφαλερό δρόμο των κατηγοριοποιήσεων με βάση εξωκαλλιτεχνικά κριτήρια. Διαπιστώνει ότι υποτιμά τη δυνατότητα της αισθητικής πληρότητας ενός έργου να διαρρηγνύει τον ιδεολογικό μανδύα της και να ανατέλλει ως διαχρονικό αίτημα του ωραίου. Ενα αίτημα που κάθε έργο εκπληρώνει εν μέρει ή εν όλω για να δημιουργήσει αυτό που λέμε καθαρό αισθητικό βίωμα ­ όχι με τους συνειρμούς ιθαγένειας, ελληνοσύνης, ριζών κ.ο.κ., αλλά ατόφιο ως προσέγγιση του απρόσιτου.


Ο συμβολισμός στο έργο του


Οπως ο Τσαρούχης είναι ο υπέρτατος μανιεριστής του ελληνικού μοντερνισμού, έτσι ο Μόραλης είναι ο μέγιστος κλασικιστής του. Η μορφολογία των Επιτυμβίων και των Επιθαλαμίων του στη δεκαετία του ’60 καθορίζει τον χώρο με την υποβλητική γεωμετρία του λόγου που κυριαρχεί ως συνθετικό δεδομένο. Οι αναγωγικές σε γεωμετρικά σχήματα ευγενούς απλότητας και ήρεμου μεγαλείου αφαιρετικές μορφές του απέβησαν, ως τώρα τουλάχιστον, η τελική διατύπωση της ελληνικής εκδοχής του συμβολισμού, που είναι κλασικιστική στη βάση της.


1. Η μορφή είναι ο στόχος και όχι το μέσον του. Το σχήμα της απλώνεται στο επίπεδο όχι για να το καταργήσει αλλά για να το νοηματοδοτήσει ως χώρο της απόλυτης έντασης που ισοδυναμεί με την απόλυτη ηρεμία. Η ιστορία των καλλιτεχνικών μορφών υπήρξε ανέκαθεν η διαλεκτική προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει το εναλλακτικό επίπεδο, εκείνο που, ζωγραφισμένο, ζωντανεύει ως ιδανική οργάνωση του βίου με σκοπό την πληρέστερη απόλαυσή του.


2. Το σχήμα του ανθρώπου διαθέτει τη χωρητικότητα μιας ολιστικής θεματικής. Η γυναίκα διαστέλλει τον χώρο στον εικονογραφικό του ορίζοντα, όπως ο άντρας σε εκείνον του Τσαρούχη. Το πλέον σαγηνευτικό θέμα όλων των παραστατικών παραδόσεων, η ανθρώπινη μορφή, σημαδεύει την τέχνη είτε ως συντριπτική παρουσία είτε ως απουσία σε τέχνες όπως η μουσουλμανική που η δογματική την απαγορεύει ως θέμα. Η αντοχή αυτή μπορεί να εξηγηθεί μόνο με το ανεξάντλητο ενδιαφέρον του ανθρώπου να βλέπει και να βλέπεται από τον άλλον. Οι γυναίκες του Μόραλη και οι άντρες του Τσαρούχη είναι οι ψηφίδες που συνθέτουν το ψηφιδωτό της αυτοπροσωπογραφίας των δημιουργών τους.


3. Η αρχαία τέχνη δεν είναι κληρονομιά. Το κλασικό ύφος είναι συνέχεια και τα ιστορικά κενά των παύσεών του δεν αποτελούν ρήξεις αυτής της συνέχειας. Αυτό που επεξεργάζεται ο Μόραλης μέσα από τη θεματική του είναι η δυνατότητα της ανθρώπινης μορφής να ανταποδίδει τις εξάρσεις ενός μεγάλου ύφους ­ δεν είναι οι πλαστικές δυνατότητες των μορφών της κλασικής ελληνικής τέχνης. Στο πρώτο μισό του αιώνα ανάλογη υπήρξε η εκφραστική αντίληψη του Παρθένη για την αρχαία ελληνική τέχνη και το νεοελληνικό της αντίστοιχο.


4. Η απλότητα είναι υψιπετής επιδίωξη ύφους. Συνίσταται στη δαιμόνια ικανότητα να αφαιρείς χωρίς να ελαφρύνεις, να φθάνεις στον πυρήνα χωρίς να ακρωτηριάζεις ούτε ρανίδα ουσίας.


5. Η ιστορικότητα είναι πράξη αυτοκαθορισμένη ­ ποτέ δεν είναι ιδέα από την οποία «εμφορείσαι», δεν είναι αναφορά σε πρότυπα, δεν είναι επίκληση παρελθόντος χρόνου αλλά ζώσα διαχρονία.


Ο Μόραλης εν τέλει. Αναρωτιέμαι αν συνειδητοποιούμε και πώς διαμορφώνει αυτή η συνειδητότητα τη συμπεριφορά μας απέναντι στο ότι ζούμε στην ίδια εποχή και στον ίδιο τόπο όπου ζουν ή έζησαν ως σύγχρονοί μας ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Μόραλης, ο Τσαρούχης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης. Η λογική βεβαιώνει ότι τους δαψιλεύτηκαν πλουσιοπάροχα τιμές ­ μεγαλύτερη από όλες η αγάπη του κόσμου για το έργο τους. Κάποια άλλη όμως φωνή, πιο συχνή, επιμένει ότι δεν τους δώσαμε όση σημασία τους έπρεπε, ότι προσπεράσαμε τις ακροποταμιές χωρίς να λουστούμε στα νάματά τους.


Ο κ. Αντώνης Κωτίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.